Μεγέθη | 2011 | 2012 | 2013 | 2014 | 2015 |
Έσοδα | 55.501 | 54.591 | 54.814 | 54.397 | 54.859 |
Πρωτογενείς δαπ. | 53.468 | 52.375 | 53.493 | 52.660 | 53.053 |
Τόκοι | 16.002 | 16.900 | 20.500 | 24.400 | 28.000 |
Σύνολο δαπανών | 81.389 | 81.277 | 86.483 | 88.423 | 92.956 |
Έλλειμμα Γ.Κ. | -23.552 | -27.499 | -30.909 | -33.595 | -36.183 |
Έλλειμμα / ΑΕΠ | -10,4% | -12,0% | -13,1% | -13,8% | -14,4% |
ΑΕΠ* | 225.400 | 228.400 | 235.500 | 242.900 | 251.900 |
Χρέος ΓΚ | 364.105 | 399.253 | 432.378 | 465.614 | 501.078 |
Χρέος / ΑΕΠ | 160,6% | 174,8% | 183,6% | 191,7% | 198,9% |
Μισθοί, συντάξεις** | 22.018 | 21,585 | 21.622 | 21.673 | 21.729 |
12 Ιουνίου 2011
Β. Βιλιάρδος-Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ: Η εθνική κυριαρχία ενός κράτους, όπως συνήθως αποκαλείται η πλήρης αυτονομία του, είναι δυνατόν να καταλυθεί από αρνητικές εξελίξεις στο εσωτερικό του, χωρίς να είναι απαραίτητη η στρατιωτική εισβολή στην επικράτεια του
Η χώρα μας βρίσκεται ακόμη μία φορά στο μάτι του κυκλώνα – επίσης, «η μάχη των μαχών» με στόχο την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος στην Ευρώπη, φαίνεται ότι θα διεξαχθεί εντός των συνόρων της.
Ειδικότερα, η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα που «αμύνεται» ακόμη σθεναρά, έχοντας αφενός μεν τη σημαντικότερη αναλογικά δημόσια περιουσία μεταξύ των χωρών της δύσης, αφετέρου τον «ιό της ελευθερίας» στο DNA της. Επομένως, τόσο τα διλήμματα που θα τοποθετηθούν στους Έλληνες, όσο και οι εκβιασμοί που θα ασκηθούν (άρθρο μας), θα κλιμακώνονται διαρκώς – ενώ εμείς δεν πρέπει να υποτιμάμε, αλλά ούτε και να υπερτιμάμε τις δυνατότητες μας.
Οφείλουμε δε σε κάθε περίπτωση να θυμόμαστε ότι, το πρόβλημα της χώρας μας δεν λύνεται με τον επί πλέον δανεισμό της - με ή χωρίς τη συμμετοχή των ιδιωτών (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία κλπ.). Εάν δεν ανταλλάσσουμε, εάν δεν εξοφλούμε δηλαδή σταδιακά τα παλαιά δάνεια μας με καινούργια, χαμηλού επιτοκίου, αφού οι τόκοι είναι το βασικότερο πρόβλημα μας (σύντομα θα πλησιάσουν το 50% των εσόδων του προϋπολογισμού), δεν θα κερδίσουμε τον πόλεμο.
Εκτός αυτού, εάν δεν επιλυθούν παράλληλα τα βασικά προβλήματα της οικονομίας μας (αρνητικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, μη λειτουργικός δημόσιος τομέας, καταπολέμηση της διαφθοράς, περιορισμός της γραφειοκρατίας, ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, κρατικοποίηση της κεντρικής τράπεζας κλπ.), δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε από το τέλμα.
Σε σχέση τώρα με το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων, τις οποίες προσπαθούν να μας επιβάλλουν με κάθε τρόπο, τα εξής:
Η ΕΘΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
“Στόχος οφείλει να είναι η απόλυτα ισορροπημένη σχέση μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα μίας χώρας, έτσι ώστε να προστατεύεται η αυτονομία του κράτους για την ασφάλεια των Πολιτών του - οι οποίοι το εμπιστεύθηκαν, αναθέτοντας τη δημόσια διοίκηση στους Θεσμούς του. Η εθνική κυριαρχία ενός κράτους, όπως συνήθως αποκαλείται η πλήρης αυτονομία του, είναι δυνατόν να καταλυθεί από αρνητικές εξελίξεις στο εσωτερικό του, ιδίως δε στην οικονομία του – χωρίς να είναι απαραίτητη η στρατιωτική εισβολή στην «επικράτεια» του”.
Το παραπάνω κείμενο, ελαφρά διαμορφωμένο, προέρχεται από έναν πολύ γνωστό Γερμανό νομικό, ο οποίος είναι ταυτόχρονα μέλος του συνταγματικού δικαστηρίου της χώρας του. Ο καθηγητής συμπληρώνει έμμεσα ότι, η Γερμανία είναι πλέον αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα, έχοντας εκποιήσει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας της – γεγονός που ήδη πληρώνουν ακριβά οι Πολίτες της, μέσω της αυξημένης φορολόγησης τους, καθώς επίσης της συνεχούς μείωσης της κοινωνικής πρόνοιας, σε συνδυασμό με τη σταδιακή υποβάθμιση των υπηρεσιών στην Παιδεία, στην Υγεία και αλλού.
Από τις διαπιστώσεις αυτές συμπεραίνουμε ότι, η λειτουργία των επιχειρήσεων με αποκλειστικό στόχο το κέρδος, η οποία είναι χωρίς καμία αμφιβολία «θεμιτή» για τον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για εκείνους τους τομείς, οι οποίοι αφορούν το σύνολο μίας κοινωνίας – για τους κοινωφελείς. Οι «περιοχές» αυτές οφείλουν να λειτουργούν από το Δημόσιο μίας χώρας, με στόχο τη φροντίδα των Πολιτών της και όχι το κέρδος.
Η σημερινή εξέλιξη λοιπόν, η απαίτηση δηλαδή της ιδιωτικοποίησης όλων των κλάδων της οικονομίας μίας χώρας, στην οποία συνηγορούν τόσο η ΕΕ, όσο και οι τρεις βασικοί διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), είναι σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των Πολιτών.
Ειδικότερα, εάν το κράτος «αποσυρθεί» τόσο από την ιδιοκτησία, όσο και από τη διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων, χάνει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα του να ασκεί Πολιτική. Δηλαδή, δεν είναι πλέον η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση αυτή η οποία δίνει τις κατευθύνσεις, διαμορφώνει και αναπτύσσει την κοινωνία, αλλά οι ιδιώτες – οι οποίοι ουσιαστικά διοικούν απολυταρχικά, χωρίς να λογοδοτούν στους Πολίτες, με αποκλειστικό στόχο το κέρδος.
Σαν έμμεσο επακόλουθο των ιδιωτικοποιήσεων, το κράτος αδυνατεί πλέον να επιβάλλει μία δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και να κατευθύνει την Οικονομία επειδή, μεταξύ άλλων, δεν μπορεί να τοποθετήσει τις εταιρείες του ή τη Ζήτηση των απασχολουμένων του «στη ζυγαριά» - εκτός του ότι γίνεται ταυτόχρονα «εκβιάσιμο», εκ μέρους του Καρτέλ.
Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι ιδιώτες στον τομέα της ενέργειας, να διατηρήσουν χαμηλή τεχνητά την προσφορά (όπως συνέβη στην Καλιφόρνια), έτσι ώστε να αυξήσουν τις τιμές – με δυσμενέστατα αποτελέσματα τόσο για το δημόσιο, όσο και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή τα νοικοκυριά. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με την ύδρευση, με τα λιμάνια, με τις δημόσιες συγκοινωνίες και με τις επικοινωνίες. Στην περίπτωση αυτή, είναι προφανώς αδύνατον να μιλάει κανείς για «αυτονομία» του κράτους – πόσο μάλλον για εθνική κυριαρχία, ειδικά όταν οι ιδιώτες-επιχειρηματίες είναι ξένες πολυεθνικές.
Ένα δεύτερο, γνωστό σε όλους μας παράδειγμα, είναι οι ιδιωτικές αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης – οι τρεις πανίσχυρες «αδελφές». Εάν οποιοδήποτε κράτος, συμπεριλαμβανομένων των Η.Π.Α., της Γαλλίας και της Γερμανίας, αρνηθεί να ακολουθήσει τις εντολές τους, έρχεται αντιμέτωπο με την υποτίμηση της πιστοληπτικής του ικανότητας – η οποία επιβαρύνει με δισεκατομμύρια επί πλέον τόκους τον προϋπολογισμό του.
Συμπερασματικά λοιπόν, από την πλευρά του εκάστοτε Συντάγματος θα έπρεπε να μην επιτρέπεται οτιδήποτε μπορεί να αμφισβητήσει την αυτοδυναμία, την εθνική κυριαρχία καλύτερα ενός κράτους, από όπου και αν αυτό προέρχεται. Επομένως, οφείλει να απαγορεύεται συνταγματικά η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με την εκχώρηση της αυτονομίας του κράτους στους ιδιώτες – με την αποκρατικοποίηση της εξουσίας και με την κατάλυση της Δημοκρατίας.
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
Ο ορισμός «ιδιωτικοποίηση» υιοθετήθηκε ουσιαστικά μετά τις βρετανικές εκλογές του 1979 και την εκλογή της M.Thatcher - η οποία έθεσε σε λειτουργία ένα ευρύτατο πρόγραμμα «εκποίησης» των δημοσίων επιχειρήσεων της χώρας της, «κατατροπώνοντας» τα εργατικά συνδικάτα.
Παρά το ότι όμως τα αποτελέσματα των ενεργειών της Βρετανίδας πρωθυπουργού οδήγησαν αρχικά την οικονομία της χώρας της σε μεγάλη ανάπτυξη, η μετέπειτα υπερχρέωση της (το συνολικό χρέος της Μ. Βρετανίας σήμερα, δημόσιο και ιδιωτικό, υπερβαίνει το 500% του ΑΕΠ της) απέδειξε ότι, οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι συνώνυμες με τη μακροπρόθεσμη ευημερία. Οι αποκρατικοποιήσεις τώρα, με την ευρύτερη έννοια τους, διαχωρίζονται στους εξής υποτομείς:
(α) Υλική ιδιωτικοποίηση: Αφορά την εκχώρηση των συμμετοχών του κράτους σε επιχειρήσεις, οι οποίες είναι ουσιαστικά δημόσιες (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ.). Εάν το κράτος πουλήσει το σύνολο των εταιρικών μεριδίων του, το 100% δηλαδή, τότε αναφερόμαστε σε μία πραγματική ιδιωτικοποίηση ή σε μία ιδιωτικοποίηση με τη στενή έννοια του όρου. Στην περίπτωση αυτή είναι εμφανές ότι δεν αναφερόμαστε στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αλλά στην εκποίηση της.
(β) Φιλελευθεροποίηση: Εδώ εννοούμε «αναδιαρθρώσεις» και ευρύτερες αλλαγές στους τομείς των έργων υποδομής. Η αποκλειστική χρήση εκ μέρους του δημοσίου των μονοπωλιακών υποδομών, των δικτύων καλύτερα (τραίνα, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρισμός), εκχωρείται και στους ιδιώτες - οι οποίοι ανταγωνίζονται τις, επίσης από το δημόσιο παρεχόμενες, υπηρεσίες, χωρίς να τους ανήκουν τα δίκτυα. Πρόκειται λοιπόν για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας από τους ιδιώτες, χωρίς να απαιτείται η εκποίηση της.
(γ) Οργανωτική ιδιωτικοποίηση: Έτσι ορίζονται όλες εκείνες οι στρατηγικές, οι οποίες υιοθετούνται για την αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς επίσης για τη μείωση του κόστους των δημοσίων επιχειρήσεων - οι οποίες διευθύνονται από το δημόσιο, αλλά με ιδιωτικοοικονομικά πλέον κριτήρια. Η οργανωτική αυτή αλλαγή, η οποία θεωρείται ως ο ιδανικός τρόπος «ιδιωτικοποίησης», μπορεί να επιτευχθεί, χωρίς να απαιτηθεί η ενοικίαση των δικτύων, η χρήση τους από ιδιώτες ή η πώληση των κρατικών επιχειρήσεων. Εδώ αναφερόμαστε προφανώς στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, από το ίδιο το Δημόσιο.
Οι υπερασπιστές των ιδιωτικοποιήσεων
Συνεχίζοντας, η «ορθότητα» της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων τεκμηριώνεται εκ μέρους των υπερασπιστών της από την πεποίθηση τους ότι, το μερίδιο του δημοσίου οφείλει να περιορίζεται, προς όφελος του ιδιωτικού τομέα, επειδή ο τελευταίος (ιδιώτες) είναι πιο αποτελεσματικός. Σύμφωνα με πολλούς από αυτούς, η ιδιωτικοποίηση μπορεί τότε μόνο να είναι επιτυχημένη, όταν το κράτος ορίζει τους κανόνες, επιβλέπει την πιστή εφαρμογή τους και εγγυάται τον ανταγωνισμό.
Από την πλευρά αυτή, θεωρείται μάλλον αδιανόητη η αντικατάσταση των κρατικών μονοπωλίων από ιδιωτικά μονοπώλια τα οποία, μεταξύ άλλων, έχουν μοναδικό σκοπό το κέρδος. Επομένως, το κράτος πρέπει να φροντίζει για τη διατήρηση ενός λειτουργικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, τις οποίες «εκχωρεί» σε ιδιώτες.
Εάν όμως το κράτος ιδιωτικοποιεί τις επιχειρήσεις επειδή δεν έχει την ικανότητα να τις διαχειριστεί σωστά, τότε πως είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι μπορεί να τις ελέγχει; Από την άλλη πλευρά, ιδίως όσον αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.), δεν είναι αυτονόητο το ότι μπορούν να εξαγοραστούν, λόγω κόστους, κεφαλαιακών και λοιπών αναγκών, μόνο από τις υπερμεγέθεις πολυεθνικές, οι οποίες συνήθως δημιουργούν ολιγοπώλια; Αυτό δεν έχει αποδειχθεί στη Γερμανία, στη Μ. Βρετανία, στις Η.Π.Α. και αλλού;
Οι αντίπαλοι των ιδιωτικοποιήσεων
Οι αντίπαλοι τώρα των ιδιωτικοποιήσεων (Attac κλπ.), έχουν την πάγια άποψη ότι, δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τους τομείς της «δημόσιας φροντίδας» (Παιδεία, Υγεία, Συγκοινωνίες, Λιμάνια, Ενέργεια και Ύδρευση) στον ιδιωτικό τομέα, επειδή εξυπηρετούν ανάγκες, οι οποίες ευρίσκονται σε αντίθεση με τους κανόνες λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς - οπότε δεν μπορούν να διαχειρίζονται με κριτήρια απόδοσης, αλλά ούτε και να αξιολογούνται με γνώμονα το κέρδος.
Για παράδειγμα, εάν οι ζημιογόνες συγκοινωνίες της Ελλάδας πωλούνταν σε ιδιώτες, η πρώτη ενέργεια των νέων ιδιοκτητών τους θα ήταν η αύξηση των εισιτηρίων, αδιαφορώντας για το «κοινωνικό κόστος», έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η κερδοφορία τους – ενώ ενδεχομένως θα απαιτούσαν ταυτόχρονα την κρατική επιδότηση τους (οπότε θα συνέχιζαν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, αλλά με διαφορετικό τρόπο, μη αντιληπτό από τους Πολίτες).
Οι εμπειρίες των ιδιωτικοποιήσεων
Περαιτέρω, οι μέχρι σήμερα εμπειρίες από την ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, έχουν αποδείξει ότι, αφενός μεν το Δημόσιο συνεχίζει να υπερχρεώνεται (Η.Π.Α., Μ. Βρετανία, Γερμανία κλπ.), αφετέρου οι υπηρεσίες των ιδιωτών γίνονται πολύ πιο ακριβές, ενώ καταλύεται σταδιακά το κοινωνικό κράτος – μέχρι εκείνη τη στιγμή που ολοκληρώνεται η αποκρατικοποίηση της εξουσίας, εκ μέρους των πολυεθνικών και των διεθνών τοκογλύφων.
Εκτός αυτού τόσο στη Γερμανία (η οποία προσπαθεί πια να επανακρατικοποιήσει επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας), όσο στην Αυστρία ή στη Μ. Βρετανία, η οποία ιδιωτικοποίησε τα πάντα, οι εμπειρίες δεν είναι οι καλύτερες (στην υπερχρεωμένη Ιαπωνία επίσης, ειδικά μετά την καταστροφή της Fukushima, την οποία προκάλεσε η ιδιωτική Tepco).
Ειδικότερα, η ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόμων αφενός μεν είχε σαν αποτέλεσμα να πληρώνει πολύ περισσότερα ο Βρετανός φορολογούμενος, αφετέρου οδήγησε σε βαριά ατυχήματα και εκτροχιασμούς τραίνων, επειδή οι ενέργειες συντήρησης του δικτύου ήταν ελλιπείς, για λόγους κόστους και απόδοσης (το ίδιο ουσιαστικά έγινε και στην Ιαπωνία). Έτσι λοιπόν, η Μ. Βρετανία αναγκάσθηκε να αγοράσει ξανά το δίκτυο από τους ιδιώτες – γεγονός που σε τελική ανάλυση της κόστισε πολλαπλάσια.
Κλείνοντας, η άμεση Δημοκρατία της Ελβετίας έχει αποφύγει εντελώς αυτές τις παγίδες, επειδή αφενός μεν δεν έχει ιδιωτικοποιήσει καμία δημόσια επιχείρηση της, αφετέρου έχει επιλέξει την αναδιοργάνωση τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια («οργανωτική ιδιωτικοποίηση») - εμπιστευόμενη τη διαχείριση και την ιδιοκτησία τους στα καντόνια και στις κοινότητες της, στους Πολίτες της.
Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει πως δεν είναι «αξιωματικά» ανίκανος, δεν είναι εκ φύσεως δηλαδή ανεπαρκής ο εκάστοτε κρατικός μηχανισμός. Ανίκανες και ανεπαρκείς μπορεί να είναι κάποιες κυβερνήσεις, οι οποίες στελεχώνονται με διεφθαρμένους πολιτικούς - οι οποίοι δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες δεξιότητες. Σε καμία περίπτωση λοιπόν η Πολιτική εν γένει, η οποία είναι η μοναδική προστασία μας απέναντι στην οικονομική εξουσία. Τέλος, με κριτήριο την Ελβετία συμπεραίνεται ότι, η Άμεση Δημοκρατία δεν ταιριάζει με τις αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες ουσιαστικά εμποδίζουν την επικράτηση της.
ΤΟ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Η εκλεγμένη κυβέρνηση μας (ουσιαστικά μη παρεξηγήσιμη αφού θέλει αλλά δεν μπορεί, επιλέγοντας από ανάγκη την πιστή υποταγή της στις εντολές της σκιώδους), στα πλαίσια των ενεργειών εκφοβισμού των Ελλήνων, έδωσε στη δημοσιότητα έναν πενταετή προϋπολογισμό, τον οποίο «βάφτισε» κατά τα marketing-πρότυπα των Η.Π.Α., «μεσοπρόθεσμο σχέδιο».
Ο προϋπολογισμός αυτός έχει, για πρώτη φορά σε παγκόσμια κλίμακα, τρεις διαφορετικές «εκδοχές»: (α) χωρίς παρεμβάσεις, (β) με παρεμβάσεις, (γ) με παρεμβάσεις και αποκρατικοποιήσεις (όπου με την ειδική λέξη «παρεμβάσεις» υπονοούνται τα νέα φοροεισπρακτικά και λοιπά μέτρα)
Χωρίς να αναλωθούμε σε λεπτομέρειες, αφού ο προϋπολογισμός είναι στο σύνολο του φανερά «εκφοβιστικής κατεύθυνσης», με στόχο το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σε εξευτελιστικές τιμές, καθώς επίσης τη λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, θα αναφερθούμε στα μεγέθη του «χωρίς παρεμβάσεις» – στο «σενάριο βάσης» δηλαδή, όπως ορίζεται χαριτωμένα από τους συνδίκους του διαβόλου (Πίνακας Ι).
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Βασικά μεγέθη του προϋπολογισμού, χωρίς παρεμβάσεις, σε δις €
Σημείωση: Τα έσοδα καλύπτουν πλήρως τις πρωτογενείς δαπάνες, αυτές δηλαδή χωρίς τους τόκους. Επομένως τόσο οι μισθοί, όσο και οι συντάξεις, δεν πληρώνονται από το δανεισμό μας.
* ΑΕΠ 2009: 235.017 ΑΕΠ 2010: 230.173
** Συμπεριλαμβάνονται στις πρωτογενείς δαπάνες
Πηγή: Μεσοπρόθεσμο από 10.06.2011
Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα Ι, τα έσοδα θα μειωθούν ελαφρά σε σχέση με το 2011, παρά την άνοδο του ΑΕΠ (!) - για λόγους που είναι δύσκολο να μην θεωρηθούν «γκεμπελικοί». Εάν όμως στα 225 δις € ΑΕΠ τα έσοδα είναι 55,5 δις €, ήτοι 24,66%, τότε αναρωτιέται κανείς γιατί το 2015 θα μειωθούν στο 21,8%; Εάν απλά παραμείνουν ποσοστιαία ως έχουν (χωρίς νέα υφεσιακά μέτρα κλπ.), δεν θα ανέλθουν στα 62 δις €, αντί 54,8 δις που αναφέρει ο προϋπολογισμός; Αυτό δεν θα περιόριζε αυτόματα τόσο τα ελλείμματα, όσο και το χρέος;
Περαιτέρω, εάν δεν ληφθούν νέα μέτρα, καθώς επίσης εάν δεν ξεπουληθούν οι κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, δεν θα είναι μεγαλύτερη η αύξηση του ΑΕΠ και των εσόδων (μερίσματα κλπ.); Γιατί λοιπόν το ΑΕΠ στο «μεσοπρόθεσμο», με ή χωρίς «παρεμβάσεις», παραμένει στο ίδιο ύψος; Δεν είναι απλούστατα ντροπή να υποτιμούν οι εισβολείς σε τέτοιο βαθμό τη νοημοσύνη μας; Τέλος, είναι δυνατόν ποτέ να επιβιώσει ένα κράτος πληρώνοντας το 50% των εσόδων του για τόκους, σε τοκογλύφους που δεν θέλουν να περιορίσουν τα κέρδη τους (επιτόκια), αλλά προτιμούν να το λεηλατήσουν;
ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ανεξάρτητα τώρα από τις παραπάνω «εκτροπές» του προϋπολογισμού, οι οποίες είναι κάτι περισσότερο από εκνευριστικές, όσον αφορά τη βασική «σύλληψη» τους, εμείς οφείλουμε να αναλύσουμε οικονομικά, εάν πράγματι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εκποιήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις της, για να καλύψει τα χρέη της – εάν δηλαδή κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά ωφέλιμο, παρά το ότι θα ήταν απολύτως αρνητικό για την εθνική μας κυριαρχία, για τη Δημοκρατία, καθώς επίσης για το κοινωνικό κράτος.
Καταρχάς λοιπόν, είναι δεδομένο ότι η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε μία βαθιά ύφεση - αφενός μεν λόγω της ελλειμματικής διαχείρισης της κρίσης χρέους από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της, αφετέρου ένεκα της καταστροφικής πρόκλησης-διαχείρισης της κρίσης δανεισμού, εκ μέρους της παρούσας (άρθρο μας). Τα δραστικά μέτρα λιτότητας δε (μειώσεις δαπανών και μισθών), καθώς επίσης οι υπερβολικές αυξήσεις της φορολογίας, περιορίζουν ακόμη περισσότερο το ΑΕΠ μας - γεγονός που δυσχεραίνει επί πλέον τις προσπάθειες μείωσης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και την αποτελεσματική εξυγίανση της οικονομίας μας.
Στα πλαίσια αυτά η «Τρόικα», οι δυτικές δυνάμεις δηλαδή, οι τοκογλύφοι και το ΔΝΤ, θέλουν να μας υποχρεώσουν να εκποιήσουμε τη δημόσια περιουσία μας, υπαγορεύοντας στην κυβέρνηση μας ένα ευρύτατο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο συμπεριλαμβάνει όλες τις κερδοφόρες, κοινωφελείς και μη επιχειρήσεις, καθώς επίσης τεράστιες εκτάσεις γης, άδειες εκμετάλλευσης κερδοφόρων υπηρεσιών, δικαιώματα στο υπέδαφος και πολλά άλλα – έναν κυριολεκτικά τρομακτικό «πίνακα ξεπουλήματος», ο οποίος συνοδεύει το «μεσοπρόθεσμο υποτέλειας και κατοχής» που κατέθεσε η κυβέρνηση. Παράλληλα, επιθυμούν να εγκατασταθούν επίσημα στη χώρα μας, όπως ακριβώς συνέβη στην Τουρκία (1875-1927, 2001 και εντεύθεν), έτσι ώστε να εισπράττουν τα έσοδα από τους φόρους, την ανάπτυξη και τις ιδιωτικοποιήσεις.
Θεωρητικά τώρα, με την περιουσία του Δημοσίου να υπολογίζεται στα 300-400 δις €, θα μπορούσε να καλυφθεί το δημόσιο χρέος μας, ύψους περίπου 360 δις €, στο μεγαλύτερο μέρος του. Φυσικά το χρέος μίας χώρας μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα περιουσιακά στοιχεία της, σε έναν κρατικό Ισολογισμό, όπως έχουμε αναφέρει σε πολλά άρθρα μας – ενώ η αξία των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται ουσιαστικά από την απόδοση τους, από την αξιοποίηση και την κερδοφορία τους δηλαδή (κάτι που έχει «αμεληθεί» εγκληματικά από όλες τις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις μας, οδηγώντας στην απαξίωση ένα μεγάλο μέρος τους).
Όταν όμως πουλάει κανείς περιουσιακά στοιχεία, περιορίζει μεν τα χρέη του στο παρόν, αλλά ταυτόχρονα μειώνει τα έσοδα του στο μέλλον – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα πουλήσει τη ΔΕΗ, θα εισπράξει σήμερα ένα ποσόν της τάξης των 1,2 δις € (συμμετοχή του δημοσίου κατά 51,5%), αλλά θα χάνει μερίσματα ύψους περί τα 260 εκ. € ετήσια – ενώ η πολυεθνική που θα την εξαγοράσει, θα πληρώνει αφενός μεν λιγότερους φόρους (δια της γνωστής μεθόδου της φοροαποφυγής), αφετέρου θα μειώσει το προσωπικό, επιβαρύνοντας τα δημόσια ταμεία τουλάχιστον με 50-100 εκ. € ετήσια (επιδόματα ανεργίας κλπ.).
Επομένως, παρά το ότι μειώνεται προς στιγμήν το δημόσιο χρέος, επιβαρύνεται στο άμεσο μέλλον ο προϋπολογισμός, τα ελλείμματα του οποίου «εκβάλλουν» ξανά στο χρέος – στην περίπτωση της ΔΕΗ τουλάχιστον με 400 εκ. ετησίως. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι, τα όποια οφέλη της ιδιωτικοποίησης της θα είναι βραχυπρόθεσμα – ενώ για όλους τους Έλληνες θα σημάνει επί πλέον, σημαντική αύξηση των τιμών ενέργειας (θα διπλασιάζονταν σύντομα, όπως συμβαίνει στη Μ. Βρετανία, στη Γερμανία και αλλού), οπότε μείωση των πραγματικών εισοδημάτων τους.
Ταυτόχρονα, οι Πολίτες θα αναγκάζονταν να επιβαρυνθούν στο μέλλον με υψηλότερους φόρους, έτσι ώστε να καλύψουν τα εκλιπόντα έσοδα της ΔΕΗ –παράλληλα με την αδυναμία «εθνικής» ανάπτυξης της οικονομίας, λόγω έλλειψης δικών μας εταιρειών (κάτι που θα επιδείνωνε αναμφίβολα το δείκτη χρέους προς ΑΕΠ).
Το γεγονός αυτό είναι γνωστό στους επενδυτές (αγορές), οι οποίοι βέβαια το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη - αξιολογώντας δυσμενέστερα την πιστοληπτική ικανότητα εκείνης της χώρας, η οποία εκποιεί τις δημόσιες επιχειρήσεις της (πόσο μάλλον σε περιόδους ύφεσης και απαξίωσης του χρηματιστηρίου).
Οι αγορές λοιπόν θα μας εμπιστεύονταν και θα μας δάνειζαν μόνο εάν θα συνεχίζαμε να έχουμε περιουσία - αρκεί βέβαια να τη διαχειριζόμαστε σωστά και κερδοφόρα, έτσι ώστε να αυξάνεται η «χρηματιστηριακή» της αξία. Αντίθετα, εάν τελικά εκποιήσουμε τη δημόσια περιουσία μας, ειδικά στις σημερινές εξευτελιστικές τιμές (το 30% του ΟΤΕ πουλήθηκε περί τα 4 δις € πριν από μερικά έτη, ενώ το 10% μόλις για 400 εκ. € σήμερα), δύσκολα θα δανειοδοτηθούμε από τις αγορές - παραμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα στον «ορό του ΔΝΤ».
Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι αναμφίβολα οι ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων μειώνουν την πολιτική διαφθορά και το πελατειακό κράτος, οι αρνητικές επιπτώσεις τους στην Οικονομία (μακροπρόθεσμα) είναι τεράστιες. Πρόκειται για έμμεσες φορολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες προκαλούν την υποτίμηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των κρατών, ακόμη μεγαλύτερες υφέσεις, καθώς επίσης την απόλυτη εξαθλίωση της μεγαλύτερης μερίδας των εργαζομένων.
Η ΕΛΛΑΔΑ, ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΚΑΙ Η ΕΚΤ
Αφού λοιπόν ο μεσοπρόθεσμος προϋπολογισμός που κατέθεσε η κυβέρνηση είναι καταδικασμένος σε αποτυχία, οι ιδιωτικοποιήσεις θα είναι αρνητικές στο μέλλον (αν και την επόμενη τριετία με δυσκολία θα ξεπεράσουν έσοδα ύψους 10 δις € - ουσιαστικά μόλις τους τόκους ενός εξαμήνου), ενώ οι αγορές το γνωρίζουν επακριβώς, οπότε δεν πρόκειται να τις «ξεγελάσουν» τα «μεσοπρόθεσμα» πυροτεχνήματα της Ελλάδας, τότε γιατί επιμένει η Τρόικα, παρά τις επικίνδυνες αντιδράσεις των Πολιτών;
Μήπως επειδή η ελληνική «ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων» στα θεμέλια της Ευρωζώνης δεν έχει ακόμη εξουδετερωθεί, μετά από ένα χρόνο, ή λόγω του ότι η ΕΚΤ έχει εκτεθεί πολύ στα Ελληνικά ομόλογα, μετά το συνεχή δανεισμό των τραπεζών μας;
Επιθυμώντας να αποφύγουμε εκείνες τις υποθέσεις, οι οποίες οδηγούν συνήθως σε εσφαλμένα συμπεράσματα, θέλουμε καταρχήν να επισημάνουμε ότι, δεν είναι πλέον σίγουρη η περαιτέρω δανειοδότηση της Ελλάδας – ειδικά εάν ψηφιστεί το εγκληματικό μεσοπρόθεσμο που της επιβλήθηκε από τη σκιώδη κυβέρνηση της.
Κατά την άποψη μας, οι αγορές δεν πρόκειται να το εκτιμήσουν θετικά, αφού θα θεωρήσουν ότι κάτι άλλο κρύβεται πίσω από το συγκεκριμένο «τέχνασμα αποπροσανατολισμού» τους (άρθρο μας). Άλλωστε, η συνεχιζόμενη πώληση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου τόσο από τις γερμανικές, όσο και από τις γαλλικές τράπεζες, δεν μπορεί να σημαίνει ότι πιστεύουν στη μελλοντική δανειοδότηση της Ελλάδας.
Συνεχίζοντας, χωρίς να αναφερθούμε στα τεράστια προβλήματα της Fed, της Τράπεζας της Αγγλίας (BoE) και της Ιαπωνικής κεντρικής τράπεζας (BoJ), τα οποία έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, θα περιορισθούμε στην ΕΚΤ.
Σύμφωνα λοιπόν με το Spiegel, στον κατάλογο των εγγυήσεων της ΕΚΤ για την παροχή δανείων, βρίσκει κανείς ένα πορτογαλικό ομόλογο από το 1943, το οποίο οφείλει να πληρωθεί στις 31.12.9999 – σε 8.000 έτη δηλαδή (!). Εν τούτοις, το ομόλογο αυτό είναι πολύτιμο για την κεντρική τράπεζα της Πορτογαλίας, αφού χρησιμεύει σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, με βάση την οποία λαμβάνει σήμερα ρευστότητα σε Ευρώ – πόσο μάλλον όταν οι διεθνείς αγορές παροχής δανείων σε τράπεζες της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, του Βελγίου κλπ. είναι σχεδόν κλειστές, για τις συγκεκριμένες χώρες.
Ένα μεγάλο μέρος των εγγυήσεων λοιπόν που κατέχει η ΕΚΤ, είναι «αμφιβόλου αξίας» – αφού ουσιαστικά είναι η «κακή τράπεζα» (bad bank) του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, έχοντας συγκεντρώσει στα βιβλία της τοξικά ομόλογα «αξίας» πολλών δισεκατομμυρίων. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και στις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, καθώς επίσης στις εμπορικές – ένα πρόβλημα ανυπολόγιστων διαστάσεων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ειδικότερα, η ΕΚΤ έχει δεχθεί σαν εγγύηση για την παροχή χρημάτων προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες, δομημένα ομόλογα (ABS, Asset-Backed Securities), συνολικής «αξίας» 480 δις € - ενώ παράλληλα διαθέτει στα βιβλία της ακόμη 360 δις €, τα οποία έχει εγγράψει σαν «μη χρησιμοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα». Επί πλέον αυτών, έχει στην κατοχή της ομόλογα δημοσίου της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας κλπ., «αμφιβόλου αξίας» - παρά το ότι παρέχει στις τράπεζες ρευστότητα χαμηλότερη από την ονομαστική τους αξία. Επίσης, οφείλει στις κεντρικές τράπεζες των πλεονασματικών χωρών (κυρίως στην Bundesbank) τεράστια ποσά, τα οποία δεν θα έπρεπε να χρωστάει (target-2).
Τέλος στα «βιβλία» της ΕΚΤ, στο ενεργητικό της δηλαδή, «εγγράφονται» ακόμη «υποσχετικές οφειλών», τις οποίες έχουν ουσιαστικά «ξεφορτώσει» οι ευρωπαϊκές τράπεζες, ενώ δεν διαπραγματεύονται στην ελεύθερη αγορά. Πρόκειται για τιτλοποιήσεις δανείων, σύμφωνα με τις οποίες, εάν για παράδειγμα χρεοκοπήσει μία γερμανική επιχείρηση παραγωγής εργαλείων, η ΕΚΤ θα πρέπει να απαιτήσει από αυτήν την επιστροφή των δανείων – αφού η ΕΚΤ έχει χρηματοδοτήσει τα δανείστρια γερμανική τράπεζα, μέσω της κεντρικής της, λαμβάνοντας τις απαιτήσεις της γερμανικής τράπεζας σαν εγγύηση(!).
Πρόκειται λοιπόν για μία «πιστωτική πυραμίδα» τεραστίων διαστάσεων, τάξης μεγέθους τουλάχιστον 1,5 τρις € (αντίστοιχες «λειτουργούν» από την Fed, από την BoE, από την BoJ κλπ.) η οποία, εάν καταρρεύσει, θα τυλίξει ολόκληρο τον πλανήτη στις φλόγες. Αρκεί να αντιληφθεί κανείς ότι το κεφάλαιο της ΕΚΤ μόλις αυξήθηκε στα 10 δις €, με τις πιστώσεις που παρέχει στο μέγεθος που αναφέραμε (άνω του 1 τρις €), για να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος.
Στα πλαίσια αυτά είναι εμφανές πως η ελληνική βόμβα είναι πια το μικρότερο πρόβλημα όλων. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανόν να «δρομολογηθεί» μεθοδικά η χρεοκοπία της Ελλάδας, εάν αποφασισθεί να χρησιμοποιηθεί η χώρα μας ως θυσία για τον καθησυχασμό, για τον κατευνασμό καλύτερα των αγορών – αφού μόνο τότε θα υποχρεώνονταν οι υπόλοιπες χώρες, μεταξύ των οποίων και οι Η.Π.Α., στην αποδοχή των μέτρων λιτότητας (εάν όχι στην αποκρατικοποίηση της εξουσίας), τα οποία πλέον απαιτούν οι αχόρταγες, δικτατορικές αγορές.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κατά την υποκειμενική μας άποψη, η Ελλάδα δεν έχει απολύτως κανένα λόγο σήμερα να ιδιωτικοποιήσει τη δημόσια περιουσία της – ούτε εθνικό, ούτε οικονομικό, ούτε στρατηγικό, ούτε απλά «βιοποριστικό». Μία ενδεχόμενη αποκρατικοποίηση, σύμφωνα με το «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα» που κατατέθηκε, αφενός μεν δεν θα χρησίμευε καθόλου στη χώρα μας, αφετέρου θα προκαλούσε ακριβώς το αντίθετο – την ελεγχόμενη χρεοκοπία της, καθώς επίσης την «υποδούλωση» μίας λεηλατημένης πλέον και εξαθλιωμένης χώρας, η οποία θα προσφερόταν ως θυσία στους «Βασιλείς» των αγορών.
Χωρίς φυσικά να είμαστε απόλυτοι, εάν δεν διώξουμε άμεσα τους εισβολείς, παρά τα τεράστια προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε στη συνέχεια (η χρεοκοπία, σε συνδυασμό με την απομόνωση, θα ήταν εξαιρετικά οδυνηρές εμπειρίες), δεν πρόκειται να αποφύγουμε το μοιραίο – τη «λογική» δηλαδή της «στυμμένης λεμονόκουπας».
Αντίθετα μάλιστα, εάν αναλάβουμε όλοι μαζί το ρίσκο, παραμένοντας φυσικά στη ζώνη του Ευρώ, αλλά χωρίς να εγκαταλείψουμε το μέλλον της πλούσιας, πολλαπλά προικισμένης χώρας μας στα χέρια μίας κυβέρνησης που μάλλον «θέλει, αλλά δεν μπορεί», έχουμε κάποιες αμυδρές ελπίδες ελεύθερης επιβίωσης – έστω και με χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, για κάποια χρόνια.
Άλλωστε, “δεν πρέπει ποτέ να αφήνει κανείς να συνεχίζεται μία ανωμαλία για να αποφύγει τον πόλεμο, επειδή δεν τον αποφεύγει τελικά, αλλά μόνο αλλάζουν οι συνθήκες προς όφελος των αντιπάλων του” (N.Machiavelli).[ΠΟΛΥ ΟΡΘΗ ΑΠΟΦΑΝΣΙΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΤΗΝ!]
Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
Αθήνα, 12. Ιουνίου 2011
Mενέλαος Γκίβαλος-Ας παραιτηθεί και τυπικά
Mενέλαος Γκίβαλος: "Ας παραιτηθεί και τυπικά"
http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=22028&category_id=100
Ο πρωθυπουργός έχει παραβιάσει βασικούς συνταγματικούς όρους. Με τη «δανειακή σύμβαση» εκχώρησε στους δανειστές μας, χωρίς κανέναν περιορισμό, τη δημόσια και εθνική περιουσία, καταργώντας τη δυνατότητα της χώρας να προασπιστεί τα δικαιώματά της. Στην πράξη, πρόκειται για ενέργεια ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΔΟΣΙΑΣ, με όλες τις συνέπειες που περιέχει ο όρος αυτός για τους υπευθύνους.
Bρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πρωτοφανές...
φαινόμενο στην πολιτική ιστορία της χώρας: Ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου έχει υποβαθμίσει και έχει ακυρώσει, έως ένα μεγάλο βαθμό, τις θεσμικές εξουσίες και τις λειτουργίες που καθορίζονται από το Σύνταγμα και αφορούν στο θεσμό και το ρόλο της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού.
Ο απαράδεκτος πολιτικός εκβιασμός που ασκείται από τον Γ. Παπανδρέου και από ορισμένους ευρωπαϊκούς «παράγοντες» προς τη Νέα Δημοκρατία και γενικότερα προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης για να συνυπογράψουν τους όρους του νέου Μνημονίου και του προγράμματος εκποίησης της εθνικής περιουσίας παραβιάζει θεμελιώδεις συνταγματικούς όρους:
• Οι διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις που υπογράφει μια κυβέρνηση δεσμεύουν το ίδιο το ελληνικό κράτος. Οι επόμενες κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να τηρήσουν τις συμβάσεις, εκτός εάν μεταβληθούν θεμελιώδεις όροι που ισχύουν κατά την υπογραφή τους.
Η «συναίνεση», η υπογραφή του Α. Σαμαρά δεν έχει ουδεμία νομική ισχύ. Απλώς ο κ. Γ. Παπανδρέου θέλει να τον καταστήσει συνυπεύθυνο στις επιπτώσεις που θα προκύψουν από τη –σίγουρη– αποτυχία του νέου Μνημονίου.
• Τη χώρα στο διεθνές περιβάλλον εκπροσωπεί ο πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι υπουργοί. Δεν επιτρέπεται με κανέναν τρόπο να εμφανίζονται ομαδόν οι αρχηγοί των κομμάτων και να διαπραγματεύονται ατάκτως με τους διεθνείς παράγοντες... Αυτά τα φαινόμενα μόνο σε θιάσους επιθεωρήσεων εμφανίζονται ή σε καθεστώτα νομαδικής - φεουδαρχικής πολιτικής μορφής.
• Ο πρωθυπουργός έχει παραβιάσει βασικούς συνταγματικούς όρους. Με τη «δανειακή σύμβαση» εκχώρησε στους δανειστές μας, χωρίς κανέναν περιορισμό, τη δημόσια και εθνική περιουσία, καταργώντας τη δυνατότητα της χώρας να προασπιστεί τα δικαιώματά της. Στην πράξη, πρόκειται για ενέργεια ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΔΟΣΙΑΣ, με όλες τις συνέπειες που περιέχει ο όρος αυτός για τους υπευθύνους.
Ο Γ. Παπανδρέου, υπηρετώντας το Μνημόνιο, έχει οδηγήσει στην αποδυνάμωση των εξουσιών και των λειτουργιών του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, σε μια ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΟΥ... Η απαίτησή του να αποποιηθούν τα κόμματα τις πολιτικο-ιδεολογικές τους θέσεις, να αγνοήσουν τις κοινωνικές τους δεσμεύσεις και αναφορές και να συνταχθούν ομοθυμαδόν στις απαιτήσεις των δανειστών και στα μέτρα εξόντωσης της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας παραπέμπουν ευθέως σε συνθήκες ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ.
Στο καθεστώς αυτό καταργείται η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, αγνοείται ο κανόνας της γενικής βούλησης («volonté generale») και επιδιώ κεται να επιβληθεί μια ΠΑΓΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ένας ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΦΟΒΟΣ, που εμποδίζει τη διατύπωση του οποιουδήποτε αντίθετου επιχειρήματος, της οποιασδήποτε αντίθετης πρότασης και θέσης...
Όλη αυτή η «επιχείρηση συναίνεσης» και η αναζήτηση πολιτικών συνενόχων αποκαλύπτουν μία και μόνη αλήθεια: Ο πρωθυπουργός και το κυβερνών κόμμα δεν μπορούν να κυβερνήσουν τη χώρα και επιβιώνουν μόνο με επικοινωνιακούς σχεδιασμούς.
Ο κ. Γ. Παπανδρέου πρέπει να κατανοήσει ότι από δω και πέρα η μόνη έντιμη και γενναία επιλογή του είναι να παραιτηθεί και να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Να ομολογήσει και να εξηγήσει την αποτυχία των επιλογών του και, αν έχει «νέες προτάσεις», να τις καταθέσει στο λαό χωρίς εκβιαστικά διλήμματα, χωρίς «τρομοκρατικά» επιχειρήματα...
Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έχει «ιδιωτικοποιηθεί», έχει ενσωματωθεί στη στρατηγική του Μνημονίου, χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο, που νομιμοποιεί –πολιτικά και ιδεο λογικά– την επέλαση της νεοφιλελεύθερης «λαίλαπας»... Τώρα, όμως, τα πράγματα έφτασαν σε σημείο μη επιστροφής. Υπουργοί, βουλευτές και στελέχη του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι όρος της ατομικής τους ευθύνης και αξιοπρέπειας –θεμελιώδης προϋπόθεση για τη διάσωση του κομματικού τους φορέα αλλά και του δημοκρατικού μας συστήματος– είναι η άρνηση της υποταγής, η άρνηση της νομιμοποίησης του νέου Μνημονίου και των διαδικασιών του εθνικού ξεπουλήματος.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 2/6/11
Στις φυλακές της Αλβανίας, επειδή τίμησαν τους νεκρούς του ’40
Στις φυλακές της Αλβανίας, επειδή τίμησαν τους νεκρούς του ’40
Τι συνέβη με τους Βορειοηπειρώτες της Μπομποστίτσα, που τίμησαν τις σωρούς τριών Ελλήνων ηρώων του ’40
12 Ιουν 2011
Προ έτους, στρώθηκε με τσιμέντο ένα μικρό μονοπάτι στο νεκροταφείο, για καλύτερη πρόσβαση και τελέσθηκε με μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια η τελετή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Αυτό ενόχλησε ακραία στοιχεία του αλβανικού πληθυσμού (που δρουν ανενόχλητοι υπό την κάλυψη της πολιτείας) και έκαψαν τα στεφάνια που είχαν κατατεθεί κατά τη διάρκεια του εορτασμού, μετά τη λήξη της τελετής. Ταυτόχρονα, Αλβανοί «ιστορικοί» υποστήριζαν ότι προσεβλήθησαν οι νεκροί τους, διότι στο χώρο υπάρχει μόνο ένας Έλληνας στρατιώτης και πως οι άλλοι είναι Αλβανοί.
Βρέθηκε αφορμή από την αλβανική «δικαιοσύνη» και παρέπεμψε τους τοπικούς παράγοντες της «Ομόνοια», με το κατηγορητήριο ότι έσκαψαν χωρίς άδεια και πέταξαν τα οστά των Αλβανών. Αποδείχθηκε όμως ότι δεν ήσαν αληθείς οι κατηγορίες, αλλά παρ’ όλα αυτά οι Αλβανοί Τσάμηδες επέμεναν πιέζοντας και προχθές το Πρωτοδικείο Κορυτσάς, καταδίκασε τον Ναούμ Ντίτσο, με ένα χρόνο φυλάκιση, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι Άλκης Κοροβέσης και Λουάν Ζάτσε καταδικάστηκαν σε 18 μήνες με αναστολή.
Ο Ντίτσο είναι ο Ελληνόβλαχος πρόεδρος της τοπικής «Ομόνοια». Ήταν σίγουρος για την καταδίκη του, διότι όπως είπε «Οι προθέσεις της δικαστίνας που είχε την υπόθεση φάνηκαν από την πρώτη συνεδρίαση όταν μου είπε «από πού και ως που εσύ είσαι Έλληνας;». Είναι κάτι που με προσβάλλει, είμαι Βλάχος Έλληνας και είναι τιμή και καμάρι μου, είμαι περήφανος για τους προγόνους μου. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που καταδικάστηκα». Οι άλλοι δύο είναι οι εργάτες που έστρωσαν το τσιμέντο.
Με τη βοήθεια ραδιοτηλεοπτικών μέσων οι Αλβανοτσάμηδες δημιούργησαν ένα εκρηκτικό κλίμα εις βάρος των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Συνεχίζουν να μιλούν για «προσβολή νεκρών σε παλιούς τάφους που υποτίθεται ότι υπήρχαν στο νεκροταφείο». Αυτό το κλίμα οδηγεί και σε κουκούλωμα της υπόθεσης δολοφονίας του Αριστοτέλη Γκούμα.
Μάλιστα, κατά την περιοδεία του στα δικαστήρια της χώρας, ο αντιπροέδρος του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κ. Κρεσνίκ Σπαχίου, απροκάλυπτα έδωσε εντολές σε πρωτοδίκες και εφέτες να είναι «ιδιαίτερα προσεκτικοί» με τους ελληνικής καταγωγής πολίτες. Πέραν τούτου, τα ιταλικής ιδιοκτησίας ή επιρροής ραδιοτηλεοπτικά μέσα της Αλβανίας, με κανένα τρόπο δεν θέλουν να αναδείξουν τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών κατά της διάρκεια της ιταλικής επιβουλής.
Η προχθεσινή δίκη ήταν μια δίκη παρωδία, που επιβεβαιώνει την εξάρτηση της αλβανικής Δικαιοσύνης από πολιτικά -και όχι μόνο- κέντρα, που διακατέχονται από πνεύμα έξω του κλίματος της εποχής και που δε σταματούν να καλλιεργούν τον ανθελληνισμό, υποστηρίζουν παράγοντες της ελληνικής κοινότητας. Θεωρούν δε, ότι ήταν μια απόφαση που εκθέτει ακόμα πιο πολύ την Αλβανία στην Ευρώπη, που μόλις χθες, στην έκθεση της για Αλβανία, θεωρεί τη «δικαιοσύνη» της ως το μεγαλύτερο αγκάθι στην Ευρωπαϊκή της πορεία.
Καταφέραμε πάντως ως χώρα, που πριν από δέκα χρόνια μας έλεγαν οι πολιτικοί μας ότι ήμασταν η ατμομηχανή των Βαλκανίων, να μη μπορούμε να τιμήσουμε ούτε τους νεκρούς στρατιώτες μας.
http://voria.gr/index.php?module=news&func=display&sid=52823
ΕΔΩ ΜΑΣ ΚΑΤΗΝΤΗΣΕ Η ΑΘΛΙΑ, ΑΝΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΑΦΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΥΠΟ ΤΑ ΣΚΕΛΗ (ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΛΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΠΕΤΗ) ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ!!! ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΜΕ ΕΔΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 3.000.000 ΑΛΒΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΙΝΟΥΜΕ ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΑΜΕ ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (ΕΧΩ ΤΟΣΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΣΟΥ, ΤΙ ΔΙΔΕΙΣ ΩΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ???) ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΔΙΔΟΜΕ (ΕΜΕΙΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ) ΠΑΧΥΛΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΤΙ ΛΑΜΒΑΝΟΜΕ ΩΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ!!! ΔΙΟΤΙ ΗΜΕΘΑ (ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΜΑΣ) ΓΕΛΟΙΟΙ ΚΑΙ ΨΟΦΟΔΕΕΙΣ!!! ΑΛΛΟΤΕ ΜΑΣ ΕΛΕΓΑΝ: ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩΜΕ??? ΟΙ ΙΣΧΥΡΟΙ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΘΕΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΝ ΣΤΡΑΤΟ!!! ΤΩΡΑ ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ??? ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΤΥΕΙ ΟΠΟΙΟΣ "ΤΟΥ ΕΡΘΕΙ"??? {ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ ΠΑΝΤΩΣ ΤΟΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΚΑΛΩΣ! ΤΟΝ ΕΧΟΜΕ ΣΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ ΝΑ ΦΥΛΑΕΙ ΤΟΥΣ ΟΥΤΣΕΚΑΔΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥΣ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ"(ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΙΚΑΣΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΧΑΓΗ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΝΙΚΗΤΑΙ, ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΤΟΥ ΝΑΤΟ, ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΘΙΚΩΤΑΤΗΣ Ε.Ε.!)}! ΕΝΤΑΞΕΙ! ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ!! Ο ΚΑΘΕΙΣ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙ ΠΟΥ ΤΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΑΥΤΗ ΜΕ ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΙΚΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ!!
Γ. Δελαστίκ- Εποχή νέου Μνημονίου
12/6/2011 -- http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792&subid=2&pubid=63133288
Γ. Δελαστίκ
Εποχή νέου Μνημονίου
Ξεκαθαρίζουν τα πράγματα στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Οι όροι της πολιτικής αναμέτρησης στην εποχή του νέου Μνημονίου έχουν σχεδόν όλοι καταστεί πλέον σαφείς.
Εν πρώτοις, η στάση του πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, και της κυβέρνησής του. Ο πρωθυπουργός δεν προτίθεται να κάνει πρόωρες βουλευτικές εκλογές ούτε φυσικά δημοψήφισμα για ναι ή όχι στο Μνημόνιο. Είναι επίσης αποφασισμένος να εφαρμόσει την πολιτική του Μνημονίου έναντι οιουδήποτε πολιτικού, εθνικού ή κοινωνικού κόστους. Αδιαφορεί παντελώς για τις αντιδράσεις των εκατοντάδων χιλιάδων λαού, θεωρώντας ότι κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσουν και ότι, ούτως ή άλλως, και ένα εκατομμύριο λαού να βγει στους δρόμους δεν είναι σε θέση να ανατρέψει την πολιτική του, στον βαθμό που ο ίδιος ελέγχει την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ.
Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δεν είναι διατεθειμένοι να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου. Μερικές δεκάδες από αυτούς ίσως διαφωνούν ειλικρινά με την πολιτική του. Τίποτε όμως δεν δείχνει ότι θα υπάρξουν επτά ή περισσότεροι από αυτούς που να είναι αποφασισμένοι να καταψηφίσουν το νέο Μνημόνιο, πυροδοτώντας εξελίξεις. Υπέρτατο κριτήριο των βουλευτών είναι η επανεκλογή τους, άρα η παραμονή τους στο ΠΑΣΟΚ.
Οι δεξιοί ηγέτες της ΕΕ και όλα τα θεσμικά της όργανα, μαζί φυσικά με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, υποστηρίζουν αποφασιστικά τον Γ. Παπανδρέου και την πολιτική του Μνημονίου. Ιδίως τώρα που ήρθε η ώρα της εκποίησης των ΔΕΚΟ, της κρατικής γης και κάθε δημόσιας περιουσίας, οι ηγέτες της Ευρωδεξιάς, και ιδίως αυτοί που κατέχουν πρωθυπουργικό αξίωμα ή ηγετικές θέσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην Ευρωζώνη, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κ.λπ., ακόμη και η υποψήφια για τη θέση του διευθυντή του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, στηρίζουν αταλάντευτα τον Γ. Παπανδρέου.
Πίεσαν για συναίνεση όλοι αυτοί τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά - δηλαδή για υποταγή στη γραμμή του Μνημονίου. Τον πίεσαν όλοι οι ηγέτες της Ευρωδεξιάς σε πρωτοφανή βαθμό, βαθύτατα προσβλητικό για τη χώρα μας. Τον πίεσαν όχι γιατί διαφωνούν με την πολιτική του, η οποία είναι άκρως νεοφιλελεύθερη. Τον πίεσαν για συμβολικούς λόγους, με στόχο να τσακίσουν την ψυχολογική αντίσταση του ελληνικού λαού στο Μνημόνιο. Να απελπιστεί ο κόσμος και να αποδεχθεί την ξένη κατοχή της πατρίδας μας και την καταβαράθρωση του βιοτικού του επιπέδου. Απέτυχαν. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν υπέκυψε - τουλάχιστον για την ώρα.
Ο λαός αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Εφτασε κοντά στα όρια της ειρηνικής διατράνωσης της θέλησής του μέσα στο πλαίσιο του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Ισως στις 28 Ιουνίου, την ημέρα ψήφισης του νέου Μνημονίου, να μαζευτεί ακόμη και μισό εκατομμύριο κόσμος στο κέντρο της Αθήνας, γύρω από τη Βουλή. Μέχρι εκεί μπορεί να πάει ο λαός, όχι παραπέρα. Εκεί βρίσκεται το όριο της ειρηνικής διαμαρτυρίας.
Ο έκδηλος εκφυλισμός του πολιτικού συστήματος, που ήδη καλπάζει ως συνέπεια της πολιτικής του Μνημονίου και της στάσης της κυβέρνησης και των βουλευτών απέναντι στις διαμαρτυρίες του ελληνικού λαού, δεν συνιστά κατά κανέναν τρόπο κίνδυνο για το σύστημα παρά τις δραματικές μεγαλοστομίες περί του αντιθέτου. Η καταρράκωση του κύρος των βουλευτών, το γιαούρτωμα κάποιων υπουργών ή μια αποχή από τις εκλογές ακόμη και της τάξης του 50% ή του 60% ή και παραπάνω δεν εμποδίζει φυσικά καμιά κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική της.
Δεν έχουν ανάγκη οι πολιτικοί την επιδοκιμασία των πολιτών ή την αγάπη του λαού. Αλλα κέντρα τους επιλέγουν, τους προωθούν και τους παρουσιάζουν από τα Μέσα Ενημέρωσης ώστε τελικά ο λαός να τους εκλέγει. Πέρα από τα φληναφήματα, κανένας ουσιαστικά βουλευτής -ιδίως κυβερνώντος κόμματος, αλλά όχι μόνο- δεν αισθάνεται ότι λογοδοτεί στον λαό. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δεν σκέφτονται, ούτε κατά διάνοια, να ευθυγραμμιστούν με τη λαϊκή βούληση στο θέμα του νέου Μνημονίου, ενώ όσοι το κάνουν θα εξοντωθούν πολιτικά.
Η υπονόμευση της Δημοκρατίας δεν γίνεται από πολίτες που φωνάζουν "κλέφτες" τους υπουργούς και τους βουλευτές, αλλά από τον τρόπο που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται και ασκούν το λειτούργημά τους.
-------------------
ΔΙΑΦΩΝΟΥΜΕ ΡΙΖΙΚΑ ΜΕ ΤΟ "Μέχρι εκεί μπορεί να πάει ο λαός, όχι παραπέρα", Ο ΛΑΟΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΗ ΟΣΟΝ ΤΟ ΕΠΙΘΥΜΕΙ, ΟΥΤΩΣ ή ΑΛΛΩΣ, ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΜΟΝΑΡΧΗΣ --ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, ΟΥΤΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΑΣΟΚ -- ΚΑΙ ΗΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΑΞΗ ΠΟΛΛΑ!!! ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΝΑ ΔΙΣΤΑΖΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΤ κλπ , ΟΥΤΩΣ ή ΑΛΛΩΣ, Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΥ ΝΟΜΙΜΩΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗΝ ΒΙΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΑΛΛΑ Ο ΑΡΧΩΝ ΛΑΟΣ!!! ΝΑΙ, ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΠΡΑΞΗ ΠΟΛΛΑ !!! Π.χ. ΗΜΕΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕ (παρομοίως με τον Μίκη Θεοδωράκη), 2.000.000 ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΟΝΙΜΩΣ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝΤΑ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΘΗ Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΒΑΛΕ Ο ΜΙΚΗΣ (ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΚΗΡΥΧΘΟΥΝ ΕΚΛΟΓΑΙ ΔΙΑ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ)!!!
Γ. Δελαστίκ
Εποχή νέου Μνημονίου
Ξεκαθαρίζουν τα πράγματα στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Οι όροι της πολιτικής αναμέτρησης στην εποχή του νέου Μνημονίου έχουν σχεδόν όλοι καταστεί πλέον σαφείς.
Εν πρώτοις, η στάση του πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, και της κυβέρνησής του. Ο πρωθυπουργός δεν προτίθεται να κάνει πρόωρες βουλευτικές εκλογές ούτε φυσικά δημοψήφισμα για ναι ή όχι στο Μνημόνιο. Είναι επίσης αποφασισμένος να εφαρμόσει την πολιτική του Μνημονίου έναντι οιουδήποτε πολιτικού, εθνικού ή κοινωνικού κόστους. Αδιαφορεί παντελώς για τις αντιδράσεις των εκατοντάδων χιλιάδων λαού, θεωρώντας ότι κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσουν και ότι, ούτως ή άλλως, και ένα εκατομμύριο λαού να βγει στους δρόμους δεν είναι σε θέση να ανατρέψει την πολιτική του, στον βαθμό που ο ίδιος ελέγχει την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ.
Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δεν είναι διατεθειμένοι να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου. Μερικές δεκάδες από αυτούς ίσως διαφωνούν ειλικρινά με την πολιτική του. Τίποτε όμως δεν δείχνει ότι θα υπάρξουν επτά ή περισσότεροι από αυτούς που να είναι αποφασισμένοι να καταψηφίσουν το νέο Μνημόνιο, πυροδοτώντας εξελίξεις. Υπέρτατο κριτήριο των βουλευτών είναι η επανεκλογή τους, άρα η παραμονή τους στο ΠΑΣΟΚ.
Οι δεξιοί ηγέτες της ΕΕ και όλα τα θεσμικά της όργανα, μαζί φυσικά με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, υποστηρίζουν αποφασιστικά τον Γ. Παπανδρέου και την πολιτική του Μνημονίου. Ιδίως τώρα που ήρθε η ώρα της εκποίησης των ΔΕΚΟ, της κρατικής γης και κάθε δημόσιας περιουσίας, οι ηγέτες της Ευρωδεξιάς, και ιδίως αυτοί που κατέχουν πρωθυπουργικό αξίωμα ή ηγετικές θέσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην Ευρωζώνη, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κ.λπ., ακόμη και η υποψήφια για τη θέση του διευθυντή του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, στηρίζουν αταλάντευτα τον Γ. Παπανδρέου.
Πίεσαν για συναίνεση όλοι αυτοί τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά - δηλαδή για υποταγή στη γραμμή του Μνημονίου. Τον πίεσαν όλοι οι ηγέτες της Ευρωδεξιάς σε πρωτοφανή βαθμό, βαθύτατα προσβλητικό για τη χώρα μας. Τον πίεσαν όχι γιατί διαφωνούν με την πολιτική του, η οποία είναι άκρως νεοφιλελεύθερη. Τον πίεσαν για συμβολικούς λόγους, με στόχο να τσακίσουν την ψυχολογική αντίσταση του ελληνικού λαού στο Μνημόνιο. Να απελπιστεί ο κόσμος και να αποδεχθεί την ξένη κατοχή της πατρίδας μας και την καταβαράθρωση του βιοτικού του επιπέδου. Απέτυχαν. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν υπέκυψε - τουλάχιστον για την ώρα.
Ο λαός αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Εφτασε κοντά στα όρια της ειρηνικής διατράνωσης της θέλησής του μέσα στο πλαίσιο του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Ισως στις 28 Ιουνίου, την ημέρα ψήφισης του νέου Μνημονίου, να μαζευτεί ακόμη και μισό εκατομμύριο κόσμος στο κέντρο της Αθήνας, γύρω από τη Βουλή. Μέχρι εκεί μπορεί να πάει ο λαός, όχι παραπέρα. Εκεί βρίσκεται το όριο της ειρηνικής διαμαρτυρίας.
Ο έκδηλος εκφυλισμός του πολιτικού συστήματος, που ήδη καλπάζει ως συνέπεια της πολιτικής του Μνημονίου και της στάσης της κυβέρνησης και των βουλευτών απέναντι στις διαμαρτυρίες του ελληνικού λαού, δεν συνιστά κατά κανέναν τρόπο κίνδυνο για το σύστημα παρά τις δραματικές μεγαλοστομίες περί του αντιθέτου. Η καταρράκωση του κύρος των βουλευτών, το γιαούρτωμα κάποιων υπουργών ή μια αποχή από τις εκλογές ακόμη και της τάξης του 50% ή του 60% ή και παραπάνω δεν εμποδίζει φυσικά καμιά κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική της.
Δεν έχουν ανάγκη οι πολιτικοί την επιδοκιμασία των πολιτών ή την αγάπη του λαού. Αλλα κέντρα τους επιλέγουν, τους προωθούν και τους παρουσιάζουν από τα Μέσα Ενημέρωσης ώστε τελικά ο λαός να τους εκλέγει. Πέρα από τα φληναφήματα, κανένας ουσιαστικά βουλευτής -ιδίως κυβερνώντος κόμματος, αλλά όχι μόνο- δεν αισθάνεται ότι λογοδοτεί στον λαό. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δεν σκέφτονται, ούτε κατά διάνοια, να ευθυγραμμιστούν με τη λαϊκή βούληση στο θέμα του νέου Μνημονίου, ενώ όσοι το κάνουν θα εξοντωθούν πολιτικά.
Η υπονόμευση της Δημοκρατίας δεν γίνεται από πολίτες που φωνάζουν "κλέφτες" τους υπουργούς και τους βουλευτές, αλλά από τον τρόπο που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται και ασκούν το λειτούργημά τους.
-------------------
ΔΙΑΦΩΝΟΥΜΕ ΡΙΖΙΚΑ ΜΕ ΤΟ "Μέχρι εκεί μπορεί να πάει ο λαός, όχι παραπέρα", Ο ΛΑΟΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΗ ΟΣΟΝ ΤΟ ΕΠΙΘΥΜΕΙ, ΟΥΤΩΣ ή ΑΛΛΩΣ, ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΜΟΝΑΡΧΗΣ --ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, ΟΥΤΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΑΣΟΚ -- ΚΑΙ ΗΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΑΞΗ ΠΟΛΛΑ!!! ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΝΑ ΔΙΣΤΑΖΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΤ κλπ , ΟΥΤΩΣ ή ΑΛΛΩΣ, Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΥ ΝΟΜΙΜΩΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗΝ ΒΙΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΑΛΛΑ Ο ΑΡΧΩΝ ΛΑΟΣ!!! ΝΑΙ, ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΠΡΑΞΗ ΠΟΛΛΑ !!! Π.χ. ΗΜΕΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕ (παρομοίως με τον Μίκη Θεοδωράκη), 2.000.000 ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΟΝΙΜΩΣ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝΤΑ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΘΗ Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΒΑΛΕ Ο ΜΙΚΗΣ (ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΚΗΡΥΧΘΟΥΝ ΕΚΛΟΓΑΙ ΔΙΑ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ)!!!
ΠΑΝ. ΜΑΡΙΝΗΣ-ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ
Ο κ. ΠΑΝ. ΜΑΡΙΝΗΣ ΜΑΣ ΑΠΕΣΤΕΙΛΕ ΤΟ ΚΑΤΩΤΕΡΩ ΣΧΟΛΙΟΝ:
ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΑΣΙΔΗΛΟΝ ΟΤΙ ΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΓΝΗΣΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ "ΚΡΙΣΙΝ" ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΣ ΑΠΟ ΝΕΟΝ ΕΞ ΥΠΑΡΧΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑ --ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΣΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΥΣ (ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΩΣ ΝΑ ΦΑΝΗ ΟΤΙ "ΕΚΛΕΙΣΕ" Η ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ "ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΙΣ" Η ΟΠΟΙΑ ΑΦΟΥ ΕΧΛΕΥΑΣΕ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΖΟΥΣΑ ΟΤΙ ΑΞΙΑΣ ΗΘΙΚΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΑΣ ΕΧΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΥΠΟΑΝΑΠΤΥΚΤΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΖΟΙ ΚΑΙ ΘΕΤΟΥΣΑ ΩΣ ΘΕΟΝ ΤΗΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΝ ΕΥΜΑΡΕΙΑΝ, ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΜΑΣ ΩΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΦΤΩΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΕΠΑΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟ -- ΕΙΜΕΘΕ ΑΥΣΤΗΡΟΙ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΔΙΟΤΙ ΤΗΝ ΚΡΙΝΟΜΕ ΑΚΡΙΒΩΣ "ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΞΕ ΝΑ ΠΑΙΞΗ", ΑΥΤΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ --ΕΝΘΥΜΙΣΤΕ ΚΑΛΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΩΝ ΙΜΙΩΝ: "ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΒΡΑΧΟΝΗΣΙΔΑ ΔΙΟΤΙ ΘΑΧΕΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ"-- ΚΑΙ ΕΔΩ --ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΗΣ-- ΑΠΕΤΥΧΕ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΣΗΜΕΡΟΝ ΑΠΛΩΣ ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ ΟΣΤΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΑΤΑΙ ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ )! ΟΡΘΩΣ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΤΟΥ κ. Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΙ ΑΦΘΟΝΑ ΕΠ' ΑΥΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ ΤΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΤΟΥ (ΟΠΩΣ ΓΙΝΑΜΕ ΟΛΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ, ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΟΙ!).
ΑΣΦΑΛΩΣ, ΔΙ' ΕΝ ΝΕΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΟΥΧΙ "ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ" ΑΛΛΑ "ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ" ΒΟΥΛΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣ ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΝΥΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΚΑΙ ΕΠ' ΑΥΤΟΥ ΘΑΘΕΛΑ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΩ ΕΝ ΧΩΡΙΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙΣΑΝ ΟΜΙΛΙΑΝ ΤΟΥ κ. ΣΩΤΗΡΕΛΗ (http://hercolano.blogspot.com/2011/06/blog-post_12.html):
{{Οι ψευδαισθήσεις μάλιστα αυτές επιτείνονται από διάφορους δημοσιολογούντες (πολιτικούς, δημοσιογράφους και διανοουμένους) που δεν αρκούνται στην συνταγματική αναθεώρηση αλλά αναφέρονται διαρκώς και με έμφαση στην ανάγκη «συντακτικής συνέλευσης», την οποία αναγορεύουν μάλιστα στην μοναδική λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι, όμως, όχι μόνον υπερεκτιμούν, ως μη ώφειλαν, τα –περιορισμένα– περιθώρια επίδρασης του Συντάγματος στην πολιτική πραγματικότητα αλλά και επιδεικνύουν παχυλή άγνοια για το ότι μια τέτοια «συντακτική συνέλευση» προϋποθέτει είτε επανάσταση είτε πραξικόπημα… }}
ΑΣΦΑΛΩΣ, ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ, ΤΟΥΤΟ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤ' ΑΝΑΓΚΗΝ ΚΑΚΟ, ΑΛΛΩΣΤΕ ΣΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ (ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΙΚΕΣ/ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ) ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙΝ ΤΩΝ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΚΡΑΤΗ ΚΑΙ, ΔΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, ΤΩΡΑ (ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ) ΘΑ ΕΟΡΤΑΣΩΜΕ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΤΗΝ "ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΝ" ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΟΚΤΟΝΙΑΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΝ ΤΩΝ ΗΠΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΠΟΥ ΗΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΚΑΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ! ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΝΑΛΟΓΟΝ ΘΑ ΕΟΡΤΑΖΑΜΕ ΚΑΙ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΕΑΝ ΕΙΧΕ ΕΥΤΥΧΗ ΚΑΤΑΛΗΞΙΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ "ΕΜΦΥΛΙΟΣ"!
ΟΜΩΣ ΕΔΩ, ΣΗΜΕΡΟΝ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΜΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΠΑΡΩΜΕ ΤΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ, ΩΣ ΓΝΗΣΙΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ! ΠΙΣΤΕΥΟΜΕ ΟΤΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΩΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΕΥΚΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΗ ΤΟ ΠΟΘΟΥΜΕΝΟΝ ΔΙ' ΕΝΟΣ ΑΠΛΟΥΣΤΑΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ: Η ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΒΟΥΛΗ ΑΙΡΟΜΕΝΗ ΕΙΣ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΟΥΣΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΛΑΪΚΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗΝ, ΠΡΟΚΗΡΥΣΣΕΙ, ΛΑΪΚΩ ΔΙΚΑΙΩ, ΜΕ ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ, ΕΚΛΟΓΑΣ ΔΙΑ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ! ΤΟΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ ΝΑ ΓΙΝΗ ΚΑΙ ΟΣΟΝ ΤΑΧΥΤΕΡΟΝ ΤΟΣΟΝ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟΝ!
ΠΑΝ. ΜΑΡΙΝΗΣ
Γ. Σωτηρέλης-Σύνταγμα και πολιτική
Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
{Το κείμενο αυτό είναι η εισαγωγική ομιλία του καθηγητή Γιώργου Σωτηρέλη στο στρογγυλό τραπέζι με το οποίο έκλεισε το ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στο Βόλο (25-26.3.2011). Περιέχει, πέρα από μια συνοπτική αποτίμηση του Συμποσίου, βασικές σκέψεις για την σχέση Συντάγματος - Πολιτικής στην εποχή του «μνημονίου», ειδικότερα δε για τις δυνατότητες και τα περιθώρια που διαθέτει σήμερα η συνταγματική πολιτική να δώσει συγκεκριμένες και πρόσφορες απαντήσεις, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος, στην προϊούσα πολύπλευρη κρίση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος.}
Το ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου μας ήταν αναμφισβήτητα το πλουσιότερο όλων, τόσο από την άποψη των συμμετοχών όσο και από την άποψη των επί μέρους θεματικών που αναπτύχθηκαν. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι εντυπωσιακό. Εξαιρετικές και ιδιαίτερα γλαφυρές εισηγήσεις, που ανέδειξαν τη σημασία και τις προοπτικές μιας πολύπλευρης διεπιστημονικής προσέγγισης, αλλά και υψηλού επιπέδου παρεμβάσεις, πολλές από τις οποίες από νεότατους συναδέλφους, αφενός μεν έθεσαν επί τάπητος ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σφράγισαν την εξέλιξη της συνταγματικής μας πραγματικότητας κατά την τελευταία τριακονταπενταετία και αφετέρου ψηλάφησαν και προέβαλαν ανάγλυφα τα αίτια τόσο της γενικότερης κρίσης που ταλανίζει την σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία μας όσο και της ειδικότερης, της συνταγματικής κρίσης, όπως αυτή εστιάσθηκε, ιδίως, στην προϊούσα πολύπλευρη αμφισβήτηση των νομιμοποιητικών θεμελίων του πολιτικού αλλά και του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος, με επίκεντρο την κατάρρευση των δημοσιονομικών του κράτους και την επιβολή του μνημονίου.
Επιχειρήσαμε –και νομίζω επιτύχαμε– με τις συζητήσεις αυτού του Συμποσίου να θέσουμε το γενικό πλαίσιο μιας συζήτησης που αφορά την συνολική αποτίμηση της δεύτερης μεγάλης περιόδου δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας που γνώρισε ο τόπος κατά την εξέλιξη της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας του.
Η συσχέτιση με την προηγούμενη περίοδο κοινοβουλευτικής και δημοκρατικής ομαλότητας, που άρχισε το 1864 και τέλειωσε το 1909, δεν είναι καθόλου τυχαία. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το πολιτικό σύστημα βίωνε μια βαθιά και πολύπλευρη κρίση, παρόμοια με την σημερινή, που ήταν και εκείνη στενά συνδεδεμένη, όπως αναλύθηκε ήδη, με μια ανάλογη οικονομική κρίση αλλά και γενικότερα με συνθήκες εθνικής ταπείνωσης. Η διέξοδος που δόθηκε τότε είναι γνωστή: το κίνημα στο Γουδί, η έλευση του Βενιζέλου και η ευρεία συνταγματική αναθεώρηση του 1911 έδωσαν διέξοδο στην επί μακρόν υποβόσκουσα αμφισβήτηση της λειτουργίας του τότε συνταγματικού πολιτεύματος και σηματοδότησαν μια ευρύτατη προσπάθεια ανάταξης και αναζωογόνησης της πολιτικής και συνταγματικής ζωής – ανοίγοντας όμως, δυστυχώς, και έναν κύκλο συχνών στρατιωτικών παρεμβάσεων, που θα τελείωνε, ελπίζουμε οριστικά, μόλις το 1974.
Οι συνθήκες σήμερα είναι ίσως ακόμη χειρότερες από εκείνες των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ενώ οι προοπτικές μιας ριζικής και ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, αντίστοιχης με εκείνη του 1909, δεν φαίνονται δυστυχώς στον ορίζοντα. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί καθόλου την σημασία ούτε της αποτίμησης της συνταγματικής πραγματικότητας της περιόδου που εξετάζουμε αλλά ούτε και της αναζήτησης λύσεων που συνδέονται άλλοτε με την εφαρμογή και άλλοτε με την αλλαγή του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου. Κάθε άλλο μάλιστα. Μόνο μια διαδικασία βασανιστικής ιστορικής και θεσμικής αυτογνωσίας μπορεί να αναδείξει ένα φάσμα πιθανών λύσεων, στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί μια θαρραλέα συνταγματική πολιτική, είτε στο πεδίο μιας προσφορότερης νομοθετικής εξειδίκευσης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων –που συνήθως υποτιμάται στην σχετική συζήτηση– είτε στο πεδίο της αναθεώρησης του ίδιου του Συντάγματος.
Ποια είναι όμως τα όρια και τα περιθώρια μιας τέτοιας συνταγματικής πολιτικής στην τόσο κρίσιμη σημερινή ιστορική συγκυρία; Και ειδικότερα: με δεδομένο το πόσο προσφιλείς είναι, σε περιόδους πολιτικής αμηχανίας, οι κινήσεις εντυπωσιασμού γύρω από το Σύνταγμα, είναι πράγματι απαραίτητη μια γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος;
Στο σημείο αυτό απαιτείται νομίζω μια πολύ προσεκτική και ζυγισμένη απάντηση, διότι ελλοχεύουν δύο κίνδυνοι:
Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος του συνταγματικού λαϊκισμού. Ο κίνδυνος δηλαδή να θεωρηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος πανάκεια, διά «πάσαν νόσον» του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, και να μετατεθεί στο μέλλον, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, η επίλυση των σοβαρότατων σημερινών προβλημάτων. Αυτή η τάση «μυθοποίησης» του Συντάγματος, βολεύει συχνά τα κόμματα προκειμένου να προβάλουν ευσχήμως άλλοθι για αδράνεια ή ανικανότητα ή απροθυμία συνεργασίας. Επιπλέον, δε, συσκοτίζει την πολιτική πραγματικότητα και δημιουργεί ποικίλες ψευδαισθήσεις, που τραυματίζουν περαιτέρω την αξιοπιστία των θεσμών και υπονομεύουν την δυνατότητα πρόσφορων απαντήσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης τους. Οι ψευδαισθήσεις μάλιστα αυτές επιτείνονται από διάφορους δημοσιολογούντες (πολιτικούς, δημοσιογράφους και διανοουμένους) που δεν αρκούνται στην συνταγματική αναθεώρηση αλλά αναφέρονται διαρκώς και με έμφαση στην ανάγκη «συντακτικής συνέλευσης», την οποία αναγορεύουν μάλιστα στην μοναδική λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι, όμως, όχι μόνον υπερεκτιμούν, ως μη ώφειλαν, τα –περιορισμένα– περιθώρια επίδρασης του Συντάγματος στην πολιτική πραγματικότητα αλλά και επιδεικνύουν παχυλή άγνοια για το ότι μια τέτοια «συντακτική συνέλευση» προϋποθέτει είτε επανάσταση είτε πραξικόπημα…
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η πλήρης και απόλυτη συνταγματική επανάπαυση. Το να οχυρωθούμε δηλαδή πίσω από μια αξιωματικά διατυπούμενη άποψη ότι τίποτε δεν έχει να συνεισφέρει μια συνταγματική αναθεώρηση στην αντιμετώπιση της σοβούσας κρίσης, με κύριο επιχείρημα ότι μια τέτοια αντιμετώπιση είναι προεχόντως έργο των πολιτικών δυνάμεων, οι όποιες πολιτικές επιλογές των οποίων δεν εμποδίζονται επ’ουδενί από το ισχύον Σύνταγμα. Έτσι, κατά την άποψη αυτή, το Σύνταγμα πρέπει εν τέλει να στεγανοποιηθεί από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία, να αποκοπεί από οποιονδήποτε πολιτικό προβληματισμό για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και να αφεθεί «ήσυχο» προκειμένου να επιτελεί μια απλώς «διαδικαστική» –εν τέλει– λειτουργία. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για μια λογική «ουδετεροποίησης» του Συντάγματος, που κατά την άποψή μου εθελοτυφλεί και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση του αξιακού και συμβολικού φορτίου του, στην περιθωριοποίηση του ρόλου του, ως συνεκτικού στοιχείου ενός μεταβαλλόμενου –και κλυδωνιζόμενου– κοινωνικού σχηματισμού, στην αδρανοποίηση του εγγυητικού του χαρακτήρα απέναντι στον επελαύνοντα «φονταμενταλισμό των αγορών», σε τελευταία δε ανάλυση στην υποτίμηση του σύγχρονου συνταγματισμού ως κρίσιμης συνιστώσας των εν εξελίξει ιδεολογικοπολιτικών αναζητήσεων.
Έχοντας λοιπόν συναίσθηση των εν λόγω κινδύνων, θα επιχειρήσω μια πρώτη απάντηση, ξεκινώντας από μια βασική διαπίστωση:
Το Σύνταγμα του 1975 όχι μόνον είναι ένα καλό Σύνταγμα αλλά και ανήκει στην κατηγορία των Συνταγμάτων που σφραγίζουν μια ολόκληρη εποχή. Όντας απόρροια της μεταπολίτευσης, η οποία αποτελεί ορόσημο για την σύγχρονη συνταγματική ιστορία μας, συνέβαλε τα μέγιστα στην υπέρβαση των μετεμφυλιακών ψυχώσεων ενός πολλαπλά κηδεμονευόμενου πολιτεύματος. Με καθυστέρηση 30 χρόνων η συνταγματική μας τάξη αντιστοιχήθηκε επιτέλους, με τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά συνταγματικά δεδομένα, ενσωματώνοντας, μέσω ευρύτατων συναινέσεων, προωθημένες δημοκρατικές, δικαιοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις.
Η μόνη παραφωνία, η οποία έδωσε εν τέλει και τον τόνο στη διαδικασία ψήφισης του Συντάγματος, αφορούσε την κραυγαλέα πολιτική επιλογή της τότε ηγεσίας της «Νέας Δημοκρατίας» να κηδεμονεύσει τις επερχόμενες εξελίξεις, εξοπλίζοντας τον αιρετό –πλέον– ανώτατο άρχοντα με ορισμένες υπέρμετρες, υπό το πρίσμα ενός συστήματος «προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», αρμοδιότητες (που χαρακτηρίσθηκαν «υπερεξουσίες»). Παρότι δε οι αρμοδιότητες αυτές δεν ασκήθηκαν –και απλώς χρησιμοποιήθηκαν σαν μέσο πίεσης– η συνταγματική πολιτική της αναθεώρησης του 1986 επικεντρώθηκε στην δραστική και μάλλον ακραία συρρίκνωση του ρόλου του προέδρου, με αντίστοιχη ενίσχυση του ρόλου του πρωθυπουργού. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκατασταθεί μεν ένας γνησιότερος κοινοβουλευτικός χαρακτήρας στο πολίτευμα, πλην όμως με δυσμενείς επιπτώσεις ως προς τους «ελέγχους και τις ισορροπίες» του συστήματος.
Σε αντίθεση με την μονοθεματική αναθεώρηση του 1986, αυτή του 2001 υπήρξε μεν ευρεία αλλά χωρίς τόλμη και ευκρινές πολιτικό στίγμα. Ξεκίνησε από το ΠΑΣΟΚ το 1995, με σαφώς ριζοσπαστική στοχοθεσία –που μπορούσε μάλιστα να πραγματωθεί λόγω του ευνοϊκού, τότε, συσχετισμού δυνάμεων– αλλά εκφυλίσθηκε στη συνέχεια σε μια αδιάφορη, διεκπεραιωτική και αποσπασματική διαδικασία, προσανατολισμένη μονόπλευρα σε συμβιβασμούς με την Νέα Δημοκρατία. Ως εκ τούτου επέφερε μεν ορισμένες όχι αμελητέες βελτιώσεις αλλά σε γενικές γραμμές κινήθηκε σε ένα «καθεστωτικό» πλαίσιο και δεν άκουσε την βουή των επερχόμενων γεγονότων. Υπήρξε άχρωμη, άτολμη και εθελότυφλη ως προς την αντιμετώπιση κρίσιμων παθογενειών του πολιτικού συστήματος, που είχαν ήδη αναδειχθεί και επισημανθεί, αλλά και εμφανών υστερήσεων, όπως αυτή της ρύθμισης των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας. Επιπλέον, δε, υπήρξε και ιδιαίτερα φλύαρη, με πολλές σχοινοτενείς ή ακόμη και περιττές διατάξεις, οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με τον συνοπτικό και ελλειπτικό χαρακτήρα του Συντάγματος.
Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε εν πολλοίς ένα επιτυχημένο Σύνταγμα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσής του, ιδίως εν όψει των προβλημάτων που ανέδειξε η πρόσφατη και πολλαπλά τραυματική εμπειρία της οικονομικής κρίσης και του «μνημονίου». Αρκεί οι όποιες αλλαγές να αποτελέσουν αντικείμενο μιας ισορροπημένης συνταγματικής πολιτικής, που ναι μεν θα χαρακτηρίζεται από περίσκεψη και φειδώ –εκκινώντας από τον σεβασμό στην συνταγματική μας παράδοση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Συντάγματος– αλλά ταυτόχρονα θα σηματοδοτεί μια νέα πορεία ανάταξης του πολιτικού συστήματος, με καίριες και ρηξικέλευθες απαντήσεις στις προκλήσεις των καιρών. Μόνο τέτοιες αλλαγές, και όχι η προσχηματική χρήση του Συντάγματος, μπορούν να επισφραγίσουν, συμβολικά και ουσιαστικά, το διαρκώς –πλην ματαίως– εξαγγελλόμενο «τέλος της μεταπολίτευσης»...
Αφετηρία μιας τέτοιας προσέγγισης πρέπει να αποτελέσει η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης (άρθρο 110 Σ), η οποία είναι υπερβολικά δυσκίνητη αλλά και μπορεί, με βάση την κρατούσα ερμηνεία, να επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις στην δεύτερη φάση της αναθεώρησης, με την εξειδίκευση του περιεχομένου μιας τροποποίησης κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που είχε συμφωνηθεί ή διαφανεί στην πρώτη φάση της (όπως συνέβη με την επιβολή του επαγγελματικού ασυμβιβάστου στην αναθεώρηση του 2001, παρότι κάτι τέτοιο δεν περιλαμβανόταν στις κατευθύνσεις και στις προτάσεις που είχαν διαμορφωθεί κατά την πρώτη φάση της αναθεώρησης).
Ως εκ τούτου, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι δικαιολογημένη η επιφυλακτικότητα πολλών κομμάτων, ιδίως της Αριστεράς, να δεχθούν την συμπερίληψη ορισμένων συνταγματικών άρθρων (όπως πχ το 16) στα αναθεωρητέα, διότι κανείς δεν ξέρει ποιος θα είναι ο συσχετισμός μετά τις εκλογές και ποιες θα είναι οι τελικές αποφάσεις (και μάλιστα με πλειοψηφία 50% + 1) ως προς το περιεχόμενο της τροποποίησής τους. Εν όψει όλων αυτών των προβλημάτων έχει ωριμάσει πλέον η ιδέα ότι μπορεί και επιβάλλεται να τροποποιηθεί η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης, προκειμένου αυτή να μπορεί να ολοκληρώνεται σε μια Βουλή, με δύο ψηφοφορίες που θα απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα (και με πλειοψηφία 3/5 σε αμφότερες).
Από εκεί και πέρα, μια συνταγματική πολιτική, όπως την προσδιορίσαμε, θα μπορούσε να κινηθεί στις ακόλουθες ιδίως κατευθύνσεις:
Α. Η πρώτη περιλαμβάνει τις αλλαγές που αφορούν την «τιμή» του πολιτικού κόσμου και φαίνεται να συγκεντρώνουν ευρύτατη συναίνεση.
Πρόκειται, κατ’ αρχάς, για την κατάργηση των συνταγματικών προνομίων των βουλευτών και των υπουργών ως προς την ποινική τους αντιμετώπιση, η οποία, πλέον, έχει καταντήσει να είναι περισσότερο πολιτική αντιμετώπιση, τόσο στα θέματα της ασυλία των βουλευτών όσο και στα θέματα της ποινικής δίωξης των υπουργών. Οι όποιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να γίνουν με αυτοσυγκράτηση, διότι η δικομανία και η ροπή προς την υπερβολή μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Χρειάζεται, ως ασφαλιστική δικλείδα, ένας μηχανισμός διήθησης, συγκροτούμενος κατά την άποψή μου αποκλειστικά από δικαστές (πχ η ολομέλεια εφετών της πρωτεύουσας), ο οποίος –και μόνον αυτός– θα δίνει το πράσινο φως για την άσκηση ποινικής δίωξης.
Έντονος είναι ο προβληματισμός και ως προς τις εξεταστικές επιτροπές, στις οποίες θα ήταν μάλλον χρήσιμο να συμμετέχουν και ορισμένες ανεξάρτητες προσωπικότητες εκτός Βουλής, ώστε να περιορισθούν τα περιθώρια μικροκομματικών επιλογών.
Σύγκλιση παρατηρείται, τέλος, και ως προς την αλλαγή του τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης, με προτιμότερη μάλλον την άποψη να αντιστοιχηθεί κατά κάποιο τρόπο προς την επιλογή της ηγεσίας των ανεξάρτητων αρχών. Ως εκ τούτου, η σχετική αρμοδιότητα θα μπορούσε να αφαιρεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και να ανατεθεί σε όργανο υψηλού κύρους της Βουλής –πχ στη Διάσκεψη των Προέδρων ή στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας– το οποίο θα αποφασίζει με ομοφωνία (ή, άλλως, με αυξημένη πλειοψηφία 4/5), μετά από πρόταση πολλαπλάσιου αριθμού υποψηφίων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ασφαλιστική δε δικλείδα, αν υπάρξει κωλυσιεργία ή δυστοκία, θα μπορούσε να είναι η ανάθεση της εν λόγω αρμοδιότητας, μετά την παρέλευση συγκεκριμένης προθεσμίας, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
.
Β. Η δεύτερη κατεύθυνση της αναθεώρησης είναι η δυσκολότερη, διότι απαιτεί υπέρβαση αγκυλώσεων και εγκατάλειψη στερεοτύπων και βεβαιοτήτων. Ωστόσο, ο σχετικός προβληματισμός είναι πλέον επιτακτικός, ενόψει και των προϊουσών ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Στο πλαίσιο αυτό θα επιχειρήσω να συνοψίσω –και να επικαιροποιήσω– τις σπουδαιότερες από τις προτάσεις που έχω διατυπώσει εν όψει της αναθεώρησης του 2001[4], ως βασική ατζέντα μιας πράγματι μεταρρυθμιστικής συνταγματικής πολιτικής, οι οποίες είναι οι ακόλουθες:
α. Πρώτη προτεραιότητα νομίζω ότι πρέπει να θεωρηθεί η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας και των συμμετοχικών μας θεσμών, ως αντίβαρο στην σοβούσα κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος. Σημαντικότερο μέτρο θα ήταν, υπό αυτό το πρίσμα, ο εμβολιασμός της πολιτικής μας ζωής με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία), προκειμένου να τονωθούν τα κουρασμένα αντανακλαστικά της πολιτικοποίησης και της συμμετοχής στα κοινά. Το προβλεπόμενο σήμερα δημοψήφισμα είναι γράμμα νεκρό. Η σχετική πρωτοβουλία πρέπει να ανήκει στην κυβέρνηση, όπως ισχύει σήμερα, στην Βουλή –με πρόταση 2/5 αλλά όχι με έγκριση των 3/5– και επιπλέον τόσο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως πριν από την αναθεώρηση του 1986, όσο και στον ίδιο τον λαό, με συγκέντρωση συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών (αλλά και με ορισμένες εγγυήσεις, ιδίως ως προς την διατύπωση των ερωτημάτων και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων). Ιδιαίτερη έμφαση, μάλιστα, πρέπει να δοθεί στα δημοψηφίσματα για σοβαρούς περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας, περιλαμβανομένων και αυτών που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η νομιμοποίηση της οποίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται, όπως έως σήμερα, σαν υπόθεση των «ειδημόνων» και των «τεχνικών της εξουσίας» αλλά ως γνήσια έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Εξόχως διδακτική, άλλωστε, επ’αυτού, είναι η πρόσφατη τραυματική εμπειρία του «μνημονίου», ως προς το οποίο, παρότι συνεπάγεται εμφανώς συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας, όχι μόνον δεν διεξήχθη δημοψήφισμα αλλά ούτε καν υπήρξε μέριμνα ώστε για την ψήφισή του να απαιτηθούν –κατά το άρθρο 28 Σ– τα 3/5 της Βουλής. Πράγματι, αν το «μνημόνιο» είχε εγκριθεί –που θα είχε εγκριθεί στην συγκυρία που καταρτίσθηκε– είτε με δημοψήφισμα είτε, έστω, με πλειοψηφία των 3/5 (οπότε έπρεπε να λάβει και την κατάλληλη προς τούτο νομική μορφή), αφ’ ενός μεν θα είχε την δημοκρατική νομιμοποίηση που απαιτείτο (και που έπρεπε πάντως να επαναλαμβάνεται από την Βουλή και ως προς την επικαιροποίησή του…) αφ’ ετέρου δε θα είχαν αποφευχθεί οι λαϊκίστικοι λεονταρισμοί ορισμένων, οι οποίοι δεν διστάζουν σήμερα, παρά τις τεράστιες ευθύνες τους, να εμφανίζονται σαν τιμητές.
β. Εξ ίσου σημαντική προβάλλει πλέον και η συνταγματική θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που υφίστανται μια ολοένα εντεινόμενη υπονόμευση από τις δυνάμεις τις αγοράς (με αποκορύφωμα βέβαια τα μέτρα που λήφθηκαν βάσει του «μνημονίου»). Η ρητή –και ορθή– αναγνώριση του κοινωνικού κράτους, στην τελευταία αναθεώρηση, δυστυχώς δεν αποδείχθηκε αρκετή. Πρέπει λοιπόν να συμπληρωθεί αφ’ ενός με την ενίσχυση της πολλαπλά βαλλόμενης συλλογικής αυτονομίας (προκειμένου να διασωθούν τουλάχιστον ορισμένες θεμελιώδεις κατακτήσεις του παγκόσμιου εργατικού κινήματος) και αφ’ ετέρου με την κατοχύρωση ενός «εγγυημένου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης». Ο όρος είναι κατά πολύ ευρύτερος του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», που συζητείται κατά καιρούς, διότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει κάθε είδους παροχές και μέτρα κοινωνικής προστασίας. Ως εκ τούτου μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο όλων των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, καθιερώνοντας ένα είδος σκληρού πυρήνα τους, ενισχύοντας δηλαδή τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους και καθιστώντας περισσότερο απτή και διεκδικήσιμη –πολιτικά και δικαστικά– την κοινωνική δικαιοσύνη.
γ. Στα ανωτέρω πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί και μια νέα συνταγματική διευθέτηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, ώστε να ξεπερασθεί ο μόνος σοβαρός αντιδημοκρατικός και αντιδικαιοκρατικός αναχρονισμός που παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1975. Έως τώρα η Νέα Δημοκρατία έχει αρνηθεί τον σχετικό διάλογο με την –εξόχως φιλελεύθερη…– στάση: «ό,τι πει η επίσημη εκκλησία» (ήδη, δε, ορισμένα κακέκτυπα του μακαριστού Χριστόδουλου, που εκπροσωπούν πλέον την «δεξιάν του κυρίου»…). Πολλώ δε μάλλον ούτε αυτοκριτική έχει κάνει για την έως τώρα απαράδεκτη στάση της (με αποκορύφωμα το θέμα των ταυτοτήτων) αλλά ούτε και έχει βρει το θάρρος να επιχειρήσει κάποια ρήξη με τις θεοκρατικές αντιλήψεις που την καταδυναστεύουν. Δυστυχώς, βέβαια, ούτε το ΠΑΣΟΚ προβάλλει καθαρές θέσεις, έχοντας εγκλωβισθεί, για μεγάλο διάστημα, στα προσχήματα και τις υπεκφυγές που κυριάρχησαν στην προηγούμενη αναθεώρηση, οπότε χάθηκε χρυσή ευκαιρία να λήξει αυτή η ιστορική εκκρεμότητα. Ελπίζω ότι η σημερινή του ηγεσία θα επιμείνει στην ανάδειξη του θέματος, αποσαφηνίζοντας τη στάση της και διατυπώνοντας μια ολοκληρωμένη πρόταση που θα αποβλέπει –με όρους τιμής και σεβασμού στην θρησκευτική μας παράδοση– τόσο στην αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους όσο και στην αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας…
Γ. Ακούστηκαν βέβαια στον έως τώρα δημόσιο διάλογο, εν μέρει δε και στο Συμπόσιο, και άλλες προτάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, έστω και ως εν μέρει μόνον εφαρμόσιμες:
α. Για παράδειγμα θα ήταν δυνατόν, στο πλαίσιο του ισχύοντος –και μη αναθεωρήσιμου στο σημείο αυτό– πολιτεύματος της προεδρευόμενης δημοκρατίας, να καθιερωθεί άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (όπως π.χ. στην Πορτογαλία, την Αυστρία και την Φιλανδία), ακόμη και με μερική επαναφορά αρμοδιοτήτων που του αφαίρεσε η αναθεώρηση του 1986 (η οποία επαναφορά ούτως ή άλλως φαίνεται χρήσιμη, για την διασφάλιση «ελέγχων και ισορροπιών στο πλαίσιο της εκτελεστικής εξουσίας). Ωστόσο η άμεση εκλογή δεν είναι δυνατόν να συνδυασθεί με επαναφορά του συνόλου των αρχικών αρμοδιοτήτων, όπως υπονοούν κάποιοι, διότι τότε το πολίτευμά μας θα μετέπιπτε σε «ημιπροεδρική δημοκρατία», τύπου Γαλλίας, την οποία όμως αποκλείει ο μη αναθεωρήσιμος χαρακτήρας της διάταξης περί «προεδρευόμενης δημοκρατίας».
Κατά την άποψή μου, πάντως, άμεση εκλογή θα ήταν χρήσιμο να προταθεί μόνο αν δεν συμπληρώνεται η πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής, ως εναλλακτική λύση αντί των εκλογών, για την ενεργοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας.
β. Επίσης θεωρώ ότι στην κοινοβουλευτική μας παράδοση, όπως έχει διαμορφωθεί υπό το ισχύον (και επίσης μη αναθεωρήσιμο) κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν συνάδει η καθιέρωση πλήρους ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Με δεδομένο όμως ότι ο σχετικός προβληματισμός δεν στερείται βάσεως, τίποτε δεν αποκλείει την καθιέρωση ενός ειδικού περιορισμού (πχ ενός ποσοστού 5%), ως προς τα μέλη της Βουλής που θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκτελεστική εξουσία, όπως ισχύει στην Αγγλία.
Δ. Τέλος, επιμέρους αλλαγές μπορούν να γίνουν και σε άλλους τομείς, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση ότι δεν μπορούν να αρχίσουν μεταρρυθμιστικές τομές σε επίπεδο νομοθεσίας:
Δεν χρειαζόταν, για παράδειγμα, νέα συνταγματική αλλαγή για να πραγματοποιηθούν οι σημαντικές τομές που έγιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση ή για να αποκατασταθεί η βάναυσα τρωθείσα αξιοκρατίας στη Δημόσια Διοίκηση. Επίσης, δεν προαπαιτείται αναθεώρηση ούτε για μια βαθιά τομή στο κράτος, προς την κατεύθυνση της επιτελικής διοίκησης, ούτε για την ριζική αναδιοργάνωση των ΔΕΚΟ αλλά ούτε και για μια σοβαρή αλλαγή στη δικαιοσύνη (που έχει ήδη δρομολογηθεί) ή στο Πανεπιστήμιο (που εκκρεμεί, αλλά με ορισμένες συνταγματικά ατυχείς, κατά την άποψή μου, προτάσεις).
Δεν χρειάζεται αναθεώρηση για την καθιέρωση εκλογικού νόμου που θα απαλλάξει την πολιτική ζωή από την καταδυνάστευση του σταυρού προτίμησης, ο οποίος οδηγεί, παρά τις όποιες τιμητικές εξαιρέσεις, στην άκρατη βουλευτοκρατία, στην έξαρση του πελατειασμού, στον εκμαυλισμό συνειδήσεων και στην καταθλιπτική επιρροή του μαύρου χρήματος και των διαπλεκόμενων συμφερόντων.
Ωστόσο, με την αναθεώρηση θα μπορούσαν ενδεχομένως να επισφραγισθούν, να θωρακισθούν ή να διευκολυνθούν περαιτέρω τέτοιες αλλαγές:
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποσαφηνισθεί ο ρόλος της αυτοδιοίκησης, ως ισότιμου προς την αποκεντρωμένη διοίκηση κρατικού θεσμού, προκειμένου να ξεπερασθούν αρτηριοσκληρωτικές αντιδράσεις της κεντρικής διοίκησης και του Συμβουλίου Επικρατείας. Επίσης θα μπορούσε να προβλεφθεί η δυνατότητα φορολογικής αποκέντρωσης, ως προς τους ΟΤΑ, αλλά και η καθιέρωση μιας μορφής νομοθετικής πρωτοβουλίας ως προς τους νέους θεσμικούς φορείς της αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (που θα αντικαταστήσουν την ΚΕΔΚΕ και την ΕΝΑΕ).
Θα μπορούσε επίσης να αποφασισθεί μια συνταγματική ενθάρρυνση της κοινωνίας των πολιτών, με συμβολικό κυρίως αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα, προκειμένου να ενισχυθούν, ιδίως, οι ποικίλες μορφές εθελοντισμού και εναλλακτικής πολιτικής συμμετοχής.
Θα ήταν ακόμη χρήσιμο, υπό κάποιες προϋποθέσεις και εφ’ όσον προηγηθούν άλλες αναγκαίες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, να διασφαλισθεί και συνταγματικά μια μεγαλύτερη ευελιξία στη λειτουργία των Πανεπιστημίων, χωρίς όμως να αναιρεθεί ο δημόσιος χαρακτήρας τους, καθώς και η αυτοδιοίκηση και το άσυλο, που αποτελούν μείζονες εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας (και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται αλλά και να ρυθμίζονται). Μια τέτοια ευέλικτη νομική μορφή θα επιτρέπει σε καταξιωμένα μη κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια του εξωτερικού να λειτουργήσουν χωρίς προβλήματα στην Ελλάδα, αν βέβαια υπάρξουν σχετικές σοβαρές προτάσεις, ενώ θα αποτρέπει, ταυτόχρονα, την μετατροπή της ανώτατης εκπαίδευσης σε μια μορφή πολυκέφαλου και αφερέγγυου ιδιωτικού ΙΕΚ.
Θα μπορούσαμε, επίσης, αντί να φθάσουμε στην ακραία και ξένη προς την συνταγματική μας παράδοση λύση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που εγκυμονεί ίσως περισσότερα προβλήματα από αυτά που καλείται να επιλύσει, να συζητήσουμε –ως επιστέγασμα μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στην δικαιοσύνη– μια αναθεωρητική πρόταση για την καθιέρωση κάποιων μορφών προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, από το ήδη προβλεπόμενο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, μετά από παραπομπή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του για την έκδοση των νόμων, που ενέχει, ούτως ή άλλως, και έλεγχο συνταγματικότητας).
Θα ήταν σκόπιμο, τέλος, να αναζητηθεί μια συνταγματική διατύπωση η οποία θα διασφαλίζει την εσωκομματική δημοκρατία, ως γενική αρχή που θα αποτρέπει τον κίνδυνο αυταρχικών και αρχηγικών παρεκτροπών, τόσο γενικά όσο και ως προς την ανάδειξη των υποψηφίων, ιδίως εν όψει και της επιβαλλόμενης, κατά τα ανωτέρω, κατάργησης του σταυρού προτίμησης (ο κίνδυνος αυτός, πάντως, προβάλλεται στο σημείο αυτό μάλλον καθ’ υπερβολήν –όταν δεν προβάλλεται υποβολιμαία…– διότι είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία ανάδειξης των υποψηφίων που θα οδηγήσει αναπόφευκτα τα κόμματα, εκόντα άκοντα, σε ενίσχυση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών τους)
Συμπερασματικά, ενώ υπάρχουν σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που μπορούν να προχωρήσουν με το ισχύον Σύνταγμα, είναι τουλάχιστον άκαιρο και μάλλον παραπλανητικό να μεταθέτουμε την πραγματοποίηση των απαιτούμενων αλλαγών στο μέλλον, με πρόσχημα την συνταγματική αναθεώρηση (το «στρίβειν δια του Συντάγματος» όπως έχει λεχθεί παραστατικά). Η κρίση είναι παρούσα και οι λύσεις για την αντιμετώπισή της πρέπει να αναζητηθούν και να δοθούν τώρα, διότι ενώ για τα οικονομικά μας αποδείχθηκε –ιδίως για τους ασθενέστερους– τραγωδία, για τα θεσμικά μπορεί πράγματι να αποδειχθεί ευκαιρία. Μια ευκαιρία που επιβάλλεται να αξιοποιηθεί αμέσως, στο μέγιστο δυνατό εύρος και με τη μέγιστη εφικτή συναίνεση, για να επισφραγισθεί αργότερα, στην ώρα της, με μια προσεκτική, μετρημένη και θεσμικά πρόσφορη συνταγματική αναθεώρηση.
http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
{Το κείμενο αυτό είναι η εισαγωγική ομιλία του καθηγητή Γιώργου Σωτηρέλη στο στρογγυλό τραπέζι με το οποίο έκλεισε το ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στο Βόλο (25-26.3.2011). Περιέχει, πέρα από μια συνοπτική αποτίμηση του Συμποσίου, βασικές σκέψεις για την σχέση Συντάγματος - Πολιτικής στην εποχή του «μνημονίου», ειδικότερα δε για τις δυνατότητες και τα περιθώρια που διαθέτει σήμερα η συνταγματική πολιτική να δώσει συγκεκριμένες και πρόσφορες απαντήσεις, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος, στην προϊούσα πολύπλευρη κρίση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος.}
Το ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου μας ήταν αναμφισβήτητα το πλουσιότερο όλων, τόσο από την άποψη των συμμετοχών όσο και από την άποψη των επί μέρους θεματικών που αναπτύχθηκαν. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι εντυπωσιακό. Εξαιρετικές και ιδιαίτερα γλαφυρές εισηγήσεις, που ανέδειξαν τη σημασία και τις προοπτικές μιας πολύπλευρης διεπιστημονικής προσέγγισης, αλλά και υψηλού επιπέδου παρεμβάσεις, πολλές από τις οποίες από νεότατους συναδέλφους, αφενός μεν έθεσαν επί τάπητος ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σφράγισαν την εξέλιξη της συνταγματικής μας πραγματικότητας κατά την τελευταία τριακονταπενταετία και αφετέρου ψηλάφησαν και προέβαλαν ανάγλυφα τα αίτια τόσο της γενικότερης κρίσης που ταλανίζει την σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία μας όσο και της ειδικότερης, της συνταγματικής κρίσης, όπως αυτή εστιάσθηκε, ιδίως, στην προϊούσα πολύπλευρη αμφισβήτηση των νομιμοποιητικών θεμελίων του πολιτικού αλλά και του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος, με επίκεντρο την κατάρρευση των δημοσιονομικών του κράτους και την επιβολή του μνημονίου.
Επιχειρήσαμε –και νομίζω επιτύχαμε– με τις συζητήσεις αυτού του Συμποσίου να θέσουμε το γενικό πλαίσιο μιας συζήτησης που αφορά την συνολική αποτίμηση της δεύτερης μεγάλης περιόδου δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας που γνώρισε ο τόπος κατά την εξέλιξη της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας του.
Η συσχέτιση με την προηγούμενη περίοδο κοινοβουλευτικής και δημοκρατικής ομαλότητας, που άρχισε το 1864 και τέλειωσε το 1909, δεν είναι καθόλου τυχαία. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το πολιτικό σύστημα βίωνε μια βαθιά και πολύπλευρη κρίση, παρόμοια με την σημερινή, που ήταν και εκείνη στενά συνδεδεμένη, όπως αναλύθηκε ήδη, με μια ανάλογη οικονομική κρίση αλλά και γενικότερα με συνθήκες εθνικής ταπείνωσης. Η διέξοδος που δόθηκε τότε είναι γνωστή: το κίνημα στο Γουδί, η έλευση του Βενιζέλου και η ευρεία συνταγματική αναθεώρηση του 1911 έδωσαν διέξοδο στην επί μακρόν υποβόσκουσα αμφισβήτηση της λειτουργίας του τότε συνταγματικού πολιτεύματος και σηματοδότησαν μια ευρύτατη προσπάθεια ανάταξης και αναζωογόνησης της πολιτικής και συνταγματικής ζωής – ανοίγοντας όμως, δυστυχώς, και έναν κύκλο συχνών στρατιωτικών παρεμβάσεων, που θα τελείωνε, ελπίζουμε οριστικά, μόλις το 1974.
Οι συνθήκες σήμερα είναι ίσως ακόμη χειρότερες από εκείνες των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ενώ οι προοπτικές μιας ριζικής και ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, αντίστοιχης με εκείνη του 1909, δεν φαίνονται δυστυχώς στον ορίζοντα. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί καθόλου την σημασία ούτε της αποτίμησης της συνταγματικής πραγματικότητας της περιόδου που εξετάζουμε αλλά ούτε και της αναζήτησης λύσεων που συνδέονται άλλοτε με την εφαρμογή και άλλοτε με την αλλαγή του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου. Κάθε άλλο μάλιστα. Μόνο μια διαδικασία βασανιστικής ιστορικής και θεσμικής αυτογνωσίας μπορεί να αναδείξει ένα φάσμα πιθανών λύσεων, στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί μια θαρραλέα συνταγματική πολιτική, είτε στο πεδίο μιας προσφορότερης νομοθετικής εξειδίκευσης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων –που συνήθως υποτιμάται στην σχετική συζήτηση– είτε στο πεδίο της αναθεώρησης του ίδιου του Συντάγματος.
Ποια είναι όμως τα όρια και τα περιθώρια μιας τέτοιας συνταγματικής πολιτικής στην τόσο κρίσιμη σημερινή ιστορική συγκυρία; Και ειδικότερα: με δεδομένο το πόσο προσφιλείς είναι, σε περιόδους πολιτικής αμηχανίας, οι κινήσεις εντυπωσιασμού γύρω από το Σύνταγμα, είναι πράγματι απαραίτητη μια γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος;
Στο σημείο αυτό απαιτείται νομίζω μια πολύ προσεκτική και ζυγισμένη απάντηση, διότι ελλοχεύουν δύο κίνδυνοι:
Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος του συνταγματικού λαϊκισμού. Ο κίνδυνος δηλαδή να θεωρηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος πανάκεια, διά «πάσαν νόσον» του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, και να μετατεθεί στο μέλλον, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, η επίλυση των σοβαρότατων σημερινών προβλημάτων. Αυτή η τάση «μυθοποίησης» του Συντάγματος, βολεύει συχνά τα κόμματα προκειμένου να προβάλουν ευσχήμως άλλοθι για αδράνεια ή ανικανότητα ή απροθυμία συνεργασίας. Επιπλέον, δε, συσκοτίζει την πολιτική πραγματικότητα και δημιουργεί ποικίλες ψευδαισθήσεις, που τραυματίζουν περαιτέρω την αξιοπιστία των θεσμών και υπονομεύουν την δυνατότητα πρόσφορων απαντήσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης τους. Οι ψευδαισθήσεις μάλιστα αυτές επιτείνονται από διάφορους δημοσιολογούντες (πολιτικούς, δημοσιογράφους και διανοουμένους) που δεν αρκούνται στην συνταγματική αναθεώρηση αλλά αναφέρονται διαρκώς και με έμφαση στην ανάγκη «συντακτικής συνέλευσης», την οποία αναγορεύουν μάλιστα στην μοναδική λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι, όμως, όχι μόνον υπερεκτιμούν, ως μη ώφειλαν, τα –περιορισμένα– περιθώρια επίδρασης του Συντάγματος στην πολιτική πραγματικότητα αλλά και επιδεικνύουν παχυλή άγνοια για το ότι μια τέτοια «συντακτική συνέλευση» προϋποθέτει είτε επανάσταση είτε πραξικόπημα…
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η πλήρης και απόλυτη συνταγματική επανάπαυση. Το να οχυρωθούμε δηλαδή πίσω από μια αξιωματικά διατυπούμενη άποψη ότι τίποτε δεν έχει να συνεισφέρει μια συνταγματική αναθεώρηση στην αντιμετώπιση της σοβούσας κρίσης, με κύριο επιχείρημα ότι μια τέτοια αντιμετώπιση είναι προεχόντως έργο των πολιτικών δυνάμεων, οι όποιες πολιτικές επιλογές των οποίων δεν εμποδίζονται επ’ουδενί από το ισχύον Σύνταγμα. Έτσι, κατά την άποψη αυτή, το Σύνταγμα πρέπει εν τέλει να στεγανοποιηθεί από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία, να αποκοπεί από οποιονδήποτε πολιτικό προβληματισμό για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και να αφεθεί «ήσυχο» προκειμένου να επιτελεί μια απλώς «διαδικαστική» –εν τέλει– λειτουργία. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για μια λογική «ουδετεροποίησης» του Συντάγματος, που κατά την άποψή μου εθελοτυφλεί και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση του αξιακού και συμβολικού φορτίου του, στην περιθωριοποίηση του ρόλου του, ως συνεκτικού στοιχείου ενός μεταβαλλόμενου –και κλυδωνιζόμενου– κοινωνικού σχηματισμού, στην αδρανοποίηση του εγγυητικού του χαρακτήρα απέναντι στον επελαύνοντα «φονταμενταλισμό των αγορών», σε τελευταία δε ανάλυση στην υποτίμηση του σύγχρονου συνταγματισμού ως κρίσιμης συνιστώσας των εν εξελίξει ιδεολογικοπολιτικών αναζητήσεων.
Έχοντας λοιπόν συναίσθηση των εν λόγω κινδύνων, θα επιχειρήσω μια πρώτη απάντηση, ξεκινώντας από μια βασική διαπίστωση:
Το Σύνταγμα του 1975 όχι μόνον είναι ένα καλό Σύνταγμα αλλά και ανήκει στην κατηγορία των Συνταγμάτων που σφραγίζουν μια ολόκληρη εποχή. Όντας απόρροια της μεταπολίτευσης, η οποία αποτελεί ορόσημο για την σύγχρονη συνταγματική ιστορία μας, συνέβαλε τα μέγιστα στην υπέρβαση των μετεμφυλιακών ψυχώσεων ενός πολλαπλά κηδεμονευόμενου πολιτεύματος. Με καθυστέρηση 30 χρόνων η συνταγματική μας τάξη αντιστοιχήθηκε επιτέλους, με τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά συνταγματικά δεδομένα, ενσωματώνοντας, μέσω ευρύτατων συναινέσεων, προωθημένες δημοκρατικές, δικαιοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις.
Η μόνη παραφωνία, η οποία έδωσε εν τέλει και τον τόνο στη διαδικασία ψήφισης του Συντάγματος, αφορούσε την κραυγαλέα πολιτική επιλογή της τότε ηγεσίας της «Νέας Δημοκρατίας» να κηδεμονεύσει τις επερχόμενες εξελίξεις, εξοπλίζοντας τον αιρετό –πλέον– ανώτατο άρχοντα με ορισμένες υπέρμετρες, υπό το πρίσμα ενός συστήματος «προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», αρμοδιότητες (που χαρακτηρίσθηκαν «υπερεξουσίες»). Παρότι δε οι αρμοδιότητες αυτές δεν ασκήθηκαν –και απλώς χρησιμοποιήθηκαν σαν μέσο πίεσης– η συνταγματική πολιτική της αναθεώρησης του 1986 επικεντρώθηκε στην δραστική και μάλλον ακραία συρρίκνωση του ρόλου του προέδρου, με αντίστοιχη ενίσχυση του ρόλου του πρωθυπουργού. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκατασταθεί μεν ένας γνησιότερος κοινοβουλευτικός χαρακτήρας στο πολίτευμα, πλην όμως με δυσμενείς επιπτώσεις ως προς τους «ελέγχους και τις ισορροπίες» του συστήματος.
Σε αντίθεση με την μονοθεματική αναθεώρηση του 1986, αυτή του 2001 υπήρξε μεν ευρεία αλλά χωρίς τόλμη και ευκρινές πολιτικό στίγμα. Ξεκίνησε από το ΠΑΣΟΚ το 1995, με σαφώς ριζοσπαστική στοχοθεσία –που μπορούσε μάλιστα να πραγματωθεί λόγω του ευνοϊκού, τότε, συσχετισμού δυνάμεων– αλλά εκφυλίσθηκε στη συνέχεια σε μια αδιάφορη, διεκπεραιωτική και αποσπασματική διαδικασία, προσανατολισμένη μονόπλευρα σε συμβιβασμούς με την Νέα Δημοκρατία. Ως εκ τούτου επέφερε μεν ορισμένες όχι αμελητέες βελτιώσεις αλλά σε γενικές γραμμές κινήθηκε σε ένα «καθεστωτικό» πλαίσιο και δεν άκουσε την βουή των επερχόμενων γεγονότων. Υπήρξε άχρωμη, άτολμη και εθελότυφλη ως προς την αντιμετώπιση κρίσιμων παθογενειών του πολιτικού συστήματος, που είχαν ήδη αναδειχθεί και επισημανθεί, αλλά και εμφανών υστερήσεων, όπως αυτή της ρύθμισης των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας. Επιπλέον, δε, υπήρξε και ιδιαίτερα φλύαρη, με πολλές σχοινοτενείς ή ακόμη και περιττές διατάξεις, οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με τον συνοπτικό και ελλειπτικό χαρακτήρα του Συντάγματος.
Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε εν πολλοίς ένα επιτυχημένο Σύνταγμα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσής του, ιδίως εν όψει των προβλημάτων που ανέδειξε η πρόσφατη και πολλαπλά τραυματική εμπειρία της οικονομικής κρίσης και του «μνημονίου». Αρκεί οι όποιες αλλαγές να αποτελέσουν αντικείμενο μιας ισορροπημένης συνταγματικής πολιτικής, που ναι μεν θα χαρακτηρίζεται από περίσκεψη και φειδώ –εκκινώντας από τον σεβασμό στην συνταγματική μας παράδοση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Συντάγματος– αλλά ταυτόχρονα θα σηματοδοτεί μια νέα πορεία ανάταξης του πολιτικού συστήματος, με καίριες και ρηξικέλευθες απαντήσεις στις προκλήσεις των καιρών. Μόνο τέτοιες αλλαγές, και όχι η προσχηματική χρήση του Συντάγματος, μπορούν να επισφραγίσουν, συμβολικά και ουσιαστικά, το διαρκώς –πλην ματαίως– εξαγγελλόμενο «τέλος της μεταπολίτευσης»...
Αφετηρία μιας τέτοιας προσέγγισης πρέπει να αποτελέσει η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης (άρθρο 110 Σ), η οποία είναι υπερβολικά δυσκίνητη αλλά και μπορεί, με βάση την κρατούσα ερμηνεία, να επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις στην δεύτερη φάση της αναθεώρησης, με την εξειδίκευση του περιεχομένου μιας τροποποίησης κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που είχε συμφωνηθεί ή διαφανεί στην πρώτη φάση της (όπως συνέβη με την επιβολή του επαγγελματικού ασυμβιβάστου στην αναθεώρηση του 2001, παρότι κάτι τέτοιο δεν περιλαμβανόταν στις κατευθύνσεις και στις προτάσεις που είχαν διαμορφωθεί κατά την πρώτη φάση της αναθεώρησης).
Ως εκ τούτου, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι δικαιολογημένη η επιφυλακτικότητα πολλών κομμάτων, ιδίως της Αριστεράς, να δεχθούν την συμπερίληψη ορισμένων συνταγματικών άρθρων (όπως πχ το 16) στα αναθεωρητέα, διότι κανείς δεν ξέρει ποιος θα είναι ο συσχετισμός μετά τις εκλογές και ποιες θα είναι οι τελικές αποφάσεις (και μάλιστα με πλειοψηφία 50% + 1) ως προς το περιεχόμενο της τροποποίησής τους. Εν όψει όλων αυτών των προβλημάτων έχει ωριμάσει πλέον η ιδέα ότι μπορεί και επιβάλλεται να τροποποιηθεί η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης, προκειμένου αυτή να μπορεί να ολοκληρώνεται σε μια Βουλή, με δύο ψηφοφορίες που θα απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα (και με πλειοψηφία 3/5 σε αμφότερες).
Από εκεί και πέρα, μια συνταγματική πολιτική, όπως την προσδιορίσαμε, θα μπορούσε να κινηθεί στις ακόλουθες ιδίως κατευθύνσεις:
Α. Η πρώτη περιλαμβάνει τις αλλαγές που αφορούν την «τιμή» του πολιτικού κόσμου και φαίνεται να συγκεντρώνουν ευρύτατη συναίνεση.
Πρόκειται, κατ’ αρχάς, για την κατάργηση των συνταγματικών προνομίων των βουλευτών και των υπουργών ως προς την ποινική τους αντιμετώπιση, η οποία, πλέον, έχει καταντήσει να είναι περισσότερο πολιτική αντιμετώπιση, τόσο στα θέματα της ασυλία των βουλευτών όσο και στα θέματα της ποινικής δίωξης των υπουργών. Οι όποιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να γίνουν με αυτοσυγκράτηση, διότι η δικομανία και η ροπή προς την υπερβολή μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Χρειάζεται, ως ασφαλιστική δικλείδα, ένας μηχανισμός διήθησης, συγκροτούμενος κατά την άποψή μου αποκλειστικά από δικαστές (πχ η ολομέλεια εφετών της πρωτεύουσας), ο οποίος –και μόνον αυτός– θα δίνει το πράσινο φως για την άσκηση ποινικής δίωξης.
Έντονος είναι ο προβληματισμός και ως προς τις εξεταστικές επιτροπές, στις οποίες θα ήταν μάλλον χρήσιμο να συμμετέχουν και ορισμένες ανεξάρτητες προσωπικότητες εκτός Βουλής, ώστε να περιορισθούν τα περιθώρια μικροκομματικών επιλογών.
Σύγκλιση παρατηρείται, τέλος, και ως προς την αλλαγή του τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης, με προτιμότερη μάλλον την άποψη να αντιστοιχηθεί κατά κάποιο τρόπο προς την επιλογή της ηγεσίας των ανεξάρτητων αρχών. Ως εκ τούτου, η σχετική αρμοδιότητα θα μπορούσε να αφαιρεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και να ανατεθεί σε όργανο υψηλού κύρους της Βουλής –πχ στη Διάσκεψη των Προέδρων ή στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας– το οποίο θα αποφασίζει με ομοφωνία (ή, άλλως, με αυξημένη πλειοψηφία 4/5), μετά από πρόταση πολλαπλάσιου αριθμού υποψηφίων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ασφαλιστική δε δικλείδα, αν υπάρξει κωλυσιεργία ή δυστοκία, θα μπορούσε να είναι η ανάθεση της εν λόγω αρμοδιότητας, μετά την παρέλευση συγκεκριμένης προθεσμίας, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
.
Β. Η δεύτερη κατεύθυνση της αναθεώρησης είναι η δυσκολότερη, διότι απαιτεί υπέρβαση αγκυλώσεων και εγκατάλειψη στερεοτύπων και βεβαιοτήτων. Ωστόσο, ο σχετικός προβληματισμός είναι πλέον επιτακτικός, ενόψει και των προϊουσών ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Στο πλαίσιο αυτό θα επιχειρήσω να συνοψίσω –και να επικαιροποιήσω– τις σπουδαιότερες από τις προτάσεις που έχω διατυπώσει εν όψει της αναθεώρησης του 2001[4], ως βασική ατζέντα μιας πράγματι μεταρρυθμιστικής συνταγματικής πολιτικής, οι οποίες είναι οι ακόλουθες:
α. Πρώτη προτεραιότητα νομίζω ότι πρέπει να θεωρηθεί η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας και των συμμετοχικών μας θεσμών, ως αντίβαρο στην σοβούσα κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος. Σημαντικότερο μέτρο θα ήταν, υπό αυτό το πρίσμα, ο εμβολιασμός της πολιτικής μας ζωής με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία), προκειμένου να τονωθούν τα κουρασμένα αντανακλαστικά της πολιτικοποίησης και της συμμετοχής στα κοινά. Το προβλεπόμενο σήμερα δημοψήφισμα είναι γράμμα νεκρό. Η σχετική πρωτοβουλία πρέπει να ανήκει στην κυβέρνηση, όπως ισχύει σήμερα, στην Βουλή –με πρόταση 2/5 αλλά όχι με έγκριση των 3/5– και επιπλέον τόσο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως πριν από την αναθεώρηση του 1986, όσο και στον ίδιο τον λαό, με συγκέντρωση συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών (αλλά και με ορισμένες εγγυήσεις, ιδίως ως προς την διατύπωση των ερωτημάτων και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων). Ιδιαίτερη έμφαση, μάλιστα, πρέπει να δοθεί στα δημοψηφίσματα για σοβαρούς περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας, περιλαμβανομένων και αυτών που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η νομιμοποίηση της οποίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται, όπως έως σήμερα, σαν υπόθεση των «ειδημόνων» και των «τεχνικών της εξουσίας» αλλά ως γνήσια έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Εξόχως διδακτική, άλλωστε, επ’αυτού, είναι η πρόσφατη τραυματική εμπειρία του «μνημονίου», ως προς το οποίο, παρότι συνεπάγεται εμφανώς συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας, όχι μόνον δεν διεξήχθη δημοψήφισμα αλλά ούτε καν υπήρξε μέριμνα ώστε για την ψήφισή του να απαιτηθούν –κατά το άρθρο 28 Σ– τα 3/5 της Βουλής. Πράγματι, αν το «μνημόνιο» είχε εγκριθεί –που θα είχε εγκριθεί στην συγκυρία που καταρτίσθηκε– είτε με δημοψήφισμα είτε, έστω, με πλειοψηφία των 3/5 (οπότε έπρεπε να λάβει και την κατάλληλη προς τούτο νομική μορφή), αφ’ ενός μεν θα είχε την δημοκρατική νομιμοποίηση που απαιτείτο (και που έπρεπε πάντως να επαναλαμβάνεται από την Βουλή και ως προς την επικαιροποίησή του…) αφ’ ετέρου δε θα είχαν αποφευχθεί οι λαϊκίστικοι λεονταρισμοί ορισμένων, οι οποίοι δεν διστάζουν σήμερα, παρά τις τεράστιες ευθύνες τους, να εμφανίζονται σαν τιμητές.
β. Εξ ίσου σημαντική προβάλλει πλέον και η συνταγματική θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που υφίστανται μια ολοένα εντεινόμενη υπονόμευση από τις δυνάμεις τις αγοράς (με αποκορύφωμα βέβαια τα μέτρα που λήφθηκαν βάσει του «μνημονίου»). Η ρητή –και ορθή– αναγνώριση του κοινωνικού κράτους, στην τελευταία αναθεώρηση, δυστυχώς δεν αποδείχθηκε αρκετή. Πρέπει λοιπόν να συμπληρωθεί αφ’ ενός με την ενίσχυση της πολλαπλά βαλλόμενης συλλογικής αυτονομίας (προκειμένου να διασωθούν τουλάχιστον ορισμένες θεμελιώδεις κατακτήσεις του παγκόσμιου εργατικού κινήματος) και αφ’ ετέρου με την κατοχύρωση ενός «εγγυημένου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης». Ο όρος είναι κατά πολύ ευρύτερος του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», που συζητείται κατά καιρούς, διότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει κάθε είδους παροχές και μέτρα κοινωνικής προστασίας. Ως εκ τούτου μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο όλων των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, καθιερώνοντας ένα είδος σκληρού πυρήνα τους, ενισχύοντας δηλαδή τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους και καθιστώντας περισσότερο απτή και διεκδικήσιμη –πολιτικά και δικαστικά– την κοινωνική δικαιοσύνη.
γ. Στα ανωτέρω πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί και μια νέα συνταγματική διευθέτηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, ώστε να ξεπερασθεί ο μόνος σοβαρός αντιδημοκρατικός και αντιδικαιοκρατικός αναχρονισμός που παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1975. Έως τώρα η Νέα Δημοκρατία έχει αρνηθεί τον σχετικό διάλογο με την –εξόχως φιλελεύθερη…– στάση: «ό,τι πει η επίσημη εκκλησία» (ήδη, δε, ορισμένα κακέκτυπα του μακαριστού Χριστόδουλου, που εκπροσωπούν πλέον την «δεξιάν του κυρίου»…). Πολλώ δε μάλλον ούτε αυτοκριτική έχει κάνει για την έως τώρα απαράδεκτη στάση της (με αποκορύφωμα το θέμα των ταυτοτήτων) αλλά ούτε και έχει βρει το θάρρος να επιχειρήσει κάποια ρήξη με τις θεοκρατικές αντιλήψεις που την καταδυναστεύουν. Δυστυχώς, βέβαια, ούτε το ΠΑΣΟΚ προβάλλει καθαρές θέσεις, έχοντας εγκλωβισθεί, για μεγάλο διάστημα, στα προσχήματα και τις υπεκφυγές που κυριάρχησαν στην προηγούμενη αναθεώρηση, οπότε χάθηκε χρυσή ευκαιρία να λήξει αυτή η ιστορική εκκρεμότητα. Ελπίζω ότι η σημερινή του ηγεσία θα επιμείνει στην ανάδειξη του θέματος, αποσαφηνίζοντας τη στάση της και διατυπώνοντας μια ολοκληρωμένη πρόταση που θα αποβλέπει –με όρους τιμής και σεβασμού στην θρησκευτική μας παράδοση– τόσο στην αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους όσο και στην αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας…
Γ. Ακούστηκαν βέβαια στον έως τώρα δημόσιο διάλογο, εν μέρει δε και στο Συμπόσιο, και άλλες προτάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, έστω και ως εν μέρει μόνον εφαρμόσιμες:
α. Για παράδειγμα θα ήταν δυνατόν, στο πλαίσιο του ισχύοντος –και μη αναθεωρήσιμου στο σημείο αυτό– πολιτεύματος της προεδρευόμενης δημοκρατίας, να καθιερωθεί άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (όπως π.χ. στην Πορτογαλία, την Αυστρία και την Φιλανδία), ακόμη και με μερική επαναφορά αρμοδιοτήτων που του αφαίρεσε η αναθεώρηση του 1986 (η οποία επαναφορά ούτως ή άλλως φαίνεται χρήσιμη, για την διασφάλιση «ελέγχων και ισορροπιών στο πλαίσιο της εκτελεστικής εξουσίας). Ωστόσο η άμεση εκλογή δεν είναι δυνατόν να συνδυασθεί με επαναφορά του συνόλου των αρχικών αρμοδιοτήτων, όπως υπονοούν κάποιοι, διότι τότε το πολίτευμά μας θα μετέπιπτε σε «ημιπροεδρική δημοκρατία», τύπου Γαλλίας, την οποία όμως αποκλείει ο μη αναθεωρήσιμος χαρακτήρας της διάταξης περί «προεδρευόμενης δημοκρατίας».
Κατά την άποψή μου, πάντως, άμεση εκλογή θα ήταν χρήσιμο να προταθεί μόνο αν δεν συμπληρώνεται η πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής, ως εναλλακτική λύση αντί των εκλογών, για την ενεργοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας.
β. Επίσης θεωρώ ότι στην κοινοβουλευτική μας παράδοση, όπως έχει διαμορφωθεί υπό το ισχύον (και επίσης μη αναθεωρήσιμο) κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν συνάδει η καθιέρωση πλήρους ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Με δεδομένο όμως ότι ο σχετικός προβληματισμός δεν στερείται βάσεως, τίποτε δεν αποκλείει την καθιέρωση ενός ειδικού περιορισμού (πχ ενός ποσοστού 5%), ως προς τα μέλη της Βουλής που θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκτελεστική εξουσία, όπως ισχύει στην Αγγλία.
Δ. Τέλος, επιμέρους αλλαγές μπορούν να γίνουν και σε άλλους τομείς, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση ότι δεν μπορούν να αρχίσουν μεταρρυθμιστικές τομές σε επίπεδο νομοθεσίας:
Δεν χρειαζόταν, για παράδειγμα, νέα συνταγματική αλλαγή για να πραγματοποιηθούν οι σημαντικές τομές που έγιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση ή για να αποκατασταθεί η βάναυσα τρωθείσα αξιοκρατίας στη Δημόσια Διοίκηση. Επίσης, δεν προαπαιτείται αναθεώρηση ούτε για μια βαθιά τομή στο κράτος, προς την κατεύθυνση της επιτελικής διοίκησης, ούτε για την ριζική αναδιοργάνωση των ΔΕΚΟ αλλά ούτε και για μια σοβαρή αλλαγή στη δικαιοσύνη (που έχει ήδη δρομολογηθεί) ή στο Πανεπιστήμιο (που εκκρεμεί, αλλά με ορισμένες συνταγματικά ατυχείς, κατά την άποψή μου, προτάσεις).
Δεν χρειάζεται αναθεώρηση για την καθιέρωση εκλογικού νόμου που θα απαλλάξει την πολιτική ζωή από την καταδυνάστευση του σταυρού προτίμησης, ο οποίος οδηγεί, παρά τις όποιες τιμητικές εξαιρέσεις, στην άκρατη βουλευτοκρατία, στην έξαρση του πελατειασμού, στον εκμαυλισμό συνειδήσεων και στην καταθλιπτική επιρροή του μαύρου χρήματος και των διαπλεκόμενων συμφερόντων.
Ωστόσο, με την αναθεώρηση θα μπορούσαν ενδεχομένως να επισφραγισθούν, να θωρακισθούν ή να διευκολυνθούν περαιτέρω τέτοιες αλλαγές:
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποσαφηνισθεί ο ρόλος της αυτοδιοίκησης, ως ισότιμου προς την αποκεντρωμένη διοίκηση κρατικού θεσμού, προκειμένου να ξεπερασθούν αρτηριοσκληρωτικές αντιδράσεις της κεντρικής διοίκησης και του Συμβουλίου Επικρατείας. Επίσης θα μπορούσε να προβλεφθεί η δυνατότητα φορολογικής αποκέντρωσης, ως προς τους ΟΤΑ, αλλά και η καθιέρωση μιας μορφής νομοθετικής πρωτοβουλίας ως προς τους νέους θεσμικούς φορείς της αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (που θα αντικαταστήσουν την ΚΕΔΚΕ και την ΕΝΑΕ).
Θα μπορούσε επίσης να αποφασισθεί μια συνταγματική ενθάρρυνση της κοινωνίας των πολιτών, με συμβολικό κυρίως αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα, προκειμένου να ενισχυθούν, ιδίως, οι ποικίλες μορφές εθελοντισμού και εναλλακτικής πολιτικής συμμετοχής.
Θα ήταν ακόμη χρήσιμο, υπό κάποιες προϋποθέσεις και εφ’ όσον προηγηθούν άλλες αναγκαίες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, να διασφαλισθεί και συνταγματικά μια μεγαλύτερη ευελιξία στη λειτουργία των Πανεπιστημίων, χωρίς όμως να αναιρεθεί ο δημόσιος χαρακτήρας τους, καθώς και η αυτοδιοίκηση και το άσυλο, που αποτελούν μείζονες εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας (και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται αλλά και να ρυθμίζονται). Μια τέτοια ευέλικτη νομική μορφή θα επιτρέπει σε καταξιωμένα μη κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια του εξωτερικού να λειτουργήσουν χωρίς προβλήματα στην Ελλάδα, αν βέβαια υπάρξουν σχετικές σοβαρές προτάσεις, ενώ θα αποτρέπει, ταυτόχρονα, την μετατροπή της ανώτατης εκπαίδευσης σε μια μορφή πολυκέφαλου και αφερέγγυου ιδιωτικού ΙΕΚ.
Θα μπορούσαμε, επίσης, αντί να φθάσουμε στην ακραία και ξένη προς την συνταγματική μας παράδοση λύση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που εγκυμονεί ίσως περισσότερα προβλήματα από αυτά που καλείται να επιλύσει, να συζητήσουμε –ως επιστέγασμα μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στην δικαιοσύνη– μια αναθεωρητική πρόταση για την καθιέρωση κάποιων μορφών προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, από το ήδη προβλεπόμενο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, μετά από παραπομπή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του για την έκδοση των νόμων, που ενέχει, ούτως ή άλλως, και έλεγχο συνταγματικότητας).
Θα ήταν σκόπιμο, τέλος, να αναζητηθεί μια συνταγματική διατύπωση η οποία θα διασφαλίζει την εσωκομματική δημοκρατία, ως γενική αρχή που θα αποτρέπει τον κίνδυνο αυταρχικών και αρχηγικών παρεκτροπών, τόσο γενικά όσο και ως προς την ανάδειξη των υποψηφίων, ιδίως εν όψει και της επιβαλλόμενης, κατά τα ανωτέρω, κατάργησης του σταυρού προτίμησης (ο κίνδυνος αυτός, πάντως, προβάλλεται στο σημείο αυτό μάλλον καθ’ υπερβολήν –όταν δεν προβάλλεται υποβολιμαία…– διότι είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία ανάδειξης των υποψηφίων που θα οδηγήσει αναπόφευκτα τα κόμματα, εκόντα άκοντα, σε ενίσχυση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών τους)
Συμπερασματικά, ενώ υπάρχουν σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που μπορούν να προχωρήσουν με το ισχύον Σύνταγμα, είναι τουλάχιστον άκαιρο και μάλλον παραπλανητικό να μεταθέτουμε την πραγματοποίηση των απαιτούμενων αλλαγών στο μέλλον, με πρόσχημα την συνταγματική αναθεώρηση (το «στρίβειν δια του Συντάγματος» όπως έχει λεχθεί παραστατικά). Η κρίση είναι παρούσα και οι λύσεις για την αντιμετώπισή της πρέπει να αναζητηθούν και να δοθούν τώρα, διότι ενώ για τα οικονομικά μας αποδείχθηκε –ιδίως για τους ασθενέστερους– τραγωδία, για τα θεσμικά μπορεί πράγματι να αποδειχθεί ευκαιρία. Μια ευκαιρία που επιβάλλεται να αξιοποιηθεί αμέσως, στο μέγιστο δυνατό εύρος και με τη μέγιστη εφικτή συναίνεση, για να επισφραγισθεί αργότερα, στην ώρα της, με μια προσεκτική, μετρημένη και θεσμικά πρόσφορη συνταγματική αναθεώρηση.
http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ-Κ. Χρυσόγονος-12 σκέψεις για μια Συνταγματική αναθεώρηση
Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση
Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.
{Ο καθηγητής Κώστας Χρυσόγονος προτείνει δώδεκα σημεία μιας συνταγματικής αναθεώρησης που θα αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την περαιτέρω διολίσθηση προς τον εκφεουδαρχισμό του ελληνικού δημόσιου βίου. Το ζητούμενο τελικά είναι να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από ένα πολιτικό σύστημα επιφανειακά μόνο δημοκρατικό, όπως αυτό που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, σε ένα νέο και περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και κυρίως των κομμάτων}
Ι. Εισαγωγή
Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Η απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές την άνοιξη του 2010 και η θέση της χώρας υπό καθεστώς ξένης κηδεμονίας, μέσω των «μνημονίων» και του μηχανισμού «στήριξης», αποτελούν μόνο το ορατό δια γυμνού οφθαλμού μέρος της κρίσης. Εκείνο που υποκρύπτεται είναι η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης του 1974 και του μοντέλου «ανάπτυξης», στηριγμένης σε δανεικά από το εξωτερικό και παντοειδείς κοινοτικές ενισχύσεις, το οποίο συνδέθηκε με το σύστημα αυτό. Η συμμετοχή της Ελλάδας ως ισότιμου εταίρου στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και μάλιστα στην εμπροσθοφυλακή της, υπήρξε τις τελευταίες δεκαετίες ο κεντρικός άξονας της κυρίαρχης ιδεολογίας στον τόπο μας, το υποκατάστατο, κατά κάποιο τρόπο, της αείμνηστης Μεγάλης Ιδέας. Όπως το «όραμα της Ιωνίας» αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε τις δυνατότητες του ελληνισμού και οδήγησε στη μικρασιατική καταστροφή, έτσι και το ευρωπαϊκό όραμα αποδεικνύεται τώρα ότι υπερβαίνει τις δυνατότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος και κινδυνεύει να μετατραπεί σε εφιάλτη.
ΙΙ. Η αναγκαιότητα της αναθεώρησης
Το πολιτικό μας σύστημα έχει επιφανειακή, θεσμική μόνο ομοιότητα προς εκείνα των άλλων κρατών - μελών της ευρωζώνης, τις οικονομίες των οποίων κλήθηκε να ανταγωνισθεί επί ίσοις όροις η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία, με τα γνωστά συντριπτικά αποτελέσματα. Το ελληνικό πολίτευμα είναι ένα παλίμψηστο. Κάτω από μια λεπτή συνταγματική επίστρωση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μετά βίας κρύβονται πραγματικές δομές φεουδαρχικού ή και απολυταρχικού χαρακτήρα. Ενδεικτικά μπορεί να επισημάνει κανείς το ογκώδες έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας και γενικότερα την ολοένα επιδεινούμενη αποθέσμιση ιδίως των «κομμάτων» εξουσίας, την κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων, την απουσία πρακτικού ελέγχου των χρηματικών ροών προς τα κόμματα και τους πολιτικούς, την ουσιαστική ποινική ασυδοσία των τελευταίων και την ισχυρή παρουσία πολιτικών δυναστειών σε όλα τα επίπεδα και κατεξοχήν στο κορυφαίο (του αρχηγού «κόμματος» εξουσίας και πρωθυπουργού). Ένα χαρακτηριστικό δείγμα, που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε κάπως τη διαφορά μας από τα ευρωπαϊκά δεδομένα, είναι η σύγκριση μεταξύ της κοινωνικής προέλευσης των δύο τελευταίων πρωθυπουργών μας (δηλαδή του σημερινού και του προκατόχου του, τρίτης και δεύτερης αντίστοιχα γενιάς γόνων των δύο κορυφαίων πολιτικών δυναστειών, που κυριαρχούν στον ελληνικό δημόσιο βίο τον τελευταίο μισό και πλέον αιώνα) και εκείνης των δύο τελευταίων ομοσπονδιακών καγκελαρίων της Γερμανίας (η Angela Merkel είναι θυγατέρα ιερέα από την πρώην Ανατολική Γερμανία, ενώ ο προκάτοχός της Gerhard Schroeder γιος στρατιώτη που σκοτώθηκε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο).
Ο δυναστισμός, εξάλλου, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου των διαπροσωπικών πελατειακών σχέσεων, πάνω στις οποίες είναι δομημένα το κράτος και η κοινωνία μας, με αποτέλεσμα να καθίσταται προσχηματική γενικότερα η λειτουργία των θεσμών. Το πελατειακό αυτό σύστημα, από τη φύση του αναξιοκρατικό και απαρχαιωμένο, συνιστά το κύριο ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Οι επαγγελματίες πολιτικοί έχουν αρχίσει εδώ και χρόνια να αποτελούν κάτι που μοιάζει με ιδιαίτερη κοινωνική τάξη και αρκετοί από αυτούς φαίνονται να διαμορφώνουν μια αντίστοιχη ταξική συνείδηση. Η τάξη αυτή εμφανίζει ημιφεουδαρχικά χαρακτηριστικά, είναι δηλ. το σημερινό αντίστοιχο της μεσαιωνικής τάξης των επαγγελματιών πολεμιστών - φεουδαρχών. Η πολιτική «τάξη» διατείνεται ότι προσωποποιεί τη δημοκρατία, εκπροσωπώντας τον λαό απέναντι στην κρατική εξουσία. Στην πραγματικότητα, όμως, και παρά την ύπαρξη αρκετών φωτεινών εξαιρέσεων, τα μέλη της στην πλειονότητά τους συμπεριφέρονται σαν ιδιοκτήτες της εξουσίας (και του δημόσιου χρήματος) και εκπρόσωποί της απέναντι στο θεωρητικά κυρίαρχο, αλλά πρακτικά υποταγμένο εκλογικό σώμα.
Η ανάταξη της εθνικής οικονομίας και η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι εφικτή μόνο εφόσον αφυπνισθεί η ελληνική κοινωνία. Χρειαζόμαστε μια ανανέωση σε βάθος του πολιτικού σκηνικού, ώστε να επιτευχθεί ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός της χώρας, πολύ βαθύτερος από την μεταπολίτευση του 1974. Όλα αυτά αποτελούν βέβαια πρώτιστα ζήτημα πολιτικού πολιτισμού. Ωστόσο προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει μια ριζική συνταγματική μεταρρύθμιση, μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος εντελώς διαφορετικής από τις προηγούμενες (του 1986, 2001 και 2008), η οποία θα αποσκοπούσε στην αναδόμηση της πολιτικής τάξης, των πολιτικών θεσμών και της δικαιοσύνης. Μια τέτοια αναθεώρηση θα έπρεπε να περιλάβει τουλάχιστον δώδεκα αλλαγές στο ισχύον Σύνταγμα.
ΙΙΙ. Έξι αλλαγές για την αναδόμηση της πολιτικής «τάξης»
Πρώτη αλλαγή θα έπρεπε να είναι η καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας, η υπέρβαση του οποίου θα συνεπάγεται αυτοδίκαια κώλυμα τόσο για την υποβολή νέας υποψηφιότητας όσο και για την εκλογή ως βουλευτή κάθε προσώπου που έχει υπερβεί ήδη το όριο αυτό (με σχετική προσθήκη νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 56 του Συντάγματος). Συζητήσιμο είναι το ακριβές ύψος του ορίου (ίσως κάπου μεταξύ 10 και 15 ετών) όπως και η τυχόν πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για τους εν ενεργεία βουλευτές. Το κώλυμα τούτο θα έπρεπε πάντως να είναι απόλυτο (δηλ. να μην αίρεται με κανένα τρόπο για το υπόλοιπο του βίου) και γενικό (δηλ. να ισχύει για όλες τις εκλογικές περιφέρειες της χώρας)[14]. Θα μπορούσε έτσι να παρεμποδιστεί, σε κάποιον βαθμό, η «επαγγελματοποίηση» των πολιτικών και η μετατροπή τους σε μια ιδιαίτερη, ημίκλειστη κοινωνική κατηγορία, με οιονεί «αριστοκρατικά» χαρακτηριστικά. Η ιδέα αυτή δεν είναι βέβαια καινούρια. Από την εποχή της γαλλικής επανάστασης ο πρωτεργάτης της έννοιας της συντακτικής εξουσίας, Emmanuel Sieyès, είχε διαπιστώσει την αναγκαιότητα να συγκροτηθεί η αντιπροσωπευτική συνέλευση κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην υπάρχει περιθώριο να αναπτύξει συντεχνιακή νοοτροπία και να μην «εκφυλισθεί σε αριστοκρατία» (la néccesite de constituer l’ assemblée représentative elle-même sur un plan qui ne lui permette pas de se former un esprit de corps, et de dégénerer en aristocratie). Για τον λόγο αυτόν πρότεινε να μην είναι εκλόγιμοι εκ νέου οι αντιπρόσωποι του έθνους μετά τη λήξη της θητείας τους, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο ικανού χρόνου, ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών στα δημόσια πράγματα και να αποτρέπεται η ιδιοποίησή τους από έναν αριθμό οικογενειών[15]. Ακολουθώντας ένα παρεμφερές σκεπτικό το πρώτο γαλλικό Σύνταγμα του 1791 (τίτλος τρίτος, κεφάλαιο πρώτο, τμήμα ΙΙΙ, άρθρο 6) προέβλεψε ότι «τα μέλη του νομοθετικού σώματος μπορούν να επανεκλεγούν στο επόμενο και δεν μπορούν (να επανεκλεγούν) στη συνέχεια, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο μιας νομοθετικής (περιόδου)». Οι επαναστατικές αυτές ιδέες εγκαταλείφθηκαν αργότερα, με την επικράτηση πιο συντηρητικών επιλογών, αλλά δεν στερούνται πραγματικού αντικρίσματος. Πιο πρόσφατα εξάλλου, η 3η ευρωπαϊκή διάσκεψη κατά της διαφθοράς που συνήλθε το 1998 στη Μαδρίτη στα πλαίσια διαδικασιών του συμβουλίου της Ευρώπης πρότεινε ως ένα από τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της πολιτικής διαφθοράς τη θέσπιση γενικά χρονικών περιορισμών στην κατοχή δημόσιων αξιωμάτων.
Δεύτερη αλλαγή στο συνταγματικό μας κείμενο, σε συνέχεια και συμπλήρωση της προηγούμενης, θα έπρεπε να είναι η αναθεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 81, έτσι ώστε στο εξής κανείς να μη μπορεί να διοριστεί μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός, αν δεν είναι (εν ενεργεία) βουλευτής. Θα εξέλιπε έτσι το φαινόμενο των «δοτών» υπουργών και υφυπουργών, που καταλαμβάνουν τις θέσεις αυτές χωρίς να έχουν υποστεί επιτυχώς τη βάσανο της διεκδίκησης της λαϊκής ψήφου, με «απευθείας ανάθεση» από τον πρωθυπουργό - κομματικό ηγεμόνα, και συνεπώς δεν εκφράζουν παρά μόνο την αυθαιρεσία του τελευταίου. Το κυριότερο όμως είναι ότι ο συνδυασμός του κωλύματος εκλογιμότητας, μετά τη συμπλήρωση ενός χρονικού ορίου βουλευτικής θητείας, με την απαγόρευση να διορισθεί μέλος της κυβέρνησης (άρα και πρωθυπουργός) όποιος δεν έχει τη βουλευτική ιδιότητα θα καθιστούσε πρακτικά ανέφικτη την πολυετή κατοχή του πρωθυπουργικού θώκου από το ίδιο πρόσωπο. Τούτο θα συνιστούσε στο εξής ογκώδες εμπόδιο για τη διαχρονική ταύτιση των κομμάτων εξουσίας με συγκεκριμένα πρόσωπα και/ή πολιτικές δυναστείες.
Παρενθετικά μπορεί να επισημανθεί εδώ ότι η παραπάνω σκέψη βρίσκεται στον αντίποδα προτάσεων για καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικού και υπουργικού αξιώματος, οι οποίες έχουν εισαχθεί στο παρελθόν στον δημόσιο διάλογο. Το επιχείρημα ότι ο βουλευτής-υπουργός καλείται να ελέγξει το έργο της κυβέρνησης όπου μετέχει και έτσι κρίνων και κρινόμενος ταυτίζονται ανεπίτρεπτα, παραβλέπει το γεγονός ότι στα περισσότερα κοινοβούλια της εποχής μας, και μεταξύ τους στο ελληνικό, υφίστανται σταθερές κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Συνεπώς εκ των πραγμάτων τον κύριο ρόλο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο διαδραματίζει η κοινοβουλευτική μειοψηφία και όχι η πλειοψηφία. Γενικότερα άλλωστε αποτελεσματικός πολιτικά διαχωρισμός μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορεί, όπως αποδεικνύει η ιστορική εμπειρία, να επιτευχθεί παρά μόνο αν διαχωρισθεί και η νομιμοποιητική βάση τους, με την καθιέρωση διακριτών εκλογικών διαδικασιών (για την άμεση ανάδειξη από τον λαό αφενός των μελών του νομοθετικού σώματος και αφετέρου του αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας, που επιλέγει στη συνέχεια τους υπουργούς). Κάτι τέτοιο βρίσκεται όμως εκτός των ορίων της αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος, αφού η θεμελιώδης και μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 καθιερώνει το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής (και όχι προεδρικής ή έστω ημι-προεδρικής) δημοκρατίας.
Τρίτη προτεινόμενη αλλαγή είναι η κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στο σύνολό του. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναθέτουν αποκλειστικά στη Βουλή την πρωτοβουλία για τον καταλογισμό ποινικής ευθύνης στα μέλη της κυβέρνησης και τους υφυπουργούς για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά παρέκκλιση από τις ποινικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες και θα εφαρμόζονταν και για τους υπουργούς, αν δεν υφίστατο το άρθρο 86 Συντ. Υποτίθεται πως η παρεμβολή του νομοθετικού σώματος συνιστά «φραγμό στη δικαστικοποίηση της πολιτικής ζωής».
Ωστόσο θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι από την άποψη αυτή το άρθρο 86 παρ. 1 δεν προσθέτει τίποτε ουσιαστικό στην απορρέουσα ήδη από το ακαταδίωκτο του βουλευτή (άρθρο 62 παρ. 1 Συντ.) εγγύηση. Εάν ένας τέως υπουργός (αφού πρακτικά πρόκειται κυρίως για ευθύνη των τέως υπουργών) εξακολουθεί να μετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή, ώστε να τίθεται θέμα «δικαστικοποίησής» της, τότε κατά κανόνα θα έχει τη βουλευτική ιδιότητα και άρα θα απαιτούνταν οπωσδήποτε, αν δεν υπήρχε η ειδική ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ., η άδεια του κοινοβουλίου για τη δίωξή του. Εξάλλου εφόσον καταργηθούν οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί δεν θα τίθεται θέμα προστασίας πέρα από τα όρια του ακαταδίωκτου του βουλευτή.
Η τέταρτη αλλαγή θα έπρεπε να είναι η περιστολή του ακαταδίωκτου του βουλευτή, η εφαρμογή του οποίου έχει οδηγήσει στην πράξη σε πλήρη ποινική ασυδοσία, αφού η Βουλή δεν παρέχει σχεδόν ποτέ άδεια δίωξης, ακόμη και για αξιόποινες πράξεις καταφανώς άσχετες με την πολιτική δραστηριότητα των μελών της. Τούτο είχε ως συνέπεια καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο των εκάστοτε αντιδίκων των βουλευτών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ένα αντίδοτο εδώ θα μπορούσε να είναι η προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 62 του Συντάγματος, περίπου κατά το πρότυπο του άρθρου 57 του αυστριακού Συντάγματος. Το τελευταίο καθιερώνει, στην παρ. 2, τον γενικό κανόνα του ακαταδίωκτου των μελών της αυστριακής Εθνοσυνέλευσης για ποινικά αδικήματα αν δεν προηγηθεί άδεια του σώματος, αλλά κατ’ εξαίρεση η παρ. 3 επιτρέπει στις αρμόδιες (εισαγγελικές) αρχές την άσκηση δίωξης χωρίς τέτοια άδεια όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που καταφανώς στερείται κάθε συνδέσμου (offensichtlich in keinem Zusammenhang steht) με την πολιτική δραστηριότητά τους. Παρέχεται ωστόσο στον κατηγορούμενο και σ’ αυτή την περίπτωση η δυνατότητα να ζητήσει από την Εθνοσυνέλευση να αποφανθεί αντίθετα. Επιπρόσθετα θα μπορούσε να προβλεφθεί στο άρθρο 62 του Συντάγματος ότι η Βουλή αποφασίζει πάντοτε με ονομαστική ψηφοφορία, κι όχι απλώς με ανάταση χεριού ή έγερση και κατ’ εξαίρεση ονομαστικά, όπως προβλέπεται σήμερα (άρθρο 83 παρ. 7 Κώδικα Κανονισμού της Βουλής- Κοινοβ. Μέρος), προκειμένου οι βουλευτές να επιβαρύνονται ατομικά, κατά τον πλέον πανηγυρικό τρόπο, με το πολιτικό κόστος αρνήσεων παροχής της άδειας με συντεχνιακά κριτήρια.
Το πέμπτο σημείο μιας συνταγματικής αναθεώρησης με στόχο τη ριζική μεταβολή του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος θα ήταν η καταπολέμηση του φαινομένου της κατ’ ουσία εξαγοράς βουλευτικών εδρών από υποψήφιους που δαπανούν υπέρογκα χρηματικά ποσά στην προεκλογική τους εκστρατεία. Οι σχετικές διατάξεις των εδ. γ΄ και δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. έχουν καταστεί ανενεργές στην πράξη, αφού το προβλεπόμενο ειδικό όργανο, δηλ. η μικτή (από βουλευτές και δικαστές) επιτροπή του άρθρου 11 ν. 3023/2002 δεν ανταποκρίνεται στην αποστολή του[23] και δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή, για αντικειμενικούς λόγους (πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών μελών, έλλειψη ειδικών γνώσεων και μη αποκλειστική απασχόληση των μελών, ανυπαρξία εξειδικευμένου βοηθητικού - ελεγκτικού προσωπικού). Έστω όμως κι αν η επιτροπή ανασυγκροτηθεί και καταστεί λειτουργικότερη με πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη, δεν αποτελεί επαρκή εγγύηση για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών χιλιάδων υποψηφίων βουλευτών. Θα έπρεπε συνεπώς να προβλεφθεί, με την προσθήκη σχετικής νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 57 του Συντάγματος, η δυνατότητα υποβολής ένστασης από όποιον έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με απόφαση του τελευταίου, εφόσον ο βουλευτής έχει υπερβεί το νομοθετικά καθοριζόμενο όριο εκλογικών δαπανών.
Έκτο σημείο είναι η εξαφάνιση, πέρα από τους «δοτούς» υπουργούς, και των «δοτών» βουλευτών, δηλαδή η κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 54 Συντ. και του θεσμού των βουλευτών «επικρατείας». Η ύπαρξη βουλευτών δύο ταχυτήτων ενισχύει τα ηγεμονικά καθεστώτα μέσα στα πολιτικά κόμματα, αφού στην πράξη η κατάρτιση του ψηφοδελτίου «επικρατείας» αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του αρχηγού του κόμματος και, στην περίπτωση των κομμάτων εξουσίας, καταλήγει σε απευθείας ανάθεση βουλευτικού αξιώματος σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του. Συνεπώς η κατάργηση των βουλευτών Επικρατείας μπορεί να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού μας συστήματος. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο μοναδικός δημοκρατικά θεμιτός τρόπος ανάδειξης των προσώπων που στελεχώνουν το κοινοβούλιο είναι η ψήφος (σταυρός) ατομικής προτίμησης (άρθρο 65 της κωδικοποιημένης εκλογικής νομοθεσίας). Διεθνώς υφίσταται ποικιλία εκλογικών συστημάτων, τα οποία συνδυάζουν με διάφορους τρόπους τη δυνατότητα του ψηφοφόρου να επιλέξει μεταξύ τόσο κομμάτων όσο και προσώπων στις βουλευτικές εκλογές. Τέτοιο είναι, μεταξύ άλλων, το ισχύον στις εκλογές για την ανάδειξη της γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag) σύστημα, αφού εκεί προβλέπεται διαδικασία προκριματικών (εσωκομματικών) εκλογών υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο, ενώ περαιτέρω περιθώριο επίδρασης στη συγκρότηση της Ομοσπονδιακής Βουλής, σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα, παρέχει κατ’ αποτέλεσμα στους ψηφοφόρους η διπλή ψήφος, σε μονοεδρικές και πολυεδρικές περιφέρειες. Από τα όσα έχουν δει πάντως το φως της δημοσιότητας σε σχέση με προθέσεις του κοινού νομοθέτη να καταργήσει την ψήφο προτίμησης και να εισάγει ένα νέο εκλογικό σύστημα, κατά το πρότυπο, υποτίθεται, του γερμανικού, συνάγεται ότι θα πρόκειται μάλλον για ένα σύστημα ουσιωδώς διαφορετικό, το οποίο θα ενέχει σοβαρό κίνδυνο θεσμοποίησης και ολοκλήρωσης της εσωκομματικής ηγεμονίας, με την απώλεια κάθε πραγματικής πολιτικής οντότητας των βουλευτών.
ΙV. Τρεις αλλαγές για τον εκδημοκρατισμό των πολιτικών θεσμών
Οι έξι παρεμβάσεις στον θεμελιώδη νόμο της χώρας, οι οποίες προτάθηκαν παραπάνω, αναφέρονται κυρίως στο πολιτικό προσωπικό. Ριζική μεταρρύθμιση χρειάζεται όμως και στους πολιτικούς θεσμούς και στο ζήτημα αυτό αναφέρονται οι επόμενες τρεις (συν μία) προτάσεις.
Η έβδομη, από τις συνολικά δώδεκα, προτεινόμενη αλλαγή αφορά την καρδιά του πολιτικού συστήματος, τα πολιτικά κόμματα. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, τα περισσότερα από αυτά, και ιδίως τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο διακρίνονται για το έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας, αλλά και γενικότερα βρίσκονται σε πορεία αποθέσμισης (αφού τα καταστατικά τους εφαρμόζονται επιλεκτικά και πάντως όχι σε ό,τι αφορά τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και έτσι προσλαμβάνουν προσχηματικό χαρακτήρα[27]). Το κομβικό αυτό ζήτημα δεν μπορεί βέβαια να αντιμετωπισθεί ούτε αποκλειστικά ούτε καν κατά κύριο λόγο με συνταγματικές ή νομοθετικές ρυθμίσεις, αφού η οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων αντανακλά προεχόντως τον πολιτικό πολιτισμό μιας χώρας. Εξάλλου η επιβολή «της» εσωκομματικής δημοκρατίας με κανόνες θεσπισμένους από το κράτος προσκρούει στο γεγονός ότι υπάρχουν περισσότερες της μιας θεωρήσεις για την έννοια της δημοκρατίας, ενώ εγγενείς δυσχέρειες υφίστανται και ως προς την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων για την ενδεχόμενη «παρεκβατική» αντίληψη ενός κόμματος περί δημοκρατίας. Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα η εσωκομματική δημοκρατία πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη (στο άρθρο 29 παρ. 1 εδ. α΄ Συντ.) αρχή, παραπληρωματικά προς την αρχή της μη επέμβασης του κράτους στα εσωτερικά των κομμάτων[28]. Ενόψει όμως και του μονόπλευρου προσανατολισμού της ελληνικής νομολογίας προς τη μη-επέμβαση[29], η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας χρειάζεται σαφέστερη και πληρέστερη κατοχύρωση. Ευκταίο μάλιστα θα ήταν τούτο να συνοδευτεί και με ρητή συνταγματική μνεία για τα καταστατικά των κομμάτων, αφού μέσω εκείνων ακριβώς μπορεί και πρέπει να εκφρασθεί η αντίληψη καθενός κόμματος για τη δημοκρατία και τη λειτουργία της στο εσωτερικό του, με την έννοια και της ανάληψης σχετικής αυτοδέσμευσης. Συνεπώς το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των οποίων οφείλει να ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως εξειδικεύονται στο καταστατικό καθενός από αυτά».
Εξίσου σοβαρό με την έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας και την αποθέσμιση των κομμάτων είναι το θέμα της αδιαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση. Από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς τους προκύπτει ότι τα κόμματα, και ιδίως τα δύο μεγάλα, συντηρούνται χάρη στην κρατική επιχορήγηση και στα τραπεζικά δάνεια (κυρίως από την υπό κρατικό έλεγχο Αγροτική Τράπεζα) με εγγύηση τις επιχορηγήσεις των επόμενων ετών, ενώ οι φανερές εισφορές των μελών και φίλων τους καλύπτουν ασήμαντο μέρος των δαπανών τους. Πέρα από τα δηλωμένα έσοδα - έξοδα βέβαια είναι κοινό μυστικό ότι υπάρχουν μεγάλου ύψους αφανείς χρηματοδοτήσεις προς τα κόμματα από τον επιχειρηματικό κόσμο και αντίστοιχες αφανείς δαπάνες.
Σε μια δημοκρατία κάπως αντάξια του ονόματός της τα κόμματα οφείλουν να είναι οργανισμοί μέσω των οποίων η κοινωνία ελέγχει την εξουσία, πρώτιστα την πολιτική και κατ’ επέκταση και την οικονομική (αφού ο νομοθέτης θεσπίζει το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας). Στην πραγματικότητα όμως στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίστροφο: Τα κόμματα εξουσίας είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών και τα διαπλεκόμενα με αυτήν ιδιωτικά συμφέροντα επιβάλλουν τον έλεγχό τους στην κοινωνία. Γι’ αυτό και η χρηματοδότησή τους προέρχεται κατά μικρό μέρος από την κοινωνία, δηλαδή από τις φανερές συνεισφορές φίλων και μελών, και κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος από το κράτος και την ολιγαρχία των «αφανών» χρηματοδοτών. Η προνομιακή πρόσβασή τους στις δύο τελευταίες πηγές χρήματος τους παρέχει τεράστιο οργανωτικό πλεονέκτημα απέναντι σε οποιονδήποτε νέο σχηματισμό θα μπορούσε να εκφράσει με πιο αυθεντικό τρόπο την κοινωνία.
Ο εκδημοκρατισμός της χώρας προϋποθέτει την επιβολή διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων, με κατάλληλες ρυθμίσεις στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας (π.χ. απαγόρευση κάθε συναλλαγής σε μετρητά και διοχέτευση όλων των χρηματικών ροών καθενός σε αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό, ονομαστικές μόνο συνεισφορές φίλων και μελών όχι ανώτερες ενός συγκεκριμένου ποσού σε ετήσια βάση κ.ά.). Η κύρωση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης κάποιου κόμματος προς τις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι η διάλυσή του ή η απαγόρευση των συνδυασμών του στις βουλευτικές εκλογές, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντιδημοκρατικό εξουσιαστικό περιορισμό του πολιτικού πλουραλισμού. Η κύρωση θα μπορούσε όμως να είναι η στέρηση ενός μέρους ή και ολόκληρης της κρατικής χρηματοδότησης του «παραβατικού» κόμματος. Σε συνέχεια συνεπώς της αναθεώρησης της παρ. 1 του άρθρου 29, θα ήταν χρήσιμο[32] να διευκρινισθεί στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι δικαίωμα στην κρατική ενίσχυση δεν έχουν όλα τα κόμματα αδιακρίτως. Ειδικότερα το εδ. α΄ της παραγράφου αυτής θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Κόμματα που συμμετέχουν στις βουλευτικές εκλογές έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει, εφόσον ανταποκρίνονται στις εγγυήσεις διαφάνειας του επόμενου εδαφίου». Παράλληλα χρειάζεται να ενισχυθούν οι εγγυήσεις αυτές από διαδικαστική άποψη με την ανάθεση του ελέγχου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αντί της αποδεδειγμένα αναποτελεσματικής μικτής επιτροπής (βουλευτές - δικαστικοί λειτουργοί) του εδ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. (και του άρθρου 21 ν. 3023/2002). Το εδάφιο αυτό δεν έχει συνεπώς λόγο ύπαρξης και πρέπει να καταργηθεί και αντικατασταθεί με σχετική προσθήκη στο άρθρο 98 Συντ., όπως εκτίθεται παρακάτω (V). Ταυτόχρονα βέβαια πρέπει να απαλειφθούν οι τελευταίες οκτώ λέξεις του προηγούμενου εδαφίου γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 («με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου»).
Η όγδοη σκέψη αλλαγής αφορά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος και τον θεσμό του δημοψηφίσματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την προκήρυξη δημοψηφίσματος σύμφωνα με την παραπάνω συνταγματική διάταξη έχουν καταστρωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε πρακτικά σχεδόν να αποκλείεται η διεξαγωγή του, ειδικά μάλιστα μετά την αναθεώρηση του 1986[33]. Και τούτο διότι η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (απόλυτη αν πρόκειται για κρίσιμο εθνικό θέμα, κατά το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 44, και τριών πέμπτων, αν πρόκειται για ψηφισμένο νομοσχέδιο, κατά το εδ. β΄ της ίδιας), στις οποίες ανήκει πια η σχετική πρωτοβουλία και απόφαση, σχεδόν ποτέ δεν θα εύρισκαν λόγο να προκηρύξουν δημοψήφισμα, αφού έτσι ουσιαστικά θα εκχωρούσαν μέρος της εξουσίας τους. Ο θεσμός μπορεί και πρέπει να αναμορφωθεί έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματικό αντίβαρο στην εξουσία αυτή και όργανο ελέγχου της από το εκλογικό σώμα[34]. Ως πηγή έμπνευσης για μια παρόμοια αναμόρφωση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η παράγραφος 42 του Συντάγματος της Δανίας, που προβλέπει την πρόκληση αρνητικού νομοθετικού δημοψηφίσματος ως δικαίωμα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας[35]. Αν και η δανική ρύθμιση είναι υπερφορτωμένη με περιττές για συνταγματικό κείμενο λεπτομέρειες, η κεντρική της ιδέα οδηγεί, δυνητικά τουλάχιστο, στην τόνωση της δημοκρατικής συνιστώσας του πολιτεύματος. Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι προκηρύσσεται δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο, εφόσον υποβληθεί σχετική γραπτή αίτηση από τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών της Βουλής (Folketing) μέσα σε μια σύντομη προθεσμία (τρεις εργάσιμες ημέρες από την ψήφισή του). Το νομοσχέδιο απορρίπτεται αν καταψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία όσων προσέλθουν στις κάλπες και εφόσον αυτοί δεν είναι λιγότεροι από το 30% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Αποκλείεται πάντως η υποβολή στη δοκιμασία αυτή του προϋπολογισμού, φορολογικών και συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων κ.ά. Ακόμη πιο προχωρημένο, προς την κατεύθυνση της εισαγωγής στοιχείων άμεσης δημοκρατίας, είναι το άρθρο 75 του ιταλικού Συντάγματος[36], όπου προβλέπεται η διεξαγωγή καταργητικού νομοθετικού δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία (όταν δηλ. ζητηθεί η κατάργηση νόμου, ή άλλης πράξης με ισχύ νόμου, από τουλάχιστον 500.000 ψηφοφόρους), και εκεί με την εξαίρεση ορισμένων αντικειμένων (φορολογικοί νόμοι, κύρωση διεθνών συμβάσεων κ.ά.). Η παρ. 4 του άρθρου 75 απαιτεί τη συμμετοχή της (απόλυτης) πλειοψηφίας όσων έχουν το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα και τη θετική ψήφο της (απόλυτης) πλειοψηφίας τους για την αποδοχή του ερωτήματος που τους τέθηκε (δηλ. για την κατάργηση του προσβαλλόμενου νόμου). Το «προτέρημα» των νομοθετικών δημοψηφισμάτων, είτε εγγύτερα στη δανική είτε στην ιταλική εκδοχή, είναι ότι το ερώτημα είναι προκαθορισμένο, κατά κάποιο τρόπο, από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία ψήφισε το νομοσχέδιο ή το νόμο και δεν τίθεται αυθαίρετα από τους βουλευτές (συνήθως της αντιπολίτευσης) ή τους εκλογείς που υπογράφουν την αίτηση. Διασφαλίζεται έτσι μια εύλογη ισορροπία μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, με τελικό κριτή τον κυρίαρχο λαό.
Η ένατη αλλαγή που θα μπορούσε να συνεισφέρει προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού της ελληνικής πολιτείας θα ήταν η αναθεώρηση του εδ. στ΄ της παρ. 5 του άρθρου 74 Συντ. («σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή»). Το εδάφιο αυτό αδρανοποιεί ουσιαστικά την περιεχόμενη στα εδ. β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου απαγόρευση εισαγωγής για συζήτηση στη Βουλή νομοσχεδίων τα οποία περιέχουν διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους και περαιτέρω άσχετων με το τελευταίο προσθηκών ή τροπολογιών, αφού αναθέτει την κρίση (μόνο) στη Βουλή. Αποκλείει έτσι έμμεσα τον δικαστικό έλεγχο, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη άσχετων με το κύριο αντικείμενο του νόμου διατάξεων συνιστά πρόδηλα θέμα αναγόμενο στο περιεχόμενο του τελευταίου (και με την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 93 Συντ.), και όχι στα interna corporis του νομοθετικού σώματος. Η συνέπεια είναι ότι οι περισσότεροι νόμοι βρίθουν από άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους διατάξεις, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πειθήνια αποδέχεται τα κυβερνητικά νομοσχέδια και συχνά τα επιβαρύνει με άσχετες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής προερχόμενες από τους βουλευτές. Η άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας προσλαμβάνει έτσι ενίοτε χαρακτηριστικά αδιαφάνειας και σπασμωδικής αντίδρασης σε αιτήματα και πιέσεις διαφόρων ειδικών συμφερόντων[37]. Η θεραπεία θα μπορούσε να είναι η αντικατάσταση του εδαφίου στ΄ με τη ρητή μνεία ότι η παράβαση των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 74 Συντ. υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο για νόμους ψηφισμένους μετά τη (μελλοντική) αναθεώρηση του Συντάγματος.
V. Τρεις αλλαγές στην οργάνωση της δικαιοσύνης
Πέρα από τις παθογένειες της πολιτικής «τάξης» και των πολιτικών θεσμών, η χώρα μας εξακολουθεί να υποφέρει και από ό,τι διαπρεπής θεωρητικός είχε προσφυώς ονομάσει πριν από αρκετά χρόνια «το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου»[38]. Ζητήματα αιχμής αποτελούν εδώ το έλλειμμα εσωτερικής ιδίως δικαστικής ανεξαρτησίας και το αναποτελεσματικό σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Η δέκατη επιμέρους παρέμβαση στο ισχύον συνταγματικό κείμενο θα έπρεπε λοιπόν να είναι η αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος. Θα ήταν χρήσιμη η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στην παρ. 5, με την οποία να διευκρινίζεται ότι δεν επιτρέπεται η θέσπιση περισσότερων της μιας ή δύο θέσεων αντιπροέδρου σε καθένα από τα τρία ανώτατα δικαστήρια. Ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων δεν εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες των τελευταίων, παρά μόνο την επιδίωξη των κυβερνώντων να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στη δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας συχνότερα το δέλεαρ της προαγωγής στις θέσεις εκείνες. Τα τμήματα των δικαστηρίων αυτών θα μπορούσαν να τελούν υπό την προεδρία του αρχαιότερου μέλους τους. Οξύ είναι ωστόσο το γενικότερο πρόβλημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας, ιδίως για την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 90 του Συντάγματος έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι, χωρίς να διασφαλίζει την αξιοκρατία, οδηγεί στον ασφυκτικό έλεγχο της δικαιοδοτικής συμπεριφοράς των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τον Άρειο Πάγο. Έτσι όμως τα ηλικιωμένα μέλη του τελευταίου, που για τον λόγο αυτόν εμφορούνται συνήθως στην πλειοψηφία τους από συντηρητικές νομικές και κοινωνικές αντιλήψεις, επηρεάζουν υπέρμετρα την απονομή της δικαιοσύνης. Θα ήταν επομένως χρήσιμη η αναθεώρηση των παραπάνω διατάξεων, κατά τρόπο ώστε να δοθεί στον κοινό νομοθέτη, ενδεχομένως με ειδικές προϋποθέσεις (π.χ. νόμος εφάπαξ εκδιδόμενος και ψηφισμένος με αυξημένη, πέρα και από την απόλυτη, πλειοψηφία), η δυνατότητα να θεσπίσει ένα, δεσμευτικό για τα κρίνοντα όργανα (ανώτατο δικαστικό συμβούλιο ή ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου), σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων τουλάχιστον για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις δικαστών και εισαγγελέων.
Η ενδέκατη αλλαγή θα ήταν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω (IV) η προσθήκη νέας περίπτωσης η΄ στην παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος, με την οποία να συμπεριληφθεί στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων. Εξυπακούεται ότι, προκειμένου να έχει νόημα η προσθήκη αυτή θα πρέπει ο αρμόδιος σχηματισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου να υποστηριχθεί από εξειδικευμένο επιστημονικό υπαλληλικό προσωπικό και γενικότερα τη σχετική οργανωτική υποδομή.
Η δωδέκατη ενδεδειγμένη αλλαγή είναι η ενίσχυση της συνταγματικής νομιμότητας με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το υφιστάμενο σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, με καταγωγή από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αποτελεί προφανή αναχρονισμό. Πρέπει και στη χώρα μας να αντιληφθούμε ότι η συνέχιση της ύπαρξης ενός αντισυνταγματικού νόμου, μετά τη δικαστική διάγνωση της αντισυνταγματικότητας αυτής, αποτελεί μείζονα ανωμαλία, υπονομευτική της όλης έννομης τάξης, καθώς και ότι τα συνταγματικά δικαιοδοτικά έργα είναι δυσβάστακτα για τα χωρίς ειδίκευση δικαστήρια. Χρειαζόμαστε επομένως ένα ειδικό συνταγματικό δικαιοδοτικό όργανο, ανάλογο εκείνων που λειτουργούν με επιτυχία εδώ και δεκαετίες στη μεγάλη πλειονότητα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών (όπως τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Γερμανίας, Ιταλίας και Ισπανίας, το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας κ.λ.π.). Αυτό πρέπει να έχει μόνιμη σύνθεση, από μέλη μακράς θητείας και αποκλειστικής απασχόλησης, εκλεγμένα με αυξημένη πλειοψηφία κυρίως από τη Βουλή, και να διαθέτει, εκτός από τις σημερινές αρμοδιότητες του ΑΕΔ, και την αρμοδιότητα ακύρωσης αντισυνταγματικής διάταξης νόμου, ύστερα από παραπομπή από οποιοδήποτε δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια διάταξη, κρίσιμη για τη διάγνωση επίδικης διαφοράς, είναι αντισυνταγματική. Ευκταίο θα ήταν επίσης να του ανατεθεί η δικαιοδοτική επίλυση διαφορών σχετικών με το κύρος της εκλογής και των ρυθμιστικών διαταγμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας[39].
VI. Η ανέφικτη αναθεώρηση
Μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την περαιτέρω διολίσθηση προς τον εκφεουδαρχισμό του ελληνικού δημόσιου βίου θα έπρεπε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δώδεκα σημεία που προαναφέρθηκαν (άρθρα 29, 44, 54, 56, 57, 62, 74, 81, 86, 90, 98, 100). Χρήσιμη, αν και όχι άμεσα αναγκαία, για την επίτευξη του ίδιου στόχου και γενικότερα για την προσαρμογή του Συντάγματός μας στα δεδομένα της εποχής μας, θα ήταν η επέκτασή της και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως στο άρθρο 3 προκειμένου να επιτευχθεί ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους, στο άρθρο 48 ώστε να καταργηθεί ή να συρρικνωθεί δραστικά ο πρόσφορος σε καταχρήσεις θεσμός της κατάστασης πολιορκίας, στο άρθρο 21, προκειμένου να κατοχυρωθεί ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για όσους δεν είναι ικανοί για εργασία και στερούνται οικονομικών πόρων κ.ά.
Όλα αυτά βέβαια αποτελούν, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον, απλά σχέδια επί χάρτου. Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένει κανείς από το πολιτικό μας σύστημα μια συνταγματική αναθεώρηση που θα συνέβαλε στην υπέρβασή του. Από την άλλη πλευρά, τις τάσεις εκφεουδαρχισμού της πολιτικής δεν τις τροφοδοτεί βέβαια το Σύνταγμα, αλλά οι πραγματικές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Αν αυτές μπορέσουν να αναταχθούν, μεταξύ άλλων με την επικράτηση δημοκρατικά οργανωμένων κομμάτων αρχών, με την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού χωρίς κληρονόμους, δοτούς, αγοραστές κ.ο.κ., τότε μια συνταγματική αναθεώρηση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά θα ερχόταν απλώς να επιβεβαιώσει τον συντελεσμένο στην πράξη εκδημοκρατισμό.
Το ζητούμενο για την κοινωνία μας είναι να αντικαταστήσει τις σημερινές ιεραρχικού-φεουδαρχικού τύπου πελατειακές πυραμίδες με θεσμοποιημένους πολιτικούς οργανισμούς, οι οποίοι θα αντιπροσωπεύουν την κοινωνία έναντι του κράτους και όχι το αντίστροφο.
Το ζητούμενο είναι ακόμη να τερματιστεί η αναπαραγωγή μιας ημίκλειστης τάξης επαγγελματικών της πολιτικής και να διαχωριστεί η δημόσια - πολιτική από την ιδιωτική - οικονομική εξουσία.
Το ζητούμενο τελικά είναι να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από ένα πολιτικό σύστημα επιφανειακά μόνο δημοκρατικό, όπως αυτό που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, σε ένα νέο και περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και κυρίως των κομμάτων.
http://www.constitutionalism.gr/html/ent/056/ent.2056.asp
Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.
{Ο καθηγητής Κώστας Χρυσόγονος προτείνει δώδεκα σημεία μιας συνταγματικής αναθεώρησης που θα αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την περαιτέρω διολίσθηση προς τον εκφεουδαρχισμό του ελληνικού δημόσιου βίου. Το ζητούμενο τελικά είναι να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από ένα πολιτικό σύστημα επιφανειακά μόνο δημοκρατικό, όπως αυτό που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, σε ένα νέο και περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και κυρίως των κομμάτων}
Ι. Εισαγωγή
Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Η απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές την άνοιξη του 2010 και η θέση της χώρας υπό καθεστώς ξένης κηδεμονίας, μέσω των «μνημονίων» και του μηχανισμού «στήριξης», αποτελούν μόνο το ορατό δια γυμνού οφθαλμού μέρος της κρίσης. Εκείνο που υποκρύπτεται είναι η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης του 1974 και του μοντέλου «ανάπτυξης», στηριγμένης σε δανεικά από το εξωτερικό και παντοειδείς κοινοτικές ενισχύσεις, το οποίο συνδέθηκε με το σύστημα αυτό. Η συμμετοχή της Ελλάδας ως ισότιμου εταίρου στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και μάλιστα στην εμπροσθοφυλακή της, υπήρξε τις τελευταίες δεκαετίες ο κεντρικός άξονας της κυρίαρχης ιδεολογίας στον τόπο μας, το υποκατάστατο, κατά κάποιο τρόπο, της αείμνηστης Μεγάλης Ιδέας. Όπως το «όραμα της Ιωνίας» αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε τις δυνατότητες του ελληνισμού και οδήγησε στη μικρασιατική καταστροφή, έτσι και το ευρωπαϊκό όραμα αποδεικνύεται τώρα ότι υπερβαίνει τις δυνατότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος και κινδυνεύει να μετατραπεί σε εφιάλτη.
ΙΙ. Η αναγκαιότητα της αναθεώρησης
Το πολιτικό μας σύστημα έχει επιφανειακή, θεσμική μόνο ομοιότητα προς εκείνα των άλλων κρατών - μελών της ευρωζώνης, τις οικονομίες των οποίων κλήθηκε να ανταγωνισθεί επί ίσοις όροις η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία, με τα γνωστά συντριπτικά αποτελέσματα. Το ελληνικό πολίτευμα είναι ένα παλίμψηστο. Κάτω από μια λεπτή συνταγματική επίστρωση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μετά βίας κρύβονται πραγματικές δομές φεουδαρχικού ή και απολυταρχικού χαρακτήρα. Ενδεικτικά μπορεί να επισημάνει κανείς το ογκώδες έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας και γενικότερα την ολοένα επιδεινούμενη αποθέσμιση ιδίως των «κομμάτων» εξουσίας, την κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων, την απουσία πρακτικού ελέγχου των χρηματικών ροών προς τα κόμματα και τους πολιτικούς, την ουσιαστική ποινική ασυδοσία των τελευταίων και την ισχυρή παρουσία πολιτικών δυναστειών σε όλα τα επίπεδα και κατεξοχήν στο κορυφαίο (του αρχηγού «κόμματος» εξουσίας και πρωθυπουργού). Ένα χαρακτηριστικό δείγμα, που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε κάπως τη διαφορά μας από τα ευρωπαϊκά δεδομένα, είναι η σύγκριση μεταξύ της κοινωνικής προέλευσης των δύο τελευταίων πρωθυπουργών μας (δηλαδή του σημερινού και του προκατόχου του, τρίτης και δεύτερης αντίστοιχα γενιάς γόνων των δύο κορυφαίων πολιτικών δυναστειών, που κυριαρχούν στον ελληνικό δημόσιο βίο τον τελευταίο μισό και πλέον αιώνα) και εκείνης των δύο τελευταίων ομοσπονδιακών καγκελαρίων της Γερμανίας (η Angela Merkel είναι θυγατέρα ιερέα από την πρώην Ανατολική Γερμανία, ενώ ο προκάτοχός της Gerhard Schroeder γιος στρατιώτη που σκοτώθηκε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο).
Ο δυναστισμός, εξάλλου, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου των διαπροσωπικών πελατειακών σχέσεων, πάνω στις οποίες είναι δομημένα το κράτος και η κοινωνία μας, με αποτέλεσμα να καθίσταται προσχηματική γενικότερα η λειτουργία των θεσμών. Το πελατειακό αυτό σύστημα, από τη φύση του αναξιοκρατικό και απαρχαιωμένο, συνιστά το κύριο ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Οι επαγγελματίες πολιτικοί έχουν αρχίσει εδώ και χρόνια να αποτελούν κάτι που μοιάζει με ιδιαίτερη κοινωνική τάξη και αρκετοί από αυτούς φαίνονται να διαμορφώνουν μια αντίστοιχη ταξική συνείδηση. Η τάξη αυτή εμφανίζει ημιφεουδαρχικά χαρακτηριστικά, είναι δηλ. το σημερινό αντίστοιχο της μεσαιωνικής τάξης των επαγγελματιών πολεμιστών - φεουδαρχών. Η πολιτική «τάξη» διατείνεται ότι προσωποποιεί τη δημοκρατία, εκπροσωπώντας τον λαό απέναντι στην κρατική εξουσία. Στην πραγματικότητα, όμως, και παρά την ύπαρξη αρκετών φωτεινών εξαιρέσεων, τα μέλη της στην πλειονότητά τους συμπεριφέρονται σαν ιδιοκτήτες της εξουσίας (και του δημόσιου χρήματος) και εκπρόσωποί της απέναντι στο θεωρητικά κυρίαρχο, αλλά πρακτικά υποταγμένο εκλογικό σώμα.
Η υποταγή αυτή επιτυγχάνεται με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτο, με τη σταδιακή οικοδόμηση επί δεκαετίες ολόκληρες ενός δαιδαλώδους συστήματος πελατειακών σχέσεων και προσωπικών εξυπηρετήσεων κάθε είδους. Και δεύτερο, με τον έλεγχο των διαπλεκόμενων μέσων μαζικής «ενημέρωσης» - επιβολής (ιδίως των μεγάλων, πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικών σταθμών), που προβάλλουν προνομιακά τα κόμματα εξουσίας, καταστρατηγώντας την επιταγή του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος για αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων.
Το ελληνικό πρόβλημα ωστόσο δεν εντοπίζεται μόνο στα πρόσωπα, αλλά αφορά και τα κόμματα. Με αρκετή δόση υπεραπλούστευσης μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι στις λεγόμενες «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» υφίστανται δύο κύριοι ιδεότυποι πολιτικών, στον άξονα αριστεράς-δεξιάς. Ο ένας, που θα μπορούσε κάπως σχηματικά να ονομασθεί «αριστερή» πολιτική, είναι η επιβολή υψηλών φορολογικών και άλλων βαρών στις πιο εύπορες τάξεις, ώστε να χρηματοδοτηθούν μηχανισμοί κοινωνικής αναδιανομής υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων. Το μειονέκτημα είναι ότι έτσι μπορεί να προκληθούν φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, ύφεση και ανεργία. Ο άλλος είναι η «δεξιά» πολιτική, δηλαδή ο ταυτόχρονος περιορισμός φόρων και κοινωνικών παροχών. Το μειονέκτημα εδώ είναι ότι οι οικονομικά ασθενέστεροι είναι πάντα συντριπτικά περισσότεροι και, αν ξεπερασθούν κάποια όρια, η δυσαρέσκειά τους μπορεί να εκδηλωθεί με ανατρεπτικό τρόπο. Τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανίκανα να εφαρμόσουν με συνέπεια είτε «αριστερές» είτε «δεξιές» πολιτικές, υπό τον φόβο των μειονεκτημάτων αυτών. Έτσι προτιμούσαν έναν τρίτο δρόμο, τον δρόμο της ανευθυνότητας και της μετάθεσης των δύσκολων επιλογών στο μέλλον, μέσω του υπερδανεισμού, τον οποίο καθιστούσε για αρκετά χρόνια βατό η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη και η μυωπία τότε των κεφαλαιαγορών. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η de facto απώλεια της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας και η ουσιαστική υποκατάσταση της ελληνικής κυβέρνησης από την περιβόητη «τρόικα».Η ανάταξη της εθνικής οικονομίας και η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι εφικτή μόνο εφόσον αφυπνισθεί η ελληνική κοινωνία. Χρειαζόμαστε μια ανανέωση σε βάθος του πολιτικού σκηνικού, ώστε να επιτευχθεί ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός της χώρας, πολύ βαθύτερος από την μεταπολίτευση του 1974. Όλα αυτά αποτελούν βέβαια πρώτιστα ζήτημα πολιτικού πολιτισμού. Ωστόσο προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει μια ριζική συνταγματική μεταρρύθμιση, μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος εντελώς διαφορετικής από τις προηγούμενες (του 1986, 2001 και 2008), η οποία θα αποσκοπούσε στην αναδόμηση της πολιτικής τάξης, των πολιτικών θεσμών και της δικαιοσύνης. Μια τέτοια αναθεώρηση θα έπρεπε να περιλάβει τουλάχιστον δώδεκα αλλαγές στο ισχύον Σύνταγμα.
ΙΙΙ. Έξι αλλαγές για την αναδόμηση της πολιτικής «τάξης»
Πρώτη αλλαγή θα έπρεπε να είναι η καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας, η υπέρβαση του οποίου θα συνεπάγεται αυτοδίκαια κώλυμα τόσο για την υποβολή νέας υποψηφιότητας όσο και για την εκλογή ως βουλευτή κάθε προσώπου που έχει υπερβεί ήδη το όριο αυτό (με σχετική προσθήκη νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 56 του Συντάγματος). Συζητήσιμο είναι το ακριβές ύψος του ορίου (ίσως κάπου μεταξύ 10 και 15 ετών) όπως και η τυχόν πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για τους εν ενεργεία βουλευτές. Το κώλυμα τούτο θα έπρεπε πάντως να είναι απόλυτο (δηλ. να μην αίρεται με κανένα τρόπο για το υπόλοιπο του βίου) και γενικό (δηλ. να ισχύει για όλες τις εκλογικές περιφέρειες της χώρας)[14]. Θα μπορούσε έτσι να παρεμποδιστεί, σε κάποιον βαθμό, η «επαγγελματοποίηση» των πολιτικών και η μετατροπή τους σε μια ιδιαίτερη, ημίκλειστη κοινωνική κατηγορία, με οιονεί «αριστοκρατικά» χαρακτηριστικά. Η ιδέα αυτή δεν είναι βέβαια καινούρια. Από την εποχή της γαλλικής επανάστασης ο πρωτεργάτης της έννοιας της συντακτικής εξουσίας, Emmanuel Sieyès, είχε διαπιστώσει την αναγκαιότητα να συγκροτηθεί η αντιπροσωπευτική συνέλευση κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην υπάρχει περιθώριο να αναπτύξει συντεχνιακή νοοτροπία και να μην «εκφυλισθεί σε αριστοκρατία» (la néccesite de constituer l’ assemblée représentative elle-même sur un plan qui ne lui permette pas de se former un esprit de corps, et de dégénerer en aristocratie). Για τον λόγο αυτόν πρότεινε να μην είναι εκλόγιμοι εκ νέου οι αντιπρόσωποι του έθνους μετά τη λήξη της θητείας τους, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο ικανού χρόνου, ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών στα δημόσια πράγματα και να αποτρέπεται η ιδιοποίησή τους από έναν αριθμό οικογενειών[15]. Ακολουθώντας ένα παρεμφερές σκεπτικό το πρώτο γαλλικό Σύνταγμα του 1791 (τίτλος τρίτος, κεφάλαιο πρώτο, τμήμα ΙΙΙ, άρθρο 6) προέβλεψε ότι «τα μέλη του νομοθετικού σώματος μπορούν να επανεκλεγούν στο επόμενο και δεν μπορούν (να επανεκλεγούν) στη συνέχεια, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο μιας νομοθετικής (περιόδου)». Οι επαναστατικές αυτές ιδέες εγκαταλείφθηκαν αργότερα, με την επικράτηση πιο συντηρητικών επιλογών, αλλά δεν στερούνται πραγματικού αντικρίσματος. Πιο πρόσφατα εξάλλου, η 3η ευρωπαϊκή διάσκεψη κατά της διαφθοράς που συνήλθε το 1998 στη Μαδρίτη στα πλαίσια διαδικασιών του συμβουλίου της Ευρώπης πρότεινε ως ένα από τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της πολιτικής διαφθοράς τη θέσπιση γενικά χρονικών περιορισμών στην κατοχή δημόσιων αξιωμάτων.
Δεύτερη αλλαγή στο συνταγματικό μας κείμενο, σε συνέχεια και συμπλήρωση της προηγούμενης, θα έπρεπε να είναι η αναθεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 81, έτσι ώστε στο εξής κανείς να μη μπορεί να διοριστεί μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός, αν δεν είναι (εν ενεργεία) βουλευτής. Θα εξέλιπε έτσι το φαινόμενο των «δοτών» υπουργών και υφυπουργών, που καταλαμβάνουν τις θέσεις αυτές χωρίς να έχουν υποστεί επιτυχώς τη βάσανο της διεκδίκησης της λαϊκής ψήφου, με «απευθείας ανάθεση» από τον πρωθυπουργό - κομματικό ηγεμόνα, και συνεπώς δεν εκφράζουν παρά μόνο την αυθαιρεσία του τελευταίου. Το κυριότερο όμως είναι ότι ο συνδυασμός του κωλύματος εκλογιμότητας, μετά τη συμπλήρωση ενός χρονικού ορίου βουλευτικής θητείας, με την απαγόρευση να διορισθεί μέλος της κυβέρνησης (άρα και πρωθυπουργός) όποιος δεν έχει τη βουλευτική ιδιότητα θα καθιστούσε πρακτικά ανέφικτη την πολυετή κατοχή του πρωθυπουργικού θώκου από το ίδιο πρόσωπο. Τούτο θα συνιστούσε στο εξής ογκώδες εμπόδιο για τη διαχρονική ταύτιση των κομμάτων εξουσίας με συγκεκριμένα πρόσωπα και/ή πολιτικές δυναστείες.
Παρενθετικά μπορεί να επισημανθεί εδώ ότι η παραπάνω σκέψη βρίσκεται στον αντίποδα προτάσεων για καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικού και υπουργικού αξιώματος, οι οποίες έχουν εισαχθεί στο παρελθόν στον δημόσιο διάλογο. Το επιχείρημα ότι ο βουλευτής-υπουργός καλείται να ελέγξει το έργο της κυβέρνησης όπου μετέχει και έτσι κρίνων και κρινόμενος ταυτίζονται ανεπίτρεπτα, παραβλέπει το γεγονός ότι στα περισσότερα κοινοβούλια της εποχής μας, και μεταξύ τους στο ελληνικό, υφίστανται σταθερές κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Συνεπώς εκ των πραγμάτων τον κύριο ρόλο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο διαδραματίζει η κοινοβουλευτική μειοψηφία και όχι η πλειοψηφία. Γενικότερα άλλωστε αποτελεσματικός πολιτικά διαχωρισμός μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορεί, όπως αποδεικνύει η ιστορική εμπειρία, να επιτευχθεί παρά μόνο αν διαχωρισθεί και η νομιμοποιητική βάση τους, με την καθιέρωση διακριτών εκλογικών διαδικασιών (για την άμεση ανάδειξη από τον λαό αφενός των μελών του νομοθετικού σώματος και αφετέρου του αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας, που επιλέγει στη συνέχεια τους υπουργούς). Κάτι τέτοιο βρίσκεται όμως εκτός των ορίων της αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος, αφού η θεμελιώδης και μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 καθιερώνει το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής (και όχι προεδρικής ή έστω ημι-προεδρικής) δημοκρατίας.
Τρίτη προτεινόμενη αλλαγή είναι η κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στο σύνολό του. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναθέτουν αποκλειστικά στη Βουλή την πρωτοβουλία για τον καταλογισμό ποινικής ευθύνης στα μέλη της κυβέρνησης και τους υφυπουργούς για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά παρέκκλιση από τις ποινικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες και θα εφαρμόζονταν και για τους υπουργούς, αν δεν υφίστατο το άρθρο 86 Συντ. Υποτίθεται πως η παρεμβολή του νομοθετικού σώματος συνιστά «φραγμό στη δικαστικοποίηση της πολιτικής ζωής».
Ωστόσο θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι από την άποψη αυτή το άρθρο 86 παρ. 1 δεν προσθέτει τίποτε ουσιαστικό στην απορρέουσα ήδη από το ακαταδίωκτο του βουλευτή (άρθρο 62 παρ. 1 Συντ.) εγγύηση. Εάν ένας τέως υπουργός (αφού πρακτικά πρόκειται κυρίως για ευθύνη των τέως υπουργών) εξακολουθεί να μετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή, ώστε να τίθεται θέμα «δικαστικοποίησής» της, τότε κατά κανόνα θα έχει τη βουλευτική ιδιότητα και άρα θα απαιτούνταν οπωσδήποτε, αν δεν υπήρχε η ειδική ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ., η άδεια του κοινοβουλίου για τη δίωξή του. Εξάλλου εφόσον καταργηθούν οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί δεν θα τίθεται θέμα προστασίας πέρα από τα όρια του ακαταδίωκτου του βουλευτή.
Η τέταρτη αλλαγή θα έπρεπε να είναι η περιστολή του ακαταδίωκτου του βουλευτή, η εφαρμογή του οποίου έχει οδηγήσει στην πράξη σε πλήρη ποινική ασυδοσία, αφού η Βουλή δεν παρέχει σχεδόν ποτέ άδεια δίωξης, ακόμη και για αξιόποινες πράξεις καταφανώς άσχετες με την πολιτική δραστηριότητα των μελών της. Τούτο είχε ως συνέπεια καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο των εκάστοτε αντιδίκων των βουλευτών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ένα αντίδοτο εδώ θα μπορούσε να είναι η προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 62 του Συντάγματος, περίπου κατά το πρότυπο του άρθρου 57 του αυστριακού Συντάγματος. Το τελευταίο καθιερώνει, στην παρ. 2, τον γενικό κανόνα του ακαταδίωκτου των μελών της αυστριακής Εθνοσυνέλευσης για ποινικά αδικήματα αν δεν προηγηθεί άδεια του σώματος, αλλά κατ’ εξαίρεση η παρ. 3 επιτρέπει στις αρμόδιες (εισαγγελικές) αρχές την άσκηση δίωξης χωρίς τέτοια άδεια όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που καταφανώς στερείται κάθε συνδέσμου (offensichtlich in keinem Zusammenhang steht) με την πολιτική δραστηριότητά τους. Παρέχεται ωστόσο στον κατηγορούμενο και σ’ αυτή την περίπτωση η δυνατότητα να ζητήσει από την Εθνοσυνέλευση να αποφανθεί αντίθετα. Επιπρόσθετα θα μπορούσε να προβλεφθεί στο άρθρο 62 του Συντάγματος ότι η Βουλή αποφασίζει πάντοτε με ονομαστική ψηφοφορία, κι όχι απλώς με ανάταση χεριού ή έγερση και κατ’ εξαίρεση ονομαστικά, όπως προβλέπεται σήμερα (άρθρο 83 παρ. 7 Κώδικα Κανονισμού της Βουλής- Κοινοβ. Μέρος), προκειμένου οι βουλευτές να επιβαρύνονται ατομικά, κατά τον πλέον πανηγυρικό τρόπο, με το πολιτικό κόστος αρνήσεων παροχής της άδειας με συντεχνιακά κριτήρια.
Το πέμπτο σημείο μιας συνταγματικής αναθεώρησης με στόχο τη ριζική μεταβολή του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος θα ήταν η καταπολέμηση του φαινομένου της κατ’ ουσία εξαγοράς βουλευτικών εδρών από υποψήφιους που δαπανούν υπέρογκα χρηματικά ποσά στην προεκλογική τους εκστρατεία. Οι σχετικές διατάξεις των εδ. γ΄ και δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. έχουν καταστεί ανενεργές στην πράξη, αφού το προβλεπόμενο ειδικό όργανο, δηλ. η μικτή (από βουλευτές και δικαστές) επιτροπή του άρθρου 11 ν. 3023/2002 δεν ανταποκρίνεται στην αποστολή του[23] και δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή, για αντικειμενικούς λόγους (πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών μελών, έλλειψη ειδικών γνώσεων και μη αποκλειστική απασχόληση των μελών, ανυπαρξία εξειδικευμένου βοηθητικού - ελεγκτικού προσωπικού). Έστω όμως κι αν η επιτροπή ανασυγκροτηθεί και καταστεί λειτουργικότερη με πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη, δεν αποτελεί επαρκή εγγύηση για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών χιλιάδων υποψηφίων βουλευτών. Θα έπρεπε συνεπώς να προβλεφθεί, με την προσθήκη σχετικής νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 57 του Συντάγματος, η δυνατότητα υποβολής ένστασης από όποιον έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με απόφαση του τελευταίου, εφόσον ο βουλευτής έχει υπερβεί το νομοθετικά καθοριζόμενο όριο εκλογικών δαπανών.
Έκτο σημείο είναι η εξαφάνιση, πέρα από τους «δοτούς» υπουργούς, και των «δοτών» βουλευτών, δηλαδή η κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 54 Συντ. και του θεσμού των βουλευτών «επικρατείας». Η ύπαρξη βουλευτών δύο ταχυτήτων ενισχύει τα ηγεμονικά καθεστώτα μέσα στα πολιτικά κόμματα, αφού στην πράξη η κατάρτιση του ψηφοδελτίου «επικρατείας» αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του αρχηγού του κόμματος και, στην περίπτωση των κομμάτων εξουσίας, καταλήγει σε απευθείας ανάθεση βουλευτικού αξιώματος σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του. Συνεπώς η κατάργηση των βουλευτών Επικρατείας μπορεί να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού μας συστήματος. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο μοναδικός δημοκρατικά θεμιτός τρόπος ανάδειξης των προσώπων που στελεχώνουν το κοινοβούλιο είναι η ψήφος (σταυρός) ατομικής προτίμησης (άρθρο 65 της κωδικοποιημένης εκλογικής νομοθεσίας). Διεθνώς υφίσταται ποικιλία εκλογικών συστημάτων, τα οποία συνδυάζουν με διάφορους τρόπους τη δυνατότητα του ψηφοφόρου να επιλέξει μεταξύ τόσο κομμάτων όσο και προσώπων στις βουλευτικές εκλογές. Τέτοιο είναι, μεταξύ άλλων, το ισχύον στις εκλογές για την ανάδειξη της γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag) σύστημα, αφού εκεί προβλέπεται διαδικασία προκριματικών (εσωκομματικών) εκλογών υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο, ενώ περαιτέρω περιθώριο επίδρασης στη συγκρότηση της Ομοσπονδιακής Βουλής, σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα, παρέχει κατ’ αποτέλεσμα στους ψηφοφόρους η διπλή ψήφος, σε μονοεδρικές και πολυεδρικές περιφέρειες. Από τα όσα έχουν δει πάντως το φως της δημοσιότητας σε σχέση με προθέσεις του κοινού νομοθέτη να καταργήσει την ψήφο προτίμησης και να εισάγει ένα νέο εκλογικό σύστημα, κατά το πρότυπο, υποτίθεται, του γερμανικού, συνάγεται ότι θα πρόκειται μάλλον για ένα σύστημα ουσιωδώς διαφορετικό, το οποίο θα ενέχει σοβαρό κίνδυνο θεσμοποίησης και ολοκλήρωσης της εσωκομματικής ηγεμονίας, με την απώλεια κάθε πραγματικής πολιτικής οντότητας των βουλευτών.
ΙV. Τρεις αλλαγές για τον εκδημοκρατισμό των πολιτικών θεσμών
Οι έξι παρεμβάσεις στον θεμελιώδη νόμο της χώρας, οι οποίες προτάθηκαν παραπάνω, αναφέρονται κυρίως στο πολιτικό προσωπικό. Ριζική μεταρρύθμιση χρειάζεται όμως και στους πολιτικούς θεσμούς και στο ζήτημα αυτό αναφέρονται οι επόμενες τρεις (συν μία) προτάσεις.
Η έβδομη, από τις συνολικά δώδεκα, προτεινόμενη αλλαγή αφορά την καρδιά του πολιτικού συστήματος, τα πολιτικά κόμματα. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, τα περισσότερα από αυτά, και ιδίως τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο διακρίνονται για το έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας, αλλά και γενικότερα βρίσκονται σε πορεία αποθέσμισης (αφού τα καταστατικά τους εφαρμόζονται επιλεκτικά και πάντως όχι σε ό,τι αφορά τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και έτσι προσλαμβάνουν προσχηματικό χαρακτήρα[27]). Το κομβικό αυτό ζήτημα δεν μπορεί βέβαια να αντιμετωπισθεί ούτε αποκλειστικά ούτε καν κατά κύριο λόγο με συνταγματικές ή νομοθετικές ρυθμίσεις, αφού η οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων αντανακλά προεχόντως τον πολιτικό πολιτισμό μιας χώρας. Εξάλλου η επιβολή «της» εσωκομματικής δημοκρατίας με κανόνες θεσπισμένους από το κράτος προσκρούει στο γεγονός ότι υπάρχουν περισσότερες της μιας θεωρήσεις για την έννοια της δημοκρατίας, ενώ εγγενείς δυσχέρειες υφίστανται και ως προς την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων για την ενδεχόμενη «παρεκβατική» αντίληψη ενός κόμματος περί δημοκρατίας. Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα η εσωκομματική δημοκρατία πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη (στο άρθρο 29 παρ. 1 εδ. α΄ Συντ.) αρχή, παραπληρωματικά προς την αρχή της μη επέμβασης του κράτους στα εσωτερικά των κομμάτων[28]. Ενόψει όμως και του μονόπλευρου προσανατολισμού της ελληνικής νομολογίας προς τη μη-επέμβαση[29], η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας χρειάζεται σαφέστερη και πληρέστερη κατοχύρωση. Ευκταίο μάλιστα θα ήταν τούτο να συνοδευτεί και με ρητή συνταγματική μνεία για τα καταστατικά των κομμάτων, αφού μέσω εκείνων ακριβώς μπορεί και πρέπει να εκφρασθεί η αντίληψη καθενός κόμματος για τη δημοκρατία και τη λειτουργία της στο εσωτερικό του, με την έννοια και της ανάληψης σχετικής αυτοδέσμευσης. Συνεπώς το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των οποίων οφείλει να ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως εξειδικεύονται στο καταστατικό καθενός από αυτά».
Εξίσου σοβαρό με την έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας και την αποθέσμιση των κομμάτων είναι το θέμα της αδιαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση. Από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς τους προκύπτει ότι τα κόμματα, και ιδίως τα δύο μεγάλα, συντηρούνται χάρη στην κρατική επιχορήγηση και στα τραπεζικά δάνεια (κυρίως από την υπό κρατικό έλεγχο Αγροτική Τράπεζα) με εγγύηση τις επιχορηγήσεις των επόμενων ετών, ενώ οι φανερές εισφορές των μελών και φίλων τους καλύπτουν ασήμαντο μέρος των δαπανών τους. Πέρα από τα δηλωμένα έσοδα - έξοδα βέβαια είναι κοινό μυστικό ότι υπάρχουν μεγάλου ύψους αφανείς χρηματοδοτήσεις προς τα κόμματα από τον επιχειρηματικό κόσμο και αντίστοιχες αφανείς δαπάνες.
Σε μια δημοκρατία κάπως αντάξια του ονόματός της τα κόμματα οφείλουν να είναι οργανισμοί μέσω των οποίων η κοινωνία ελέγχει την εξουσία, πρώτιστα την πολιτική και κατ’ επέκταση και την οικονομική (αφού ο νομοθέτης θεσπίζει το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας). Στην πραγματικότητα όμως στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίστροφο: Τα κόμματα εξουσίας είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών και τα διαπλεκόμενα με αυτήν ιδιωτικά συμφέροντα επιβάλλουν τον έλεγχό τους στην κοινωνία. Γι’ αυτό και η χρηματοδότησή τους προέρχεται κατά μικρό μέρος από την κοινωνία, δηλαδή από τις φανερές συνεισφορές φίλων και μελών, και κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος από το κράτος και την ολιγαρχία των «αφανών» χρηματοδοτών. Η προνομιακή πρόσβασή τους στις δύο τελευταίες πηγές χρήματος τους παρέχει τεράστιο οργανωτικό πλεονέκτημα απέναντι σε οποιονδήποτε νέο σχηματισμό θα μπορούσε να εκφράσει με πιο αυθεντικό τρόπο την κοινωνία.
Ο εκδημοκρατισμός της χώρας προϋποθέτει την επιβολή διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων, με κατάλληλες ρυθμίσεις στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας (π.χ. απαγόρευση κάθε συναλλαγής σε μετρητά και διοχέτευση όλων των χρηματικών ροών καθενός σε αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό, ονομαστικές μόνο συνεισφορές φίλων και μελών όχι ανώτερες ενός συγκεκριμένου ποσού σε ετήσια βάση κ.ά.). Η κύρωση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης κάποιου κόμματος προς τις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι η διάλυσή του ή η απαγόρευση των συνδυασμών του στις βουλευτικές εκλογές, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντιδημοκρατικό εξουσιαστικό περιορισμό του πολιτικού πλουραλισμού. Η κύρωση θα μπορούσε όμως να είναι η στέρηση ενός μέρους ή και ολόκληρης της κρατικής χρηματοδότησης του «παραβατικού» κόμματος. Σε συνέχεια συνεπώς της αναθεώρησης της παρ. 1 του άρθρου 29, θα ήταν χρήσιμο[32] να διευκρινισθεί στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι δικαίωμα στην κρατική ενίσχυση δεν έχουν όλα τα κόμματα αδιακρίτως. Ειδικότερα το εδ. α΄ της παραγράφου αυτής θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Κόμματα που συμμετέχουν στις βουλευτικές εκλογές έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει, εφόσον ανταποκρίνονται στις εγγυήσεις διαφάνειας του επόμενου εδαφίου». Παράλληλα χρειάζεται να ενισχυθούν οι εγγυήσεις αυτές από διαδικαστική άποψη με την ανάθεση του ελέγχου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αντί της αποδεδειγμένα αναποτελεσματικής μικτής επιτροπής (βουλευτές - δικαστικοί λειτουργοί) του εδ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. (και του άρθρου 21 ν. 3023/2002). Το εδάφιο αυτό δεν έχει συνεπώς λόγο ύπαρξης και πρέπει να καταργηθεί και αντικατασταθεί με σχετική προσθήκη στο άρθρο 98 Συντ., όπως εκτίθεται παρακάτω (V). Ταυτόχρονα βέβαια πρέπει να απαλειφθούν οι τελευταίες οκτώ λέξεις του προηγούμενου εδαφίου γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 («με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου»).
Η όγδοη σκέψη αλλαγής αφορά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος και τον θεσμό του δημοψηφίσματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την προκήρυξη δημοψηφίσματος σύμφωνα με την παραπάνω συνταγματική διάταξη έχουν καταστρωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε πρακτικά σχεδόν να αποκλείεται η διεξαγωγή του, ειδικά μάλιστα μετά την αναθεώρηση του 1986[33]. Και τούτο διότι η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (απόλυτη αν πρόκειται για κρίσιμο εθνικό θέμα, κατά το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 44, και τριών πέμπτων, αν πρόκειται για ψηφισμένο νομοσχέδιο, κατά το εδ. β΄ της ίδιας), στις οποίες ανήκει πια η σχετική πρωτοβουλία και απόφαση, σχεδόν ποτέ δεν θα εύρισκαν λόγο να προκηρύξουν δημοψήφισμα, αφού έτσι ουσιαστικά θα εκχωρούσαν μέρος της εξουσίας τους. Ο θεσμός μπορεί και πρέπει να αναμορφωθεί έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματικό αντίβαρο στην εξουσία αυτή και όργανο ελέγχου της από το εκλογικό σώμα[34]. Ως πηγή έμπνευσης για μια παρόμοια αναμόρφωση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η παράγραφος 42 του Συντάγματος της Δανίας, που προβλέπει την πρόκληση αρνητικού νομοθετικού δημοψηφίσματος ως δικαίωμα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας[35]. Αν και η δανική ρύθμιση είναι υπερφορτωμένη με περιττές για συνταγματικό κείμενο λεπτομέρειες, η κεντρική της ιδέα οδηγεί, δυνητικά τουλάχιστο, στην τόνωση της δημοκρατικής συνιστώσας του πολιτεύματος. Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι προκηρύσσεται δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο, εφόσον υποβληθεί σχετική γραπτή αίτηση από τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών της Βουλής (Folketing) μέσα σε μια σύντομη προθεσμία (τρεις εργάσιμες ημέρες από την ψήφισή του). Το νομοσχέδιο απορρίπτεται αν καταψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία όσων προσέλθουν στις κάλπες και εφόσον αυτοί δεν είναι λιγότεροι από το 30% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Αποκλείεται πάντως η υποβολή στη δοκιμασία αυτή του προϋπολογισμού, φορολογικών και συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων κ.ά. Ακόμη πιο προχωρημένο, προς την κατεύθυνση της εισαγωγής στοιχείων άμεσης δημοκρατίας, είναι το άρθρο 75 του ιταλικού Συντάγματος[36], όπου προβλέπεται η διεξαγωγή καταργητικού νομοθετικού δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία (όταν δηλ. ζητηθεί η κατάργηση νόμου, ή άλλης πράξης με ισχύ νόμου, από τουλάχιστον 500.000 ψηφοφόρους), και εκεί με την εξαίρεση ορισμένων αντικειμένων (φορολογικοί νόμοι, κύρωση διεθνών συμβάσεων κ.ά.). Η παρ. 4 του άρθρου 75 απαιτεί τη συμμετοχή της (απόλυτης) πλειοψηφίας όσων έχουν το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα και τη θετική ψήφο της (απόλυτης) πλειοψηφίας τους για την αποδοχή του ερωτήματος που τους τέθηκε (δηλ. για την κατάργηση του προσβαλλόμενου νόμου). Το «προτέρημα» των νομοθετικών δημοψηφισμάτων, είτε εγγύτερα στη δανική είτε στην ιταλική εκδοχή, είναι ότι το ερώτημα είναι προκαθορισμένο, κατά κάποιο τρόπο, από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία ψήφισε το νομοσχέδιο ή το νόμο και δεν τίθεται αυθαίρετα από τους βουλευτές (συνήθως της αντιπολίτευσης) ή τους εκλογείς που υπογράφουν την αίτηση. Διασφαλίζεται έτσι μια εύλογη ισορροπία μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, με τελικό κριτή τον κυρίαρχο λαό.
Η ένατη αλλαγή που θα μπορούσε να συνεισφέρει προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού της ελληνικής πολιτείας θα ήταν η αναθεώρηση του εδ. στ΄ της παρ. 5 του άρθρου 74 Συντ. («σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή»). Το εδάφιο αυτό αδρανοποιεί ουσιαστικά την περιεχόμενη στα εδ. β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου απαγόρευση εισαγωγής για συζήτηση στη Βουλή νομοσχεδίων τα οποία περιέχουν διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους και περαιτέρω άσχετων με το τελευταίο προσθηκών ή τροπολογιών, αφού αναθέτει την κρίση (μόνο) στη Βουλή. Αποκλείει έτσι έμμεσα τον δικαστικό έλεγχο, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη άσχετων με το κύριο αντικείμενο του νόμου διατάξεων συνιστά πρόδηλα θέμα αναγόμενο στο περιεχόμενο του τελευταίου (και με την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 93 Συντ.), και όχι στα interna corporis του νομοθετικού σώματος. Η συνέπεια είναι ότι οι περισσότεροι νόμοι βρίθουν από άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους διατάξεις, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πειθήνια αποδέχεται τα κυβερνητικά νομοσχέδια και συχνά τα επιβαρύνει με άσχετες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής προερχόμενες από τους βουλευτές. Η άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας προσλαμβάνει έτσι ενίοτε χαρακτηριστικά αδιαφάνειας και σπασμωδικής αντίδρασης σε αιτήματα και πιέσεις διαφόρων ειδικών συμφερόντων[37]. Η θεραπεία θα μπορούσε να είναι η αντικατάσταση του εδαφίου στ΄ με τη ρητή μνεία ότι η παράβαση των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 74 Συντ. υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο για νόμους ψηφισμένους μετά τη (μελλοντική) αναθεώρηση του Συντάγματος.
V. Τρεις αλλαγές στην οργάνωση της δικαιοσύνης
Πέρα από τις παθογένειες της πολιτικής «τάξης» και των πολιτικών θεσμών, η χώρα μας εξακολουθεί να υποφέρει και από ό,τι διαπρεπής θεωρητικός είχε προσφυώς ονομάσει πριν από αρκετά χρόνια «το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου»[38]. Ζητήματα αιχμής αποτελούν εδώ το έλλειμμα εσωτερικής ιδίως δικαστικής ανεξαρτησίας και το αναποτελεσματικό σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Η δέκατη επιμέρους παρέμβαση στο ισχύον συνταγματικό κείμενο θα έπρεπε λοιπόν να είναι η αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος. Θα ήταν χρήσιμη η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στην παρ. 5, με την οποία να διευκρινίζεται ότι δεν επιτρέπεται η θέσπιση περισσότερων της μιας ή δύο θέσεων αντιπροέδρου σε καθένα από τα τρία ανώτατα δικαστήρια. Ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων δεν εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες των τελευταίων, παρά μόνο την επιδίωξη των κυβερνώντων να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στη δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας συχνότερα το δέλεαρ της προαγωγής στις θέσεις εκείνες. Τα τμήματα των δικαστηρίων αυτών θα μπορούσαν να τελούν υπό την προεδρία του αρχαιότερου μέλους τους. Οξύ είναι ωστόσο το γενικότερο πρόβλημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας, ιδίως για την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 90 του Συντάγματος έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι, χωρίς να διασφαλίζει την αξιοκρατία, οδηγεί στον ασφυκτικό έλεγχο της δικαιοδοτικής συμπεριφοράς των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τον Άρειο Πάγο. Έτσι όμως τα ηλικιωμένα μέλη του τελευταίου, που για τον λόγο αυτόν εμφορούνται συνήθως στην πλειοψηφία τους από συντηρητικές νομικές και κοινωνικές αντιλήψεις, επηρεάζουν υπέρμετρα την απονομή της δικαιοσύνης. Θα ήταν επομένως χρήσιμη η αναθεώρηση των παραπάνω διατάξεων, κατά τρόπο ώστε να δοθεί στον κοινό νομοθέτη, ενδεχομένως με ειδικές προϋποθέσεις (π.χ. νόμος εφάπαξ εκδιδόμενος και ψηφισμένος με αυξημένη, πέρα και από την απόλυτη, πλειοψηφία), η δυνατότητα να θεσπίσει ένα, δεσμευτικό για τα κρίνοντα όργανα (ανώτατο δικαστικό συμβούλιο ή ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου), σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων τουλάχιστον για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις δικαστών και εισαγγελέων.
Η ενδέκατη αλλαγή θα ήταν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω (IV) η προσθήκη νέας περίπτωσης η΄ στην παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος, με την οποία να συμπεριληφθεί στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων. Εξυπακούεται ότι, προκειμένου να έχει νόημα η προσθήκη αυτή θα πρέπει ο αρμόδιος σχηματισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου να υποστηριχθεί από εξειδικευμένο επιστημονικό υπαλληλικό προσωπικό και γενικότερα τη σχετική οργανωτική υποδομή.
Η δωδέκατη ενδεδειγμένη αλλαγή είναι η ενίσχυση της συνταγματικής νομιμότητας με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το υφιστάμενο σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, με καταγωγή από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αποτελεί προφανή αναχρονισμό. Πρέπει και στη χώρα μας να αντιληφθούμε ότι η συνέχιση της ύπαρξης ενός αντισυνταγματικού νόμου, μετά τη δικαστική διάγνωση της αντισυνταγματικότητας αυτής, αποτελεί μείζονα ανωμαλία, υπονομευτική της όλης έννομης τάξης, καθώς και ότι τα συνταγματικά δικαιοδοτικά έργα είναι δυσβάστακτα για τα χωρίς ειδίκευση δικαστήρια. Χρειαζόμαστε επομένως ένα ειδικό συνταγματικό δικαιοδοτικό όργανο, ανάλογο εκείνων που λειτουργούν με επιτυχία εδώ και δεκαετίες στη μεγάλη πλειονότητα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών (όπως τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Γερμανίας, Ιταλίας και Ισπανίας, το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας κ.λ.π.). Αυτό πρέπει να έχει μόνιμη σύνθεση, από μέλη μακράς θητείας και αποκλειστικής απασχόλησης, εκλεγμένα με αυξημένη πλειοψηφία κυρίως από τη Βουλή, και να διαθέτει, εκτός από τις σημερινές αρμοδιότητες του ΑΕΔ, και την αρμοδιότητα ακύρωσης αντισυνταγματικής διάταξης νόμου, ύστερα από παραπομπή από οποιοδήποτε δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια διάταξη, κρίσιμη για τη διάγνωση επίδικης διαφοράς, είναι αντισυνταγματική. Ευκταίο θα ήταν επίσης να του ανατεθεί η δικαιοδοτική επίλυση διαφορών σχετικών με το κύρος της εκλογής και των ρυθμιστικών διαταγμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας[39].
VI. Η ανέφικτη αναθεώρηση
Μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την περαιτέρω διολίσθηση προς τον εκφεουδαρχισμό του ελληνικού δημόσιου βίου θα έπρεπε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δώδεκα σημεία που προαναφέρθηκαν (άρθρα 29, 44, 54, 56, 57, 62, 74, 81, 86, 90, 98, 100). Χρήσιμη, αν και όχι άμεσα αναγκαία, για την επίτευξη του ίδιου στόχου και γενικότερα για την προσαρμογή του Συντάγματός μας στα δεδομένα της εποχής μας, θα ήταν η επέκτασή της και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως στο άρθρο 3 προκειμένου να επιτευχθεί ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους, στο άρθρο 48 ώστε να καταργηθεί ή να συρρικνωθεί δραστικά ο πρόσφορος σε καταχρήσεις θεσμός της κατάστασης πολιορκίας, στο άρθρο 21, προκειμένου να κατοχυρωθεί ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για όσους δεν είναι ικανοί για εργασία και στερούνται οικονομικών πόρων κ.ά.
Όλα αυτά βέβαια αποτελούν, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον, απλά σχέδια επί χάρτου. Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένει κανείς από το πολιτικό μας σύστημα μια συνταγματική αναθεώρηση που θα συνέβαλε στην υπέρβασή του. Από την άλλη πλευρά, τις τάσεις εκφεουδαρχισμού της πολιτικής δεν τις τροφοδοτεί βέβαια το Σύνταγμα, αλλά οι πραγματικές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Αν αυτές μπορέσουν να αναταχθούν, μεταξύ άλλων με την επικράτηση δημοκρατικά οργανωμένων κομμάτων αρχών, με την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού χωρίς κληρονόμους, δοτούς, αγοραστές κ.ο.κ., τότε μια συνταγματική αναθεώρηση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά θα ερχόταν απλώς να επιβεβαιώσει τον συντελεσμένο στην πράξη εκδημοκρατισμό.
Το ζητούμενο για την κοινωνία μας είναι να αντικαταστήσει τις σημερινές ιεραρχικού-φεουδαρχικού τύπου πελατειακές πυραμίδες με θεσμοποιημένους πολιτικούς οργανισμούς, οι οποίοι θα αντιπροσωπεύουν την κοινωνία έναντι του κράτους και όχι το αντίστροφο.
Το ζητούμενο είναι ακόμη να τερματιστεί η αναπαραγωγή μιας ημίκλειστης τάξης επαγγελματικών της πολιτικής και να διαχωριστεί η δημόσια - πολιτική από την ιδιωτική - οικονομική εξουσία.
Το ζητούμενο τελικά είναι να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από ένα πολιτικό σύστημα επιφανειακά μόνο δημοκρατικό, όπως αυτό που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, σε ένα νέο και περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και κυρίως των κομμάτων.
http://www.constitutionalism.gr/html/ent/056/ent.2056.asp
Ετικέτες
ΠΟΛΙΤΕΙΑ/ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ,
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ
Κ. Iορδανιδης-Ολική καταστροφή
12-06-11 -- http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_12/06/2011_445593
Ολική καταστροφή
Tου Κωστα Iορδανιδη
O άθλος του πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου και του οικονομικού επιτελείου του είναι ότι περιήγαγαν το ΠΑΣΟΚ, την Ελλάδα, την Ευρωζώνη, και εν γένει την Ευρωπαϊκή Ενωση σε κατάσταση νευρικής κρίσεως. Ηγέτες ή γραφειοκράτες διεθνούς διαμετρήματος, με συμπεριφορές προβλέψιμες επί σειρά ετών, έχουν αρχίσει πλέον και λειτουργούν στην κυριολεξία ως νευρόσπαστα, δημοσιοποιώντας ως αφελή πολιτικά μειράκια όσα πριν από λίγα χρόνια διατύπωναν εν κρυπτώ και παραβύστω.
Οι ρυθμοί του κ. Παπανδρέου, οι απεραντολογίες των υπουργών του, ο ερασιτεχνισμός του οικονομικού επιτελείου του, αποσυντόνισαν και το ευρωπαϊκό σύστημα, που ούτως ή άλλως, είναι αλήθεια, δεν βρίσκεται και στην καλύτερη κατάσταση. Πρέπει να ομολογηθεί πως πρόκειται για επίτευγμα, για όσους τουλάχιστον επιζητούν δημοσιότητα, έστω και αρνητική, όταν ασφυκτιούν εντός των εθνικών ορίων.
Είναι αλήθεια ότι ως «Κόμμα Ανατολικό» από μίαν άποψη, το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπιζε με δυσπιστία τα πρώτα χρόνια της μεταπολιτεύσεως τους μηχανισμούς της Δύσης. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» εξέφραζε την «ανατολική» αυτή αντίληψη, με τρόπο πράγματι αυθεντικό. Οσο ηγείτο του «Κινήματος» ο Ανδρέας Παπανδρέου ουδέποτε συμφιλιώθηκε με την ιδέα του ΝΑΤΟ.
Αλλά η όσμωση των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ με την Ευρώπη -ΕΟΚ και Ευρωπαϊκή Ενωση στη συνέχεια- ανάδειξε σταδιακώς μια αντίληψη, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «κρατικιστική επιχειρηματικότητα», που όντως λειτούργησε για ένα διάστημα. Το ελληνικό σύστημα -πολιτικοί, επιχειρηματίες τμήμα της κοινωνίας με την ευρύτερη έννοια της λέξης- λειτούργησαν ως απροσάρμοστοι λεβαντίνοι, σε μια νέα εκδοχή. Λειτούργησαν με άλλα λόγια κατά τη φύση τους.
Περιττό να σημειωθεί ότι η λεγόμενη Δεξιά παρακολούθησε τις εξελίξεις με αμηχανία, ωσάν να βρίσκονταν σε απόσυρση. Το ΠΑΣΟΚ επέβαλε στην κοινωνία δικό του ρυθμό και ύφος. Κατέστη -δίχως φυσικά να ομολογείται- πρότυπο κόμματος εξουσίας, διατηρώντας, όμως, συγκριτικά, τεράστιο πλεονέκτημα στη νομή του δημοσίου πλούτου. Στη Ν.Δ. απέμεινε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η «ευρωπαϊκή ρητορεία».
Με αυτόν τον τρόπο πορεύθηκε η Ελλάς στη διάρκεια της μεταπολιτεύσεως και ειδικότερα τα τελευταία τριάντα χρόνια, που είναι πλήρες μέλος του ευρωπαϊκού συστήματος. Διαδοχικές κυβερνήσεις όλο αυτό το διάστημα, καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση του «θαύματος» της «χρυσής εποχής», της «αενάου αναπτύξεως» και ήρθε η ώρα της καταστροφής σαθρού οικοδομήτατος, που απειλεί πως θα συμπαρασύρει μια άλλη κατάκτηση της μεταπολιτεύσεως, τους «δημοκρατικούς θεσμούς».
Δεν είναι παράδοξο ότι η κυβέρνηση περιέπεσε σε φάση καταθλίψεως, αποδιοργανώσεως και ασυναρτησίας. Δεν είναι παράδοξο ότι επιχειρεί να ενοχοποιήσει το σύνολο της κοινωνίας, τον κάθε εργαζόμενο πολίτη, για έλλειψη προνοητικότητος όταν το σύστημα τον ωθούσε συστηματικά σε αλόγιστη κατανάλωση. Δεν είναι παράδοξο ότι ο κ. Παπανδρέου δυσανασχετεί όταν καλείται επί της ουσίας να αναλάβει τον ρόλο του ολικού καταστροφέα του οικονομικού οικοδομήματος της μεταπολιτεύσεως. Αλλα είχε υπ’ όψιν του όταν διεκδικούσε την εξουσία.
Ολική καταστροφή
Tου Κωστα Iορδανιδη
O άθλος του πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου και του οικονομικού επιτελείου του είναι ότι περιήγαγαν το ΠΑΣΟΚ, την Ελλάδα, την Ευρωζώνη, και εν γένει την Ευρωπαϊκή Ενωση σε κατάσταση νευρικής κρίσεως. Ηγέτες ή γραφειοκράτες διεθνούς διαμετρήματος, με συμπεριφορές προβλέψιμες επί σειρά ετών, έχουν αρχίσει πλέον και λειτουργούν στην κυριολεξία ως νευρόσπαστα, δημοσιοποιώντας ως αφελή πολιτικά μειράκια όσα πριν από λίγα χρόνια διατύπωναν εν κρυπτώ και παραβύστω.
Οι ρυθμοί του κ. Παπανδρέου, οι απεραντολογίες των υπουργών του, ο ερασιτεχνισμός του οικονομικού επιτελείου του, αποσυντόνισαν και το ευρωπαϊκό σύστημα, που ούτως ή άλλως, είναι αλήθεια, δεν βρίσκεται και στην καλύτερη κατάσταση. Πρέπει να ομολογηθεί πως πρόκειται για επίτευγμα, για όσους τουλάχιστον επιζητούν δημοσιότητα, έστω και αρνητική, όταν ασφυκτιούν εντός των εθνικών ορίων.
Είναι αλήθεια ότι ως «Κόμμα Ανατολικό» από μίαν άποψη, το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπιζε με δυσπιστία τα πρώτα χρόνια της μεταπολιτεύσεως τους μηχανισμούς της Δύσης. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» εξέφραζε την «ανατολική» αυτή αντίληψη, με τρόπο πράγματι αυθεντικό. Οσο ηγείτο του «Κινήματος» ο Ανδρέας Παπανδρέου ουδέποτε συμφιλιώθηκε με την ιδέα του ΝΑΤΟ.
Αλλά η όσμωση των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ με την Ευρώπη -ΕΟΚ και Ευρωπαϊκή Ενωση στη συνέχεια- ανάδειξε σταδιακώς μια αντίληψη, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «κρατικιστική επιχειρηματικότητα», που όντως λειτούργησε για ένα διάστημα. Το ελληνικό σύστημα -πολιτικοί, επιχειρηματίες τμήμα της κοινωνίας με την ευρύτερη έννοια της λέξης- λειτούργησαν ως απροσάρμοστοι λεβαντίνοι, σε μια νέα εκδοχή. Λειτούργησαν με άλλα λόγια κατά τη φύση τους.
Περιττό να σημειωθεί ότι η λεγόμενη Δεξιά παρακολούθησε τις εξελίξεις με αμηχανία, ωσάν να βρίσκονταν σε απόσυρση. Το ΠΑΣΟΚ επέβαλε στην κοινωνία δικό του ρυθμό και ύφος. Κατέστη -δίχως φυσικά να ομολογείται- πρότυπο κόμματος εξουσίας, διατηρώντας, όμως, συγκριτικά, τεράστιο πλεονέκτημα στη νομή του δημοσίου πλούτου. Στη Ν.Δ. απέμεινε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η «ευρωπαϊκή ρητορεία».
Με αυτόν τον τρόπο πορεύθηκε η Ελλάς στη διάρκεια της μεταπολιτεύσεως και ειδικότερα τα τελευταία τριάντα χρόνια, που είναι πλήρες μέλος του ευρωπαϊκού συστήματος. Διαδοχικές κυβερνήσεις όλο αυτό το διάστημα, καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση του «θαύματος» της «χρυσής εποχής», της «αενάου αναπτύξεως» και ήρθε η ώρα της καταστροφής σαθρού οικοδομήτατος, που απειλεί πως θα συμπαρασύρει μια άλλη κατάκτηση της μεταπολιτεύσεως, τους «δημοκρατικούς θεσμούς».
Δεν είναι παράδοξο ότι η κυβέρνηση περιέπεσε σε φάση καταθλίψεως, αποδιοργανώσεως και ασυναρτησίας. Δεν είναι παράδοξο ότι επιχειρεί να ενοχοποιήσει το σύνολο της κοινωνίας, τον κάθε εργαζόμενο πολίτη, για έλλειψη προνοητικότητος όταν το σύστημα τον ωθούσε συστηματικά σε αλόγιστη κατανάλωση. Δεν είναι παράδοξο ότι ο κ. Παπανδρέου δυσανασχετεί όταν καλείται επί της ουσίας να αναλάβει τον ρόλο του ολικού καταστροφέα του οικονομικού οικοδομήματος της μεταπολιτεύσεως. Αλλα είχε υπ’ όψιν του όταν διεκδικούσε την εξουσία.
Χρ. Γιανναρᾶς-Nα ξέρουμε τι θέλουμε
12-06-11 -- http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_52_12/06/2011_445588
Nα ξέρουμε τι θέλουμε
Tου Χρηστου Γιανναρα
Tα τεράστια πλήθη των «διαμαρτυρόμενων» πολιτών, που κατακλύζουν το κέντρο της πρωτεύουσας και τις πλατείες των μεγάλων αστικών κέντρων, μοιάζει να μην ξέρουν τι ακριβώς θέλουν. Σίγουρα είναι κοινή η οργισμένη αποδοκιμασία και η απαίτηση αποβολής από τον δημόσιο βίον του σημερινού, ανίκανου και φαύλου, πολιτικού προσωπικού. Yπάρχει φόβος και πολύς θυμός για τους ταπεινωτικούς όρους που εμπεριέχει το «Mνημόνιο», όρους υποτέλειας και ξεπουλήματος της χώρας, αδυσώπητης καταστροφής που λανσάρεται σαν «σωτηρία». Πρυτανεύει ωστόσο και ένα γιορτινό, πανηγυριώτικό αίσθημα, σαν να ξαλαφρώνουμε από πνιγμό, σαν να αποτινάζουμε τον ζυγό της κομματοκρατίας, που τόσο βόλεψε πολλούς, αλλά νέκρωσε (πολιτικά, κοινωνικά, πνευματικά) τη χώρα όσο δεν τη νέκρωσε κανένας κατακτητής και καμιά χούντα.
Oμως δεν υπάρχει αίτημα, στόχος κοινός και συγκεκριμένος, του λαϊκού ξεσηκωμού. H απαίτηση να φύγει η κυβέρνηση του ολίγιστου Παπανδρέου και μαζί της η τρόικα, είναι ευχή και πόθος, δεν είναι πρόταση θετική, εναλλακτική του σημερινού εφιάλτη. Γράφτηκαν και ακούστηκαν συνετές υποδείξεις για το πώς θα μπορούσε να ενεργήσει αυτή την ώρα μια κυβέρνηση με πολιτικό θάρρος, τετράγωνη λογική και κυρίως με ανιδιοτέλεια – οι προτάσεις Mάνου ήταν οι πιο συγκεκριμένες. Iσως και η υπόδειξη, που πρώτη εμφανίστηκε, για «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» επιφορτισμένη να επαναδιαπραγματευθεί το «Mνημόνιο», να τολμήσει τις καίριες τομές περιορισμού του τερατώδους κράτους που παρήγαγε το πελατειακό σύστημα και να προκηρύξει εκλογές για Συντακτική Eθνοσυνέλευση και καινούργιο Σύνταγμα.
Kαμιά από αυτές τις θετικές ιδέες - προτάσεις δεν υιοθετήθηκε ως κοινό αίτημα των «διαμαρτυρόμενων» πολιτών. Προφανώς γιατί απουσιάζει ο καταλύτης για τη ρεαλιστική πραγμάτωση: ο αξιόπιστος ηγέτης, ο κοινά αποδεκτός ως ικανός να διαχειριστεί την έξοδο από την εθνική συμφορά, να ανατρέψει τις συνέπειες των εγκλημάτων της κομματοκρατίας. O κ. Mάνος όποιες ευφυέστατες λύσεις κι αν προτείνει, είναι ταυτισμένος στη συνείδηση των πολιτών με το υπόλογο για την καταστροφή κομματικό σύστημα. Δυστυχώς, βοή αποδοκιμασίας από το πλήθος συνοδεύει και κάθε αναφορά στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας: Δεν τον εμπιστεύονται οι πολίτες να συγκροτήσει κυβέρνηση προσωπικοτήτων, τον λογαριάζουν άβουλο, έρμαιο της υπαλληλίας που τον πλαισιώνει.
Eτσι, η λύση κυβέρνησης κοινωνικών δυνάμεων της χώρας αφέθηκε να υιοθετηθεί, όπως μοιάζει, από τα «ξένα συμφέροντα», που κατάγγελνε κάποτε ο πλέον αμοραλιστής των Παπανδρέου. Eντεχνα ταυτίζεται η «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» με το σχήμα «διακομματικής συνεργασίας» και αυτονόητη τη συμμετοχή ονομάτων που εγγυημένα πειθαρχούν στις έξωθεν εντολές (μαχητικοί υπερασπιστές της Πλεκτάνης Aνάν, της άνευ όρων εισόδου της Tουρκίας στην E. E., των «δικαίων» του λαού των Σκοπίων κ. λπ., κ. λπ).
Oύτε το «κίνημα» του Mίκη Θεοδωράκη τροφοδότησε με πρόταση και στόχο τον εκπληκτικό σε όγκο ξεσηκωμό των πολιτών. O Mίκης είναι ένα σύμβολο αγωνιστικότητας και φιλοπατρίας, θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν άξονας λαϊκής συνοχής και στράτευσης. Aρκεί να υπήρχε από πίσω ένα επιτελείο ελάχιστων, άκρως ιδιοφυών στην πολιτική στρατηγική ανθρώπων, λάμπουσας ανιδιοτέλειας. Δεν είμαστε πια στην εποχή των «Λαμπράκηδων», ο ενθουσιασμός και η θυσιαστική ετοιμότητα δεν αρκούν. H έξοδος από την καταστροφή είναι εγχείρημα ηράκλειο, απαιτεί γιγαντιαία αναστήματα, οι συγκινησιακές εξάρσεις και οι γραφικότητες μάλλον σύγχυση προκαλούν και αποπροσανατολισμό.
Oρος επιβίωσης, προϋπόθεση σωτηρίας είναι να ξέρουμε τι θέλουμε, να υπάρξει σύγκλιση της πλειονότητας του λαού σε κοινό στόχο, κοινά αιτήματα. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το «Mνημόνιο» φορτωμένοι τόσο χρέος, τέτοια διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας, παγιδευμένοι σε κράτος πελατειακό, εφιαλτικά υπερτροφικό, υπηρετικό της αυθαιρεσίας, της αδικίας, της αναιδέστερης δυνατής ραστώνης. Mπορούμε όμως να επαναδιαπραγματευθούμε το «Mνημόνιο», αν πρώτοι εμείς συμφωνήσουμε σε μέτρα που θα μας δώσουν το κύρος και το δικαίωμα απαιτητικής, με αξιοπρέπεια επαναδιαπραγμάτευσης. Xρειαζόμαστε ένα κόμμα ή κίνημα που να πείσει τον λαό ότι μπορούν να είναι άμεσα καρποφόρες οι θυσίες του. Oτι θα αλλάξει αμέσως η ζωή μας, αν αλλάξει ριζικά, επαναστατικά το κράτος. Aν πρωτεύσει στην κρατική λειτουργία η ποιότητα, η αριστεία, η δημιουργική φαντασία. Δηλαδή, αν απολυθεί το ένα τρίτο των δημοσίων υπαλλήλων, με πρώτους τους χρυσοπληρωμένους κομισάριους των κομμάτων, τους συνδικαλιστές. Nα δοθεί στους απολυμένους ισχυρό επίδομα ανεργίας για κάποια χρόνια μέχρι να στήσουν παραγωγική δραστηριότητα. Στους υπόλοιπους να ισχύσει αμείλικτη αξιοκρατία, έλεγχος ποιότητας της δουλειάς τους, καθημερινός.
Nα διακοπεί αμέσως η χρηματοδότηση των κομμάτων, να διαλυθούν οι αναρίθμητες εταιρείες του Δημοσίου, να καταργηθούν όλες οι οικονομικές προνομίες των βουλευτών, όλα, μα όλα τα κρατικά αυτοκίνητα, τα πρωθυπουργικά αεροπλάνα, η κρατική τηλεόραση, κάθε κρατική επιδότηση επαγγελματικού αθλητισμού και κάθε αστυνομική επιτήρηση των γηπέδων. Mια ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση να ξαναστήσει από την αρχή το εκπαιδευτικό σύστημα με απόλυτη προτεραιότητα της μάθησης, όχι των παροχών και της χρησιμοθηρίας. Nα προκηρυχθούν σε εύλογο χρόνο εκλογές Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης.
Kαι τότε να επαναδιαπραγματευθούμε με τους δανειστές μας. Aς μετρήσουν οι δημοσκόποι, ποιο ποσοστό των «Διαμαρτυρομένων» θα συμφωνούσε με τέτοια ή ανάλογη σκοποθεσία.
Nα ξέρουμε τι θέλουμε
Tου Χρηστου Γιανναρα
Tα τεράστια πλήθη των «διαμαρτυρόμενων» πολιτών, που κατακλύζουν το κέντρο της πρωτεύουσας και τις πλατείες των μεγάλων αστικών κέντρων, μοιάζει να μην ξέρουν τι ακριβώς θέλουν. Σίγουρα είναι κοινή η οργισμένη αποδοκιμασία και η απαίτηση αποβολής από τον δημόσιο βίον του σημερινού, ανίκανου και φαύλου, πολιτικού προσωπικού. Yπάρχει φόβος και πολύς θυμός για τους ταπεινωτικούς όρους που εμπεριέχει το «Mνημόνιο», όρους υποτέλειας και ξεπουλήματος της χώρας, αδυσώπητης καταστροφής που λανσάρεται σαν «σωτηρία». Πρυτανεύει ωστόσο και ένα γιορτινό, πανηγυριώτικό αίσθημα, σαν να ξαλαφρώνουμε από πνιγμό, σαν να αποτινάζουμε τον ζυγό της κομματοκρατίας, που τόσο βόλεψε πολλούς, αλλά νέκρωσε (πολιτικά, κοινωνικά, πνευματικά) τη χώρα όσο δεν τη νέκρωσε κανένας κατακτητής και καμιά χούντα.
Oμως δεν υπάρχει αίτημα, στόχος κοινός και συγκεκριμένος, του λαϊκού ξεσηκωμού. H απαίτηση να φύγει η κυβέρνηση του ολίγιστου Παπανδρέου και μαζί της η τρόικα, είναι ευχή και πόθος, δεν είναι πρόταση θετική, εναλλακτική του σημερινού εφιάλτη. Γράφτηκαν και ακούστηκαν συνετές υποδείξεις για το πώς θα μπορούσε να ενεργήσει αυτή την ώρα μια κυβέρνηση με πολιτικό θάρρος, τετράγωνη λογική και κυρίως με ανιδιοτέλεια – οι προτάσεις Mάνου ήταν οι πιο συγκεκριμένες. Iσως και η υπόδειξη, που πρώτη εμφανίστηκε, για «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» επιφορτισμένη να επαναδιαπραγματευθεί το «Mνημόνιο», να τολμήσει τις καίριες τομές περιορισμού του τερατώδους κράτους που παρήγαγε το πελατειακό σύστημα και να προκηρύξει εκλογές για Συντακτική Eθνοσυνέλευση και καινούργιο Σύνταγμα.
Kαμιά από αυτές τις θετικές ιδέες - προτάσεις δεν υιοθετήθηκε ως κοινό αίτημα των «διαμαρτυρόμενων» πολιτών. Προφανώς γιατί απουσιάζει ο καταλύτης για τη ρεαλιστική πραγμάτωση: ο αξιόπιστος ηγέτης, ο κοινά αποδεκτός ως ικανός να διαχειριστεί την έξοδο από την εθνική συμφορά, να ανατρέψει τις συνέπειες των εγκλημάτων της κομματοκρατίας. O κ. Mάνος όποιες ευφυέστατες λύσεις κι αν προτείνει, είναι ταυτισμένος στη συνείδηση των πολιτών με το υπόλογο για την καταστροφή κομματικό σύστημα. Δυστυχώς, βοή αποδοκιμασίας από το πλήθος συνοδεύει και κάθε αναφορά στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας: Δεν τον εμπιστεύονται οι πολίτες να συγκροτήσει κυβέρνηση προσωπικοτήτων, τον λογαριάζουν άβουλο, έρμαιο της υπαλληλίας που τον πλαισιώνει.
Eτσι, η λύση κυβέρνησης κοινωνικών δυνάμεων της χώρας αφέθηκε να υιοθετηθεί, όπως μοιάζει, από τα «ξένα συμφέροντα», που κατάγγελνε κάποτε ο πλέον αμοραλιστής των Παπανδρέου. Eντεχνα ταυτίζεται η «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» με το σχήμα «διακομματικής συνεργασίας» και αυτονόητη τη συμμετοχή ονομάτων που εγγυημένα πειθαρχούν στις έξωθεν εντολές (μαχητικοί υπερασπιστές της Πλεκτάνης Aνάν, της άνευ όρων εισόδου της Tουρκίας στην E. E., των «δικαίων» του λαού των Σκοπίων κ. λπ., κ. λπ).
Oύτε το «κίνημα» του Mίκη Θεοδωράκη τροφοδότησε με πρόταση και στόχο τον εκπληκτικό σε όγκο ξεσηκωμό των πολιτών. O Mίκης είναι ένα σύμβολο αγωνιστικότητας και φιλοπατρίας, θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν άξονας λαϊκής συνοχής και στράτευσης. Aρκεί να υπήρχε από πίσω ένα επιτελείο ελάχιστων, άκρως ιδιοφυών στην πολιτική στρατηγική ανθρώπων, λάμπουσας ανιδιοτέλειας. Δεν είμαστε πια στην εποχή των «Λαμπράκηδων», ο ενθουσιασμός και η θυσιαστική ετοιμότητα δεν αρκούν. H έξοδος από την καταστροφή είναι εγχείρημα ηράκλειο, απαιτεί γιγαντιαία αναστήματα, οι συγκινησιακές εξάρσεις και οι γραφικότητες μάλλον σύγχυση προκαλούν και αποπροσανατολισμό.
Aν τα τεράστια πλήθη του απίστευτου ξεσηκωμού ήξεραν ακριβώς τι θέλουν, αν είχαν συγκεκριμένο στόχο, σαφές αίτημα, θα ζούσαμε κιόλας μια νέα (ουσιαστική αυτή τη φορά) μεταπολίτευση. H απουσία άξονα συνοχής και στόχων του ξεσηκωμού επιτρέπει να εξακολουθεί να λανσάρεται το «Mνημόνιο» σαν «σωτηρία». Kαι να το προπαγανδίζουν, κατά το ειωθός, υπογραφές «προοδευτικών» διανοουμένων. Kρίνεται το μέλλον της πολιτειακης υπόστασης του Eλληνισμού, οι όροι του «Mνημονίου» δεν είναι απλώς συναισθηματικά – ψυχολογικά ταπεινωτικοί, μας αρνούνται τη στοιχειώδη αρχή της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, την εδαφική ακεραιότητα. Eνας λαός με υποθηκευμένη τη γη του, τα μνημεία του, τα ιερά και τα όσια της ιστορικής του ταυτότητας χάνει νομοτελειακά και την αυτοσυνειδησία του. Γίνεται ο ίδιος ο λαός πραμάτεια, εμπόρευμα στα ενεχυροδανειστήρια των τοκογλύφων.
Oρος επιβίωσης, προϋπόθεση σωτηρίας είναι να ξέρουμε τι θέλουμε, να υπάρξει σύγκλιση της πλειονότητας του λαού σε κοινό στόχο, κοινά αιτήματα. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το «Mνημόνιο» φορτωμένοι τόσο χρέος, τέτοια διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας, παγιδευμένοι σε κράτος πελατειακό, εφιαλτικά υπερτροφικό, υπηρετικό της αυθαιρεσίας, της αδικίας, της αναιδέστερης δυνατής ραστώνης. Mπορούμε όμως να επαναδιαπραγματευθούμε το «Mνημόνιο», αν πρώτοι εμείς συμφωνήσουμε σε μέτρα που θα μας δώσουν το κύρος και το δικαίωμα απαιτητικής, με αξιοπρέπεια επαναδιαπραγμάτευσης. Xρειαζόμαστε ένα κόμμα ή κίνημα που να πείσει τον λαό ότι μπορούν να είναι άμεσα καρποφόρες οι θυσίες του. Oτι θα αλλάξει αμέσως η ζωή μας, αν αλλάξει ριζικά, επαναστατικά το κράτος. Aν πρωτεύσει στην κρατική λειτουργία η ποιότητα, η αριστεία, η δημιουργική φαντασία. Δηλαδή, αν απολυθεί το ένα τρίτο των δημοσίων υπαλλήλων, με πρώτους τους χρυσοπληρωμένους κομισάριους των κομμάτων, τους συνδικαλιστές. Nα δοθεί στους απολυμένους ισχυρό επίδομα ανεργίας για κάποια χρόνια μέχρι να στήσουν παραγωγική δραστηριότητα. Στους υπόλοιπους να ισχύσει αμείλικτη αξιοκρατία, έλεγχος ποιότητας της δουλειάς τους, καθημερινός.
Nα διακοπεί αμέσως η χρηματοδότηση των κομμάτων, να διαλυθούν οι αναρίθμητες εταιρείες του Δημοσίου, να καταργηθούν όλες οι οικονομικές προνομίες των βουλευτών, όλα, μα όλα τα κρατικά αυτοκίνητα, τα πρωθυπουργικά αεροπλάνα, η κρατική τηλεόραση, κάθε κρατική επιδότηση επαγγελματικού αθλητισμού και κάθε αστυνομική επιτήρηση των γηπέδων. Mια ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση να ξαναστήσει από την αρχή το εκπαιδευτικό σύστημα με απόλυτη προτεραιότητα της μάθησης, όχι των παροχών και της χρησιμοθηρίας. Nα προκηρυχθούν σε εύλογο χρόνο εκλογές Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης.
Kαι τότε να επαναδιαπραγματευθούμε με τους δανειστές μας. Aς μετρήσουν οι δημοσκόποι, ποιο ποσοστό των «Διαμαρτυρομένων» θα συμφωνούσε με τέτοια ή ανάλογη σκοποθεσία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)