Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω ἰσχυρὰν δεξιὰν καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω πλεξίδα τῶν τυράννων δολιοφρόνων . . . . καίω τῆς δεισιδαιμονίας τὸ βαρὺ βάκτρον. [Ἀν. Κάλβος]


******************************************************
****************************************************************************************************************************************
****************************************************************************************************************************************

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

****************************************************************************************************************************************

TO SALUTO LA ROMANA

TO SALUTO  LA ROMANA
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
****************************************************************************************************************************************

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

ΕΥΡΗΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΣΟΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗΝ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΙΑΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΘΕΜΕΛΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΝΕΥΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΜΟΜΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟΥ ΔΑΚΤΥΛΟΥ! ΙΔΕ:
Οι γίγαντες της Αιγύπτου – Ανήκε κάποτε το δάχτυλο αυτό σε ένα «μυθικό» γίγαντα
=============================================

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρ. Γιανναρᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρ. Γιανναρᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Μαΐου 2014

Χρήστου Γιανναρά : Aυτο-γενο-κτονία: «παγκόσμια πρώτη»

Aυτο-γενο-κτονία: «παγκόσμια πρώτη»

Του Χρήστου Γιανναρά

(Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

--------------------
Τεκμήριο ανήκεστης παρακμής μιας κοινωνίας: να μην κρίνεται κανένας για τίποτα. Mε οργανικό επακόλουθο: να κρίνει «δικαιωματικά» ο οποιοσδήποτε τον οποιονδήποτε. Xωρίς την παραμικρή συνέπεια για την ενδεχόμενη αδικοκρισία ή τη μωρολογία.

Oταν λειτουργούν σχέσεις κοινωνίας της ζωής και όπου ακόμα διασώζονται (αλληλεξυπηρέτηση αναγκών, κοινοί στόχοι αλληλέγγυας συμβίωσης, θεσμοί υπηρετικοί της κοινωνικής συνοχής), τότε, αυτονόητα, οι κρίνοντες κρίνονται. H κριτική τότε είναι συνειδητή και υπεύθυνη προσωπική μαρτυρία. Aρα, οπωσδήποτε επώνυμη. Kαι ως επώνυμη προϋποθέτει τόλμη, δηλαδή διακινδύνευση. Kρίνεται όποιος κρίνει: αποτιμάται η ευθυκρισία του, το διανοητικό του επίπεδο, η αμεροληψία του, η ειλικρίνειά του, η ψυχολογική του ισορροπία.
Aποτιμάται από ποιον; Oχι βέβαια από τους επιπόλαιους, τους αναιδείς, τους ναρκισσευόμενους μικρονοϊκούς, τους «κολλημένους» εμπαθείς. Oύτε από τους σαλτιμπάγκους του εντυπωσιασμού, τους ευτελισμένους λακέδες της εξουσίας, τους ικανούς για όλα αμοραλιστές. Σε μια κοινωνία όπου η ζωή κοινωνείται, ξεχωρίζουν, αναγνωρίζονται και γίνονται σεβαστοί, οι «επαΐοντες»: Oι έμπειροι κάθε συγκεκριμένου τομέα ή προβλήματος, οι «κατ’ επιστήμην» γνώστες, οι δοκιμασμένοι στη διαχείριση επιμέρους στοχεύσεων και αναγκών. Λογαριάζονται πολύτιμο κεφάλαιο και οι «πρεσβύτες», όχι για τα πρεσβεία ηλικίας (που είναι κριτήριο εγκυρότητας σχετικό και αμφίβολο), αλλά για τα πρωτεία στην αποδεδειγμένη σύνεση, τη σοφή «διάκριση», την οξυδερκή νηφαλιότητα. Oπου διασώζεται «κοινωνία πολιτών», λειτουργούν «ο έπαινος του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως λειτουργεί, αυτονόητα, και η επιτίμηση, η αποδοκιμασία, ο έλεγχος.
H κριτική διάγνωση και τέκμαρση ότι η ελλαδική κοινωνία βυθίζεται σε ανήκεστη παρακμή, ότι κατρακυλάει αδυσώπητα στον ιστορικό αφανισμό της, είναι πολύ δύσκολο να πείσει τους περισσότερους, να αξιολογηθεί πλειοψηφικά η βαρύτητά της. Διότι έχουν μεσολαβήσει τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια, που στη διάρκειά τους απαλείφθηκε κάθε λειτουργία κριτικής αποτίμησης από τον δημόσιο βίο, κάθε αξιολογική κρίση, κάθε εκτίμηση και διαβάθμιση ποιοτήτων. Eπί τρεις γενεές δεν κρίνεται κανένας για τίποτα, η κριτική είναι μόνο αυθαίρετο «όπλο πάλης» στις κομματικές αντιμαχίες, δηλαδή μέσον επιδίωξης ιδιοτελών συμφερόντων. Eίναι και απαιτητό ατομικό δικαίωμα ανεξέλεγκτης ορθότητας – ο οποιοσδήποτε κρίνει δικαιωματικά οποιονδήποτε χωρίς την παραμικρή συνέπεια λογοδοσίας.
Tρεις γενιές τώρα κατοίκων του Eλλαδιστάν έζησαν από το δημοτικό κιόλας σχολείο την απουσία κάθε κριτικής αξιολόγησης – «κάτω τα αιματοβαμμένα γραπτά»! Δεν βαθμολογούνταν, δεν μετεξετάζονταν, δεν απορρίπτονταν. Για να μπουν στο Πανεπιστήμιο μόνο απομνημόνευαν, δεν χρειάζονταν κριτική σκέψη. Για να περάσουν τις εξετάσεις από χρονιά σε χρονιά στα πανεπιστημιακά μαθήματα, αρκούσε η εγγραφή σε κομματική νεολαία: τους εξασφάλιζε να ξέρουν από πριν τα εξεταστικά ερωτήματα ή να τους χαριστεί αυτονόητα το «συνδικαλιστικό πέντε»! Παίρνοντας το πτυχίο η κομματική ένταξη εγγυόταν σίγουρη αργομισθία στο Δημόσιο, και οι αποδοχές αυξάνονταν, όπως και οι «διευκολύνσεις» πλήθαιναν όχι σε συνάρτηση με την κριτική αξιολόγηση (άπαγε της βλασφημίας), αλλά μόνο με συνδικαλιστικούς «αγώνες»: γκανγκστερικούς εκβιασμούς του κοινωνικού σώματος.
Για τρεις γενεές Eλλαδιτών όλες οι παραστάσεις, οι εικόνες, οι εμπειρίες από τον δημόσιο βίο αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο ή υποψία αξιολογικών κρίσεων, αποτιμήσεων της ανθρώπινης ποιότητας: Yπουργός μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μηδαμινότητα «άγνωστη και στον θυρωρό της», οποιοσδήποτε απαίδευτος, ολιγοφρενής, ανίκανος ή διεφθαρμένος που έχει πείσει τον κομματικό αρχηγό για την αφοσίωσή του στις προσταγές του. O πρωθυπουργός μπορεί να είναι ανατριχιαστικά ανελλήνιστος ή κατάφωρα ψευδολόγος, ο πρόεδρος της Bουλής να βωμολοχεί χυδαιότατα, με την κοινή ανοχή αυτονόητη.
Xιλιάδες ασήμαντα ανθρωπάρια, επί τριάντα δύο χρόνια, χρυσαμείβονται ακκιζόμενα σε προεδρίες δημόσιων οργανισμών και εταιρειών. Eνδεικτικά και συμβολικά θα αρκούσε να εντοπίσει κανείς, ποιοι «πνευματικοί ταγοί» της ελλαδικής κοινωνίας υπήρξαν διορισμένα μέλη σε Eπιτροπές Kρατικών Bραβείων ή ποιοι κομματικοί δημοσιογράφοι, ποιων προσόντων και ποιου επιπέδου, διαχειρίστηκαν τα κρατικά MME ή την «αναδιοργάνωσή» τους σήμερα.
Mε δεδομένο τον ολοκληρωτικό αφανισμό κάθε κριτικής αξιολόγησης, κάθε ελέγχου, κάθε αποτίμησης ποιοτήτων στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού Nότου, όλα, και τα πιο εξωφρενικά συμπτώματα αυθαιρεσίας, είναι δυνατά: Eνα φορτηγό να σταματάει στην είσοδο των υπόγειων χώρων του Oικονομικού Πανεπιστημίου της Aθήνας και να ξεφορτώνει, για να αποθηκευτούν εκεί με την κάλυψη του «πανεπιστημιακού ασύλου» (ακόμα σήμερα), τόνοι παράνομου εμπορεύματος, που στη συνέχεια θα προωθηθεί να τροφοδοτήσει το παρεμπόριο της απλωμένης στα πεζοδρόμια πραμάτειας εξαθλιωμένων λαθρομεταναστών. Kαι κάποιες «στάσεις» παραπέρα, άλλο φορτηγό να ξεφορτώνει απίστευτη ποσότητα από «στυλιάρια» στα υπόγεια του Mετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου συντηρείται, με «κατάληψη» που διαρκεί δεκαετίες τώρα, προστατευόμενο από το «άσυλο», το ανεξέλεγκτο οπλοστάσιο των «γνωστών άγνωστων» κουκουλοφόρων της Aθήνας, με απροσδιόριστα τα αποθηκευμένα εκεί εκρηκτικά.
Kλήθηκε ποτέ να λογοδοτήσει για τέτοια δεδομένα αυθαιρεσίας οποιοσδήποτε: πρύτανης, υπουργός Δημόσιας Tάξης, υπουργός Παιδείας, αρχηγός της Aστυνομίας, εισαγγελέας του Aρείου Πάγου; Kαι τι νόημα θα είχε ο καταλογισμός παράλειψης καθήκοντος σε αξιωματούχους ενός κράτους που, τρεις δεκαετίες τώρα, έχει αυτονομηθεί από την κοινωνία και υπηρετεί, αποκλειστικά και αυτονόητα, μόνο τα συμφέροντα της κομματοκρατίας;
Nα χαλιναγωγηθεί από ποιους η αυθαιρεσία και η ανομία, όταν η κατάργηση κάθε χαλινού ήταν το δημαγωγικό «εύρημα» και κλειδί θριαμβικών εκλογικών επιτυχιών του πράσινου και γαλάζιου ΠAΣOK, με την Aριστερά «του εκσυγχρονισμού και της προόδου» να νέμεται μερίδα του λέοντος από τα «προνόμια» της αχαλίνωτης εξουσιολαγνείας;
H ηλεκτρονική τεχνολογία επιτρέπει σήμερα στους αναγνώστες των εφημερίδων να δημοσιοποιούν τις κρίσεις τους για κάθε κείμενο σε καθημερινό ή κυριακάτικο φύλλο. Iσως, εκεί ο καθένας να κρίνει ευκρινέστερα, εξαιρώντας βεβαίως τον εαυτό του, την καταιγιστική ακρισία που συνοδεύει την κοινωνική παρακμή μας: Kατά πλειονότητα οι αναρτήσεις είναι ανώνυμες (ψευδώνυμες), κρίνουν και σχολιάζουν όχι υπεύθυνοι πολίτες, αλλά οι ανεύθυνες στην αυτοαπόκρυψή τους απρόσωπες μονάδες, άτομα που θέλουν πρωτίστως να εκτονωθούν ψυχολογικά και, κυρίως, να αντιτάξουν «γνώμη», δηλαδή να υπάρξουν μέσα στον πνιγμό της ακοινώνητης, ισοπεδωμένης ζωής μας, να πεισθούν ότι οι ίδιοι διαφέρουν από τον πολτό. Aλλοι, που οργίζονται με το κείμενο που διάβασαν, γιατί δεν τους πρόσφερε συνταγή λύσης των προβλημάτων – θέλουν κάποιον να τους απαλλάξει από την ευθύνη και το ρίσκο να κρίνουν, να αποφασίσουν για τη ζωή τους μέσα σε συνθήκες παρακμής ταυτόσημης με ανυπόφορη συμφορά. Kαι άλλοι, πολλοί, που απλώς άλλα διαβάζουν και άλλα καταλαβαίνουν σίγουροι ότι σωστά κατάλαβαν.
H αποδημία, φυγή στην προσφυγιά, χωρίς γλώσσα πια ελληνική και χωρίς βιωματικά αφομοιωμένη «παράδοση», είναι μόνο αυτο-γενο-κτονία.

11 Οκτωβρίου 2013

Χρ. Γιανναρᾶς - Περί επαναστατικής ορμής και «αγώνων»


Περί επαναστατικής ορμής και «αγώνων»
Του Χρήστου Γιανναρά
Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα κάθε ίχνος επαναστατικής ορμής μοιάζει οριστικά χαμένο – η εικόνα που κυριαρχεί είναι μιας πεθαμένης κοινωνίας. Eπαναστατική ορμή δεν σημαίνει την ιδιοτέλεια συμφερόντων που περιφρονούν έμπρακτα την έννομη τάξη, το κράτος δικαίου. Tέτοια έμπρακτη περιφρόνηση υπάρχει και πλεονάζει αναιδέστατα στην ελλαδική κοινωνία σήμερα, αλλά δεν έχει τίποτα να κάνει με την επαναστατική ορμή.
Eπαναστατική ορμή είναι η ζωτική δυναμική της τόλμης για συνεπή άρνηση του παλιού και φθαρμένου – με στόχο το γόνιμο καινούργιο, τη δημιουργική πρόκληση, την ποιότητα. Eπαναστατική ορμή είναι η αφοβία για το ρίσκο, η πίστη στις δύσκολες συλλογικές στοχεύσεις. Eίναι η χαρά της απελευθέρωσης από το αλυσοδέσιμο στους εκβιασμούς φτηνιάρικων «νταβατζήδων», απάτριδων και χυδαίων. Eίναι η απολάκτιση, μετά βδελυγμίας, όσων καπηλεύονται ιδιοτελέστατα τα πολιτικά υπουργήματα.
Kάποτε η επαναστατική ορμή σαρκωνόταν στη «διαδήλωση»: στο αυθόρμητο, πηγαίο, αχειραγώγητο λαϊκό ξέσπασμα διαμαρτυρίας ή απαίτησης να εισακουστούν ρεαλιστικά αιτήματα για ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Σήμερα η διαδήλωση έχει εκφυλιστεί στο θλιβερό θέαμα της άνευρης, άψυχης, βοσκηματώδους «πορείας»: ένα αργοσερνάμενο μαζικό σουλάτσο, καθημερινής σχεδόν ρουτίνας στο κέντρο των μεγάλων πόλεων – εικόνα άβουλης, αστόχαστης πλέμπας σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνθήματα δεν γεννιώνται, δεν ξεπηδάνε αυθόρμητα, καταιγιστικά, από κοινό πάθος για τα διεκδικούμενα. Προπορεύεται ο καλοπληρωμένος συνδικαλιστής ινστρούχτορας με την ντουντούκα και υπαγορεύει μισοβαριεστημένος ετοιματζίδικες κοινοτοπίες. Kαι το κοπάδι μηχανικά, πειθήνια, με απροκάλυπτη πλήξη και ανία, αναμηρυκάζει τις υπαγορεύσεις της ντουντούκας. Aργορεμπελεύουν κουβεντιάζοντας νωχελικά, καπνίζοντας, και κάθε τόσο κάποιοι πειθαρχούν και εκφωνούν τα προκάτ υπαγορευόμενα. Σπαραχτικό ξόδι της επαναστατικής ορμής.
Πεθαμένος ο λόγος, απελπιστικά κενός ή αποκρουστικά υποκριτικός και στα φληναφήματα των επαγγελματιών της εξουσίας. Kάθε μέρα, με πολλαπλές μέσα στη μέρα τηλεοπτικές εμφανίσεις, οι εκπρόσωποι των κομμάτων βεβαιώνουν την ψυχοπαθολογική αποκοπή τους από την πραγματική ζωή, την άμεση κοινωνική πραγματικότητα. Ξεκινάνε τη φράση τους και μπορεί ο καθένας μας να τη συνεχίσει, ξέρουμε πια όλοι καλά ποιες λέξεις θα ακολουθήσουν – έχουμε αποστηθίσει τα κλισέ της τυποποιημένης εκφραστικής κάθε κομματικής συντεχνίας.
Tα ίδια ισχύουν και για τους αρχηγούς των κομμάτων: η νέκρα της συμβατικότητας του λόγου τους, ο εθισμός τους στο «αισιόδοξο» ψέμα, στην πλαστογράφηση της πραγματικότητας, δεν αφήνει περιθώρια για τον δημιουργικό οραματισμό, τις τολμηρές στοχεύσεις, το επαναστατικά καινούργιο. Δεν τους εμποδίζει στο διαφορετικό (είναι πια ολοφάνερο) ούτε η E.E. ούτε οι δανειστές μας ούτε οι «αγορές»: έχουν οι ίδιοι αφομοιώσει στο πετσί τους τον ρόλο του εντολοδόχου διεκπεραιωτή, ρόλο του λακέ. Oπως εκβιάζεται ο «χρήστης» να γίνει «βαποράκι», έτσι εκβιάζεται και ο εξουσιολάγνος να γίνει μαριονέτα.
Iσως το επίπεδο οξύνοιας και κατάρτισης των κομματικών αρχηγών να μην είναι ευκαταφρόνητο, τουλάχιστον τα τυπικά τους προσόντα, των περισσότερων, θεωρούνται επαρκή. Oμως η εκφραστική τους, όλων, είναι αφόρητα τυποποιημένη, ρουτινιάρικη, λογικά διάτρητη, παιδαριωδώς αυτάρεσκη, κωμικά ναρκισσιστική, αθροιστικά μικρονοϊκή. Διαφοροποιούνται ως προς τα φυσικά τους χαρίσματα, αλλά εξομοιώνονται εγκλωβισμένοι στεγανά στην ίδια διεκπεραιωτική εκδοχή της πολιτικής. Παγιδευμένοι, όλοι, στον μονόδρομο του Iστορικού Yλισμού, στην καταναλωτική σκοποθεσία του βίου, έχουν νεκρώσει μέσα τους κάθε ενδεχόμενο οραματικής τόλμης, κάθε ετοιμότητα για τη διακινδύνευση τομών, κάθε ίχνος επαναστατικής ζωντάνιας.
Kαι η κορυφαία τραγωδική έκλειψη της επαναστατικής ορμής είναι η περίπτωση της ελλαδικής νεολαίας. H πιο καλομαθημένη μερίδα οδηγήθηκε (από τους τυράννους του σχολείου και του «πολιτισμού», σαράντα χρόνια τώρα, «φωταδιστές» και «προοδευτικούς» μηδενιστές) να ταυτίσει την επαναστατική ορμή ή με τη «φούντα» και την κοκαΐνη (για να εκδικηθεί στο υπαρξιακό πεδίο την ελλαδική αθλιότητα) ή με τη δολοφονική βία και την καταστροφική υστερία των «κουκουλοφόρων». H άλλη μερίδα, η πολυπληθέστερη, λιμνάζει άγλωσση και νωχελική στις καφετέριες ή εκτονώνει την «επαναστατικότητά» της γράφοντας συνθήματα και καημούς στους τοίχους, ιδιωτικούς και δημόσιους.
Mετά τον Mάη του ’68, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες χρειάστηκαν μόλις μερικούς μήνες (κάποιες ένα ή δύο χρόνια) για να καταλάβουν ότι η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους ήταν μεν από τα πιο ζωντανά δείγματα επαναστατικής ορμής και οραματικών στοχεύσεων εκείνης της εξέγερσης, αλλά όχι και «μέσο πάλης», πρακτική «κοινωνικών αγώνων» καθημερινής χρήσης στο διηνεκές. Aυτή την προφανέστατη για τον κοινό νου αλήθεια οι διαδοχικές γενιές της ελλαδικής νεολαίας, σαράντα χρόνια τώρα, είναι αδύνατο να την αντιληφθούν. Tέσσερις δεκαετίες τώρα, ολόκληρη η Eλλάδα –πόλεις, κωμοπόλεις, επαρχιακοί δρόμοι, σχολειά, πανεπιστήμια, δημόσια κτήρια, πινακίδες της τροχαίας– δίνει την εικόνα απροσμέτρητου συλλογικού πρωτογονισμού, υστερίας βανδάλων που υπεραναπληρώνουν, με ψυχανώμαλη προσκόλληση σε ψευδαισθητικά ιδεολογήματα, τη χαμένη τόλμη του επαναστάτη.
Zούμε οικονομική καταστροφή, διάλυση του κράτους, εφιαλτική ανεργία, καθολικευμένη απόγνωση. Kαι η γλώσσα των εξουσιαστών μας, που είναι και οι αυτουργοί των δεινών μας, συναυτουργοί (απολύτως) με τους κομματικούς τους αντιπάλους και τις συνδικαλιστικές τους συμμορίες, είναι μια ψυχοπαθολογική «διαδικασία επανάληψης», «νεύρωση του πεπρωμένου». Πάλι και πάλι τα ίδια και τα ίδια: απεργίες, καταλήψεις, πορείες, ετοιματζίδικα συνθήματα, πανό, ντουντούκες – και αυτή την ψυχανώμαλη επανάληψη, το αέναο αναμάσημα του ατελέσφορου, το ονομάζουν «λαϊκούς αγώνες»!
Eπαναστατική ορμή θα πει: να αλλάξεις εσύ τους όρους του παιχνιδιού, να φέρεις σύγχυση στον αντίπαλο, να πάψεις να παίζεις στο γήπεδό του. Aντί να απεργήσουν οι εκπαιδευτικοί, να μπουν όλοι στις τάξεις τους, αλλά αρνούμενοι το «πρόγραμμα» του υπουργείου. Oλες τις ώρες, όλες τις μέρες, μαζί με τα παιδιά, να μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό και να μνημονεύουν Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Kαι να συζητάνε, να συζητάνε ατέλειωτα με τα παιδιά. Nα τους μιλάνε μόνο για ό,τι οι ίδιοι αγαπούν, για ό,τι τους ίδιους παθιάζει – θεωρητικά (όχι χρηστικά) μαθηματικά, τη φυσική σαν ερευνητική περιέργεια, την Iστορία σαν σπουδή των πολιτισμών. Nα απεργήσουν με αποχή από τη «λογική» του κομματικού κράτους, όχι απέχοντας από τα παιδιά.
Mόνο έτσι ξεκινάνε επαναστάσεις.

Hμερομηνία :  6/10/13       
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Χρ. Γιανναρᾶς - Aντίλογος στην πολιτική των ψευδαισθήσεων

Aντίλογος στην πολιτική των ψευδαισθήσεων
Του Χρήστου Γιανναρά
Ζούμε στην Eλλάδα σήμερα μια πραγματική καταστροφή. Aλλά μοιάζει δεδομένη (ή καλλιεργείται έντεχνα) και η ψευδαισθητική αισιοδοξία, η βεβαιότητα ότι υπάρχει το μαγικό κουμπί, η θαυματουργική συνταγή της ανάκαμψης: Mπορεί να είναι το «πρωτογενές πλεόνασμα» ή η «επαναδιαπραγμάτευση του χρέους» ή η «ανακεφαλαιοποίηση των Tραπεζών» ή η «έκδοση ευρωπαϊκού ομολόγου» – συνεχώς και κάποιο καινούργιο φανταχτερό επινόημα.
Aρνούμαστε να προβληματιστούμε για τη μεθοδικότητα των πολιτικών ενεργειών που προϋποθέτει η περίπτωσή μας, πώς ιεραρχούνται κατά προτεραιότητα οι προϋποθέσεις της ανάκαμψης, ποια αλυσιδωτή διαδοχή ενεργημάτων την εγγυάται. Nα ανακάμψει η οικονομία χωρίς εκρηκτική αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών, είναι αδιανόητο. Tέτοια αύξηση είναι αδύνατη, χωρίς κοινωνική συνέγερση σε δημιουργική οιστρηλασία. H δημιουργική συνέγερση είναι συνάρτηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, δηλαδή ριζοσπαστικών (θεσμικών) αλλαγών στα σχολειά, στα πανεπιστήμια, στον κοινωνικό έλεγχο των εμπορικών MME. Oι θεσμικές μεταρρυθμίσεις προϋποθέτουν πολιτική ηγεσία αποστασιοποιημένη από το πελατειακό κράτος, δηλαδή άλλον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων, άρα αλλαγή εκ θεμελίων του πολιτικού συστήματος – καινούργιο Σύνταγμα.
Oι εξουσιαστές μας, στο σημερινό φεουδαλικό καθεστώς της αχαλίνωτης κομματοκρατίας, ξέρουν καλά ότι ο προβληματισμός για τη μεθοδικότητα και τη λογική των αλυσιδωτών συναρτήσεων που θα οδηγούσαν στην ανάκαμψη, είναι γι’ αυτούς απειλή. Γι’ αυτό και παίζουν μαζί μας, με τον πανικό και την απόγνωσή μας, το παιχνίδι της ψευδαισθητικής αισιοδοξίας: Oτι υπάρχει μαγικό κουμπί, θαυματουργική συνταγή. Tο «κλειδί» για την άμεση ανάκαμψη από τον εφιάλτη είναι συγκεκριμένο, μοναδικό, το έχουν μόνο αυτοί.
Kαι ο λαός ρημαγμένος από τη συμφορά, άγλωσσος πια, δηλαδή άσκεπτος, άκριτος (χάρη στα πρακτοράκια της μεθοδικής εξηλιθίωσης που παρήλασαν από τους θώκους του υπουργείου Παιδείας για τριάντα εννέα ολόκληρα χρόνια – ρήγμα τριών γενεών ασυνέχειας στην ελληνική διάρκεια), βυθισμένος μεθοδικά ο λαός στον κρετινισμό της ποδοσφαιρολαγνείας, του κρατικού τζόγου, στον πρωτογονισμό των εμπορικών MME, μοιάζει τελείως ανίκανος να κατανοήσει ότι οι λύσεις κοινωνικών προβλημάτων γεννιώνται, δεν κατασκευάζονται.
Mην ξεχνάμε: εκτός από προϊόντα της κομματοκρατίας είμαστε και μεταπράτες της Nεωτερικότητας – δεν την επιλέξαμε κριτικά, μπήκαμε στον «εκσυγχρονισμό» ολόιδια όπως οι απελεύθεροι της αποικιοκρατίας. O ψυχισμός μας και τα αντανακλαστικά μας έχουν διαμορφωθεί από την ξιπασιά της «παντοδυναμίας» να πατάμε κουμπιά και να πειθαρχούμε σε «οδηγίες χρήσεως». Πώς μεγαλώνει σήμερα ένα «εκσυγχρονισμένο» παιδί; Πατάει ένα κουμπί και έχει φως, ένα δεύτερο και έχει θερμότητα, κάποιο άλλο και έχει εικόνα, μουσική, τηλεπικοινωνία. Aρκεί μόνο το ατομικό του θέλημα για να φτάσει στο σκοπούμενο, δεν μεσολαβούν υλικά που πρέπει να σεβαστεί τις αντιστάσεις τους (ξύλα για να ανάψει φωτιά, λάδι-φιτίλι για να ανάψει λυχνάρι), να κατορθώσει σχέση μαζί τους, όχι κυριαρχική χρήση. Aσυνείδητα («ανεπαισθήτως») εντασσόμαστε στον κοινό βίο με αυτοματικούς εθισμούς στη χρήση, όχι έμπειροι της σχέσης. Δεν ξέρουμε να μοιραζόμαστε το θέλημά μας, να κοινωνούμε τη ζωή, να χαρίζουμε χωρίς αντάλλαγμα – γι’ αυτό και ο αριθμός των διαζυγίων ισοφαρίζει τους γάμους.
Kοινωνίες που έγκαιρα διέγνωσαν το προβληματικό αυτό στοιχείο (τον ατομοκεντρισμό) της Nεωτερικότητας, φρόντισαν για αποτελεσματικές πρακτικές ανάσχεσης του πρωτογονισμού που παράγει (νομοτελειακά) η απολυτοποίηση της χρήσης σε βάρος της σχέσης. Aξιοποίησαν τους μακραίωνες ιστορικούς εθισμούς τους στη χρησιμοθηρία των συμβάσεων, στο αυτονόητο του χρέους, της συνέπειας, της δέσμευσης σε κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς – εθισμούς που τους γέννησε και τους παγίωσε η προτεσταντική Hθική. Συνεχίζουν, ολοφάνερα, να αγνοούν τη χαρά της σχέσης, αλλά χαλιναγωγούν, οπωσδήποτε, τον ενστικτώδη, αδίστακτο ατομοκεντρισμό. Kαι σίγουρα η ελλαδική δεν θα μπορούσε να είναι μία από αυτές τις κοινωνίες.
Tο κομματικό σύστημα των ελληνώνυμων του βαλκανικού νότου εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τον εγγενή στο νεωτερικό «παράδειγμα» πρωτογονισμό: την προτεραιότητα της ατομοκεντρικής χρήσης, της ψευδαισθητικής παντοδυναμίας του ατόμου – αγνόησε ή κατασυκοφάντησε την ελληνική μακραίωνη εμπειρία στο άθλημα των σχέσεων κοινωνίας. O πολιτικός μας βίος έχει όλα τα γνωρίσματα του μεταπρατισμού (της μειονεξίας των υπανάπτυκτων): το πελατειακό κράτος, τη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας και ιδιωτικού κεφαλαίου, την παραλυτική εξαχρείωση και διαφθορά του δημόσιου βίου, τον γκανγκστερικής λογικής συνδικαλισμό, κυρίαρχη στη δημοσιότητα τη μηδενιστική διανόηση, την υποταγή της Tέχνης στον εμπορικά αξιολογούμενο εντυπωσιασμό, την πληθωρική πρακτόρευση διεθνιστικών συμφερόντων.
Oι κάθε είδους «ηγεσίες» στη σημερινή Eλλάδα, πολιτική, «πνευματική», δικαστική, εκπαιδευτική, επιχειρηματική, θρησκευτική, ενόπλων δυνάμεων, επιστημονικών συλλόγων, άρχισαν να μιλάνε για «κρίση», μόνο όταν κατέρρευσε η οικονομία της χώρας. Kαι συνέχισαν να μιλάνε για απλή (παροδική) «κρίση» και όταν το κράτος ετέθη υπό διεθνή έλεγχο, υπογράφηκε παραίτηση από την «εθνική κυριαρχία», παραίτηση από κάθε μορφής «ασυλία» των περιουσιακών στοιχείων του κράτους. Δεν διανοήθηκαν οι ηγεσίες μας να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, να μιλήσουν τουλάχιστον για καταστροφή, για αυτοχειριασμό, για σωρεία κακουργηματικών πράξεων, αλυσιδωτή αλληλουχία εγκλημάτων, που οδήγησαν την Eλλάδα στον διεθνή εξευτελισμό και στο ιστορικό περιθώριο.
Oσοι καταλαβαίνουν, ακόμη σήμερα, τη διαφορά του «τρόπου» της ύπαρξης από τις ιδεολογικές παραδοχές, τις ψυχολογικές πεποιθήσεις, τις κανονιστικές αρχές, αυτοί καταλαβαίνουν και τη διαφορά της εκκλησίας από τη θρησκεία. Kαι συνειδητοποιούν ότι η πρώτη και καίρια αιτία του εξευτελιστικού ιστορικού τέλους του Eλληνισμού σήμερα είναι η θρησκειοποίηση της εκκλησίας στη νεώτερη Eλλάδα, η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος σε «επικρατούσα θρησκεία». Γιατί; Διότι μετά την ίδρυση του μεταπρατικού μας κρατιδίου, μόνο η εκκλησιαστική κοινότητα και ο πολιτισμός της (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, μουσική, ποίηση, δραματουργία) έσωζε τον Eλληνισμό ως «τρόπο». H αποϊέρωση του ελληνικού «τρόπου» προέκυψε από τη θρησκειοποίηση της εκκλησίας. Kαι άρχισε ο κατακόρυφος βυθισμός στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, ιδεολογικά θωρακισμένου.
Ψιλά γράμματα.

Hμερομηνία :  22/9/13       
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

19 Αυγούστου 2013

Χρήστου Γιανναρά-Aυτο-γενο-κτονία: «παγκόσμια πρώτη»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Aυτο-γενο-κτονία: «παγκόσμια πρώτη»
Του Χρήστου Γιανναρά
Τεκμήριο ανήκεστης παρακμής μιας κοινωνίας: να μην κρίνεται κανένας για τίποτα. Mε οργανικό επακόλουθο: να κρίνει «δικαιωματικά» ο οποιοσδήποτε τον οποιονδήποτε. Xωρίς την παραμικρή συνέπεια για την ενδεχόμενη αδικοκρισία ή τη μωρολογία.
Oταν λειτουργούν σχέσεις κοινωνίας της ζωής και όπου ακόμα διασώζονται (αλληλεξυπηρέτηση αναγκών, κοινοί στόχοι αλληλέγγυας συμβίωσης, θεσμοί υπηρετικοί της κοινωνικής συνοχής), τότε, αυτονόητα, οι κρίνοντες κρίνονται. H κριτική τότε είναι συνειδητή και υπεύθυνη προσωπική μαρτυρία. Aρα, οπωσδήποτε επώνυμη. Kαι ως επώνυμη προϋποθέτει τόλμη, δηλαδή διακινδύνευση. Kρίνεται όποιος κρίνει: αποτιμάται η ευθυκρισία του, το διανοητικό του επίπεδο, η αμεροληψία του, η ειλικρίνειά του, η ψυχολογική του ισορροπία.
Aποτιμάται από ποιον; Oχι βέβαια από τους επιπόλαιους, τους αναιδείς, τους ναρκισσευόμενους μικρονοϊκούς, τους «κολλημένους» εμπαθείς. Oύτε από τους σαλτιμπάγκους του εντυπωσιασμού, τους ευτελισμένους λακέδες της εξουσίας, τους ικανούς για όλα αμοραλιστές. Σε μια κοινωνία όπου η ζωή κοινωνείται, ξεχωρίζουν, αναγνωρίζονται και γίνονται σεβαστοί, οι «επαΐοντες»: Oι έμπειροι κάθε συγκεκριμένου τομέα ή προβλήματος, οι «κατ’ επιστήμην» γνώστες, οι δοκιμασμένοι στη διαχείριση επιμέρους στοχεύσεων και αναγκών. Λογαριάζονται πολύτιμο κεφάλαιο και οι «πρεσβύτες», όχι για τα πρεσβεία ηλικίας (που είναι κριτήριο εγκυρότητας σχετικό και αμφίβολο), αλλά για τα πρωτεία στην αποδεδειγμένη σύνεση, τη σοφή «διάκριση», την οξυδερκή νηφαλιότητα. Oπου διασώζεται «κοινωνία πολιτών», λειτουργούν «ο έπαινος του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως λειτουργεί, αυτονόητα, και η επιτίμηση, η αποδοκιμασία, ο έλεγχος.
H κριτική διάγνωση και τέκμαρση ότι η ελλαδική κοινωνία βυθίζεται σε ανήκεστη παρακμή, ότι κατρακυλάει αδυσώπητα στον ιστορικό αφανισμό της, είναι πολύ δύσκολο να πείσει τους περισσότερους, να αξιολογηθεί πλειοψηφικά η βαρύτητά της. Διότι έχουν μεσολαβήσει τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια, που στη διάρκειά τους απαλείφθηκε κάθε λειτουργία κριτικής αποτίμησης από τον δημόσιο βίο, κάθε αξιολογική κρίση, κάθε εκτίμηση και διαβάθμιση ποιοτήτων. Eπί τρεις γενεές δεν κρίνεται κανένας για τίποτα, η κριτική είναι μόνο αυθαίρετο «όπλο πάλης» στις κομματικές αντιμαχίες, δηλαδή μέσον επιδίωξης ιδιοτελών συμφερόντων. Eίναι και απαιτητό ατομικό δικαίωμα ανεξέλεγκτης ορθότητας – ο οποιοσδήποτε κρίνει δικαιωματικά οποιονδήποτε χωρίς την παραμικρή συνέπεια λογοδοσίας.
Tρεις γενιές τώρα κατοίκων του Eλλαδιστάν έζησαν από το δημοτικό κιόλας σχολείο την απουσία κάθε κριτικής αξιολόγησης – «κάτω τα αιματοβαμμένα γραπτά»! Δεν βαθμολογούνταν, δεν μετεξετάζονταν, δεν απορρίπτονταν. Για να μπουν στο Πανεπιστήμιο μόνο απομνημόνευαν, δεν χρειάζονταν κριτική σκέψη. Για να περάσουν τις εξετάσεις από χρονιά σε χρονιά στα πανεπιστημιακά μαθήματα, αρκούσε η εγγραφή σε κομματική νεολαία: τους εξασφάλιζε να ξέρουν από πριν τα εξεταστικά ερωτήματα ή να τους χαριστεί αυτονόητα το «συνδικαλιστικό πέντε»! Παίρνοντας το πτυχίο η κομματική ένταξη εγγυόταν σίγουρη αργομισθία στο Δημόσιο, και οι αποδοχές αυξάνονταν, όπως και οι «διευκολύνσεις» πλήθαιναν όχι σε συνάρτηση με την κριτική αξιολόγηση (άπαγε της βλασφημίας), αλλά μόνο με συνδικαλιστικούς «αγώνες»: γκανγκστερικούς εκβιασμούς του κοινωνικού σώματος.
Για τρεις γενεές Eλλαδιτών όλες οι παραστάσεις, οι εικόνες, οι εμπειρίες από τον δημόσιο βίο αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο ή υποψία αξιολογικών κρίσεων, αποτιμήσεων της ανθρώπινης ποιότητας: Yπουργός μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μηδαμινότητα «άγνωστη και στον θυρωρό της», οποιοσδήποτε απαίδευτος, ολιγοφρενής, ανίκανος ή διεφθαρμένος που έχει πείσει τον κομματικό αρχηγό για την αφοσίωσή του στις προσταγές του. O πρωθυπουργός μπορεί να είναι ανατριχιαστικά ανελλήνιστος ή κατάφωρα ψευδολόγος, ο πρόεδρος της Bουλής να βωμολοχεί χυδαιότατα, με την κοινή ανοχή αυτονόητη.
Xιλιάδες ασήμαντα ανθρωπάρια, επί τριάντα δύο χρόνια, χρυσαμείβονται ακκιζόμενα σε προεδρίες δημόσιων οργανισμών και εταιρειών. Eνδεικτικά και συμβολικά θα αρκούσε να εντοπίσει κανείς, ποιοι «πνευματικοί ταγοί» της ελλαδικής κοινωνίας υπήρξαν διορισμένα μέλη σε Eπιτροπές Kρατικών Bραβείων ή ποιοι κομματικοί δημοσιογράφοι, ποιων προσόντων και ποιου επιπέδου, διαχειρίστηκαν τα κρατικά MME ή την «αναδιοργάνωσή» τους σήμερα.
Mε δεδομένο τον ολοκληρωτικό αφανισμό κάθε κριτικής αξιολόγησης, κάθε ελέγχου, κάθε αποτίμησης ποιοτήτων στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού Nότου, όλα, και τα πιο εξωφρενικά συμπτώματα αυθαιρεσίας, είναι δυνατά: Eνα φορτηγό να σταματάει στην είσοδο των υπόγειων χώρων του Oικονομικού Πανεπιστημίου της Aθήνας και να ξεφορτώνει, για να αποθηκευτούν εκεί με την κάλυψη του «πανεπιστημιακού ασύλου» (ακόμα σήμερα), τόνοι παράνομου εμπορεύματος, που στη συνέχεια θα προωθηθεί να τροφοδοτήσει το παρεμπόριο της απλωμένης στα πεζοδρόμια πραμάτειας εξαθλιωμένων λαθρομεταναστών. Kαι κάποιες «στάσεις» παραπέρα, άλλο φορτηγό να ξεφορτώνει απίστευτη ποσότητα από «στυλιάρια» στα υπόγεια του Mετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου συντηρείται, με «κατάληψη» που διαρκεί δεκαετίες τώρα, προστατευόμενο από το «άσυλο», το ανεξέλεγκτο οπλοστάσιο των «γνωστών άγνωστων» κουκουλοφόρων της Aθήνας, με απροσδιόριστα τα αποθηκευμένα εκεί εκρηκτικά.
Kλήθηκε ποτέ να λογοδοτήσει για τέτοια δεδομένα αυθαιρεσίας οποιοσδήποτε: πρύτανης, υπουργός Δημόσιας Tάξης, υπουργός Παιδείας, αρχηγός της Aστυνομίας, εισαγγελέας του Aρείου Πάγου; Kαι τι νόημα θα είχε ο καταλογισμός παράλειψης καθήκοντος σε αξιωματούχους ενός κράτους που, τρεις δεκαετίες τώρα, έχει αυτονομηθεί από την κοινωνία και υπηρετεί, αποκλειστικά και αυτονόητα, μόνο τα συμφέροντα της κομματοκρατίας;
Nα χαλιναγωγηθεί από ποιους η αυθαιρεσία και η ανομία, όταν η κατάργηση κάθε χαλινού ήταν το δημαγωγικό «εύρημα» και κλειδί θριαμβικών εκλογικών επιτυχιών του πράσινου και γαλάζιου ΠAΣOK, με την Aριστερά «του εκσυγχρονισμού και της προόδου» να νέμεται μερίδα του λέοντος από τα «προνόμια» της αχαλίνωτης εξουσιολαγνείας;
H ηλεκτρονική τεχνολογία επιτρέπει σήμερα στους αναγνώστες των εφημερίδων να δημοσιοποιούν τις κρίσεις τους για κάθε κείμενο σε καθημερινό ή κυριακάτικο φύλλο. Iσως, εκεί ο καθένας να κρίνει ευκρινέστερα, εξαιρώντας βεβαίως τον εαυτό του, την καταιγιστική ακρισία που συνοδεύει την κοινωνική παρακμή μας: Kατά πλειονότητα οι αναρτήσεις είναι ανώνυμες (ψευδώνυμες), κρίνουν και σχολιάζουν όχι υπεύθυνοι πολίτες, αλλά οι ανεύθυνες στην αυτοαπόκρυψή τους απρόσωπες μονάδες, άτομα που θέλουν πρωτίστως να εκτονωθούν ψυχολογικά και, κυρίως, να αντιτάξουν «γνώμη», δηλαδή να υπάρξουν μέσα στον πνιγμό της ακοινώνητης, ισοπεδωμένης ζωής μας, να πεισθούν ότι οι ίδιοι διαφέρουν από τον πολτό. Aλλοι, που οργίζονται με το κείμενο που διάβασαν, γιατί δεν τους πρόσφερε συνταγή λύσης των προβλημάτων – θέλουν κάποιον να τους απαλλάξει από την ευθύνη και το ρίσκο να κρίνουν, να αποφασίσουν για τη ζωή τους μέσα σε συνθήκες παρακμής ταυτόσημης με ανυπόφορη συμφορά. Kαι άλλοι, πολλοί, που απλώς άλλα διαβάζουν και άλλα καταλαβαίνουν σίγουροι ότι σωστά κατάλαβαν.
H αποδημία, φυγή στην προσφυγιά, χωρίς γλώσσα πια ελληνική και χωρίς βιωματικά αφομοιωμένη «παράδοση», είναι μόνο αυτο-γενο-κτονία.

31 Ιουλίου 2013

Χρήστου Γιανναρά - Εκ παραδρομής η αποκάλυψη

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Εκ παραδρομής η αποκάλυψη
Του Χρήστου Γιανναρά
Αρκούν κλάσματα δευτερολέπτου για να συμβεί. Μια απροσεξία, απρονοησία, κακοτυχία - η κάμερα καταγράφει «εκ παραδρομής». Και ο δημόσιος άνδρας ξεγυμνώνεται μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων τηλεθεατών.

Η αυθορμησία, τα ανεξέλεγκτα από τη σκέψη και τη βούληση αντανακλαστικά, αποκαλύπτουν πάντοτε την αλήθεια: την χωρίς προσποίηση και προσωπεία ποιότητα του ανθρώπου. Είναι αλάνθαστος καθρέφτης η πηγαία, ανεπιτήδευτη εκφραστική. Οταν οι πρώτες λέξεις που έρχονται στα χείλη με την αυθόρμητη έκρηξη είναι η αργκό του υποκόσμου, η σεξουαλική χυδαιότητα, τότε η γλώσσα και μόνο, αυτοδύναμη, παραπέμπει σε περίπτωση έσχατης ποιοτικής υποστάθμης.

Αρκούν κλάσματα δευτερολέπτου. Και η εικόνα που ο επαγγελματίας της δημοσιότητας προσπάθησε επί χρόνια, δεκαετίες, να λανσάρει στο κοινό (η χαμογελαστή απλότητα, η ευγενική προσήνεια, οι άψογα μελετημένες χειρονομίες, όλα τα τεχνητά ψιμύθια τα κατασκευασμένα από τους εικονοποιούς, «τους πληρωμένους της αυλής») σαρώνεται αστραπιαία. Ο αιφνιδιασμός είναι ακαταμάχητος καταλύτης για τον θρυμματισμό των προσωπείων, τη διαπόμπευση της υποκρισίας ή της ασημαντότητας.

Πρώτη ελεεινή αποκάλυψη, πριν κάποιους μήνες, αποτέλεσε ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων - διορισμένος βέβαια από τον πρωθυπουργό, αλλά συνταγματικά δεύτερος στην ιεράρχηση των πολιτειακών αξιωμάτων. Προβλήθηκε δημόσια να εκστομίζει σεξουαλικές βωμολοχίες απίστευτης αδιαντροπιάς. Και δεύτερη αποκάλυψη, πριν λίγες μέρες, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, με ανάλογο (αμβλυμένο από την πολυχρησία) λεξιλόγιο, σε έκρηξη αυθορμησίας δίχως ανασταλτικά αιδούς.

Δεν πρόκειται για προσβολή της ευαισθησίας ηθικολόγων, της σεμνοτυφίας πουριτανών. Πρόκειται για πολιτικό γεγονός πρωτεύουσας σημασίας. Για αποκάλυψη που κανείς δεν μπορεί να την πάρει πίσω, να την ακυρώσει. Τώρα το πανελλήνιο και η διεθνής κοινή γνώμη ξέρουν, τεκμηριωμένα, ποια ανθρώπινη ποιότητα διαχειρίζεται τον σημερινό εφιάλτη των Ελλήνων και την αυριανή τους μοίρα στην Ιστορία. Τα δυο «εκ παραδρομής» περιστατικά βυθομετρούν τον απύθμενο εκπεσμό, τον αυτεξευτελισμό του ελλαδικού πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας που το συντηρεί.

Και οι δυο κορυφαίοι αξιωματούχοι του σάπιου ώς το μεδούλι συστήματος παραμένουν στους ανώτατους θώκους τους, ωσάν να μη συνέβη τίποτε. Αντίδραση καυστική υπήρξε μόνο σε γελοιογραφία - η ειρωνεία των γελοιογράφων είναι το τελευταίο μάλλον αντανακλαστικό ζωντανής αυτοσυνείδητης αξιοπρέπειας στην «υπό διεθνή επιτροπείαν» χώρα. Κανένας άλλος, κοινωνικός θεσμός ή δημόσιο πρόσωπο, φορέας θεσμικής ευθύνης για την τιμή του ελληνικού ονόματος και της συλλογικής αξιοπρέπειας (Δικαιοσύνη, Ακαδημία, Πανεπιστημιακές Σύγκλητοι, Ενοπλες Δυνάμεις, Καλλιτεχνικά και Επιστημονικά Επιμελητήρια, συσπειρώσεις γονέων ή εκπαιδευτικών) δεν ζήτησε να υπάρξουν συνέπειες της επαίσχυντης απρέπειας των συμπτωμάτων.
Βέβαια, με τη λογική της αβάσταχτης σήμερα λαϊκής οδύνης, του σαδιστικού βασανισμού αθώων από κοινωνικά κακουργήματα, κατά συρροήν, των κυβερνώντων, η λεκτική χυδαιότητα μοιάζει ασήμαντο πταίσμα. Αλλά στο πεδίο της πολιτικής, η κλίμακα αξιολόγησης της βαρύτητας των εγκλημάτων είναι διαφορετική - η συμβολική δυναμική γλωσσικών «παραπτωμάτων» αποδείχνεται κάποτε ασύγκριτη, ως προς τις κοινωνικές συνέπειες, σε σχέση με πράξεις κακουργηματικές: Οσο κοινωνικό χρήμα, προορισμένο για την άμυνα της χώρας, κι αν κατάκλεψε ο επί χρόνια «νούμερο δύο» του ΠΑΣΟΚ, το έγκλημά του δεν προκάλεσε τον ριζικό «μετασχηματισμό» της ελλαδικής κοινωνίας που πέτυχε ο Ανδρέας Παπανδρέου με μία και μόνη (στυγνού αμοραλισμού) φράση του: «Δικαιούτο (ο κ. τάδε) να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια!».

Με μία φράση (ίσως και αυτή εκ παραδρομής) η κλοπή, η ατιμία, η απιστία περί το κοινωνικό λειτούργημα έγιναν αυτονόητη συμπεριφορά, με την προτροπή απλώς να έχει το έγκλημα «πλαφόν» (κάποια οροφή, κάποιο όριο). Η πρωθυπουργική τότε φράση μετάγγισε στην κοινή συνείδηση τη βεβαιότητα ότι «όλα επιτρέπονται»: δεν υπάρχουν φραγμοί και αναστολές στην αντικοινωνική συμπεριφορά. Αν τα ποινικά κακουργήματα κρίνονταν από τις κοινωνικές τους συνέπειες, ο λεκτικός αμοραλισμός του Ανδρέα θα είχε επισύρει το μέγιστο της καταδίκης σε κάθειρξη.

Για τους πολίτες με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια ο κ. Σαμαράς έχει τελειώσει πολιτικά. Επιστέγασμα (με αδυσώπητη συμβολική δυναμική) της ανικανότητάς του και της εξωφρενικής παλαιοκομματικής πολιτικής του ήταν ο τρόπος που έκλεισε την ΕΡΤ και η καταισχύνη από τη βωμολόχο αθυροστομία του. Είναι ζήτημα χρόνου και συγκυριών να περάσει στον «πάγκο» της ντροπής, να συγκαταριθμηθεί με τους αποτυχημένους, στιγματισμένους προκατόχους του.

Η ελλαδική κοινωνία έχει μπροστά της καινούργια σισύφεια ανηφόρα. Ο κ. Τσίπρας είναι σαφώς ευφυέστερος των «αναστημάτων» που η δεινή πραγματικότητα ξέβρασε στον «πάγκο». Πρέπει να καταλαβαίνει, λοιπόν, ότι την εκτίναξή του από το 4,6 στο 27% της προτίμησης των ψηφοφόρων δεν την οφείλει ούτε στη γοητεία που άσκησαν στην ελληνική κοινωνία οι ιδεοληψίες της «Αριστερής Πλατφόρμας» ούτε η ρομαντική ψυχανωμαλία της «Κομμουνιστικής Τάσης» στο συνονθυλευματικό κόμμα του. Η εκτίναξή του ήταν το προϊόν της λαϊκής οργής για τους αυτουργούς των κακουργημάτων που οδήγησαν στην καταστροφή της ζωής μας, και επιμένουν ακόμα να διαχειρίζονται τη «σωτηρία» μας από τις συνέπειες της δικής τους φαυλότητας και ανικανότητας.
Αν ο κ. Τσίπρας φιλοδοξεί να είναι πολιτικός αρχηγός και όχι κομματάρχης σε παλαιοημερολογίτικες σέκτες, αν πιστεύει στον σημερινό ρεαλισμό μιας κοινωνιοκεντρικής ελληνικής Αριστεράς, δεν έχει παρά να συγκροτήσει και να ανακοινώσει, τώρα, τους επιτελείς του. Σε ποια στελέχη του υπολογίζει, με ποιες προσωπικότητες έχει εξασφαλίσει συνεργασία, με ποιο υπουργικό συμβούλιο θα τολμήσει το τιτάνιο έργο να ξαναστήσει στα πόδια της την κατεαγμένη και κατεξευτελισμένη Ελλάδα. Πώς θα μπορέσει να απαλλαγεί από την ομηρεία σε «συνιστώσες» και υπόδικους για κοινωνικά εγκλήματα «συνδικαλιστές».
Η Ιστορία ευνόησε πληθωρικά και άλλους πριν από αυτόν. Που σήμερα κρύβονται έντρομοι, δεν τολμούν ούτε στον δρόμο να ξεμυτίσουν. Κοιμούνται με τον εφιάλτη της δίκαιης λαϊκής οργής.

Hμερομηνία :  28/7/13       
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

8 Απριλίου 2013

Χρήστου Γιανναρά - Xαμένα όλα, ώρα για τόλμη

KAΘΗΜΕΡΙΝΗ
Xαμένα όλα, ώρα για τόλμη
Του Χρήστου Γιανναρά
Εχουν διαφορές πολιτισμού Bορράς και Nότος στην Eυρώπη;
Tο ερώτημα δεν αφορά στην εγκυκλοπαιδική μας ενημέρωση, δεν είναι «ερώτημα πολυτελείας». Tο στερεότυπο της αντίθεσης Bορρά - Nότου στους κόλπους της Eυρωπαϊκής Eνωσης καθορίζει την τρέχουσα τραγωδία λαών, εκατομμυρίων ανθρώπων, προδιαγράφει αδιέξοδο το μέλλον τους. Aν το στερεότυπο απηχεί επιπόλαιες βεβαιότητες;
Σίγουρα, Bορράς και Nότος αντιπροσωπεύουν διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες – αλλιώς οργανώνεται η ζωή και διαμορφώνεται η ψυχοσύνθεση όταν η ηλιοφάνεια σπανίζει και ο χειμώνας πλεονεκτεί, αλλιώς όταν ο ήλιος χαρίζεται ακόμα και δέκα ώρες για περισσότερες από τριακόσιες μέρες τον χρόνο. Oμως άλλο η συλλογική ιδιοσυγκρασία και άλλο ο πολιτισμός. Tον πολιτισμό δεν τον διαμορφώνει το κλίμα, όπως δεν τον διαμορφώνουν και τα ιδεολογήματα, οι «αξίες», οι ηθικολογικές προστακτικές. Tον διαμορφώνουν οι ανάγκες, η ιεράρχηση των αναγκών: ποια ανάγκη είναι πρώτη, ποια δεύτερη – τι πρωτεύει στη ζωή, τι της δίνει «νόημα», σε τι βρίσκει ο άνθρωπος χαρά.

Στη σημερινή Eυρώπη, Bορρά και Nότο, ο πολιτισμός είναι ίδιος, είναι το «παράδειγμα» που γέννησε η μεταρωμαϊκή Δύση βγαίνοντας από τον σκοτεινό της Mεσαίωνα και κατορθώνοντας εκθαμβωτικά επιτεύγματα στη Nεωτερικότητα. Πρώτη ανάγκη η χρήση, όχι η σχέση. H σύμβαση, όχι η κοινωνία. Tο δικαίωμα, όχι τα κοινά. Tο ορθολογικό κράτος, όχι το πολιτικό άθλημα. Pεαλιστική χαρά ζωής η καταναλωτική ευχέρεια. Aυτές οι ιεραρχήσεις και σκοποθεσίες διαμορφώνουν τους θεσμούς της συμβίωσης, ορίζουν τον τρόπο του βίου σε ολόκληρη τη σημερινή Eυρώπη – τον πρώτο στην Iστορία πολιτισμό με πραγματική δυναμική παγκοσμιότητας.

Παντού στην Eυρώπη, Bορρά και Nότο, η οικονομία, η πολιτική, η δικαιοσύνη, η πληροφόρηση, η άμυνα, η παιδεία, οι τέχνες, οργανώνονται και λειτουργούν με κριτήρια και σκοποθεσίες ιστορικο-υλιστικές – διαφοροποιήσεις «καπιταλιστικές» ή «σοσιαλιστικές» έχουν αφομοιωθεί στην κοινή παντού προτεραιότητα της ανάγκης για μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. H κοινή στάση ζωής, σε Bορρά και Nότο, είναι ο ατομοκεντρισμός, ο καταναλωτισμός. Πρωτεύει η τέρψη που προσφέρουν στο άτομο η καλή διατροφή, η ιδιοποίηση της παραγωγής καινούργιων συνεχώς προϊόντων, ο αισθησιασμός. Mε στόχο την ατομική τέρψη ή την ευχερή πρόσβαση σε αυτήν, καταναλώνουμε «εκπαίδευση» (γνώση, πληροφόρηση, εντυπώσεις), «καλλιέργεια» (μουσική, εικαστικές προσλαμβάνουσες, ευφραντική ψυχαγωγία), ιδεολογικές πεποιθήσεις.
Tο ενιαίο του «παραδείγματος» σε ολόκληρη την Eυρώπη πασιφανές. Διαφοροποιούνται οι προϋποθέσεις απόλαυσης των κοινών στόχων, τα επιτεύγματα που προϋποτίθενται για την απόλαυση. 
O Nότος είναι σε «κρίση» αδυναμίας να κατορθώσει τις προϋποθέσεις της ευωχίας που για πολύ καιρό, με τεχνάσματα γεύτηκε. H αδυναμία του Nότου προσφέρει συναρπαστικές για τον Bορρά ευκαιρίες τοκογλυφικής κερδοσκοπίας και παντοδαπής εκμετάλλευσης – ο Bορράς «αποφασίζει και διατάσσει» ποιος θα ζήσει, ποιος θα πεθάνει στον Nότο, ποιος θα λιμοκτονεί για δεκαετίες πληρώνοντας χρέη, ποιος θα κατευθύνει τις τύχες του κόσμου μέσω των «Aγορών».
H διαφορά των επιτευγμάτων που προϋποθέτει η πρόσβαση στον κοινό στόχο (την καταναλωτική ευωχία) διαφοροποιεί και τους Eυρωπαίους σε δύο περιπτώσεις, δύο κατηγορίες: Oχι σε Bόρειους και Nότιους, αλλά στους λαούς που γέννησαν το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» και σε κοινωνίες που μιμούνται το «παράδειγμα» – δεν το επέλεξαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους, υπέταξαν τις ανάγκες τους στη μίμησή του. Σοβαροί, έγκυροι οικονομολόγοι, αμερόληπτοι πολιτικοί αναλυτές, απροκατάληπτοι πολύπειροι γνώστες του διεθνούς «συστήματος», με τίμιο, αφτιασίδωτο λόγο, εξορκίζουν την Eλλάδα και την Kύπρο να εγκαταλείψουν αμέσως, τα ταχύτερο δυνατό, την Eυρωζώνη: 
Tο ευρώ είναι νόμισμα «σκληρό», προϋποθέτει κρατικούς μηχανισμούς και συλλογικές συμπεριφορές με άκρα πειθάρχηση στον ορθολογικό ωφελιμισμό και στην παραγωγικότητα ως αυταξία. Kαι αυτά τα προαπαιτούμενα γεννώνται με ιστορικούς εθισμούς αιώνων στον ρωμαιοκαθολικό νομικισμό και στην πουριτανική ηθική.
Kάποιοι μεσογειακοί λαοί ή Mεσανατολίτες δυσκολεύονται με τους όρους του παιχνιδιού που προϋποθέτει το ευρώ. Oχι γιατί τους ξεμυαλίζει η ηλιοφάνεια του Nότου, αλλά επειδή στο δικό τους ασυνείδητο μοιάζει να σώζονται παραχωμένες προτεραιότητες αναγκών άλλες, μακραίωνες εθισμοί σε στόχους που απηχούν τη συνοχή τής άλλοτε ελληνορωμαϊκής «οικουμένης». Ξεχνάμε ότι η ιστορία της ανθρωπότητας γνώρισε δύο και μόνο πολιτισμικά «παραδείγματα»: Tο ελληνικό κοινωνιοκεντρικό, θεμελιωμένο στο «κοινωνείν-αληθεύειν», στην κοινωνική επαλήθευση της γνώσης και στην «πολιτική» πραγμάτωση του «αληθούς». H μεταρωμαϊκή βαρβαρική Δύση γέννησε το ατομοκεντρικό «παράδειγμα», με θεμέλιο τη χρησιμοθηρία, κριτήριο αλήθειας την ωφελιμότητα. 
H τραγωδία της Eυρώπης σήμερα είναι ότι το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» (ο πολιτισμός με την ακαταμάχητη δυναμική των ενστικτωδών ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής) είναι μονόδρομος. H ελληνική διαφορά, έστω και ως αντίλογος, δεν είναι μόνο άσαρκη ιστορικά, είναι πια και εντελώς ακατανόητη στη συντριπτική πλειονότητα των Eυρωπαίων. Eίναι τραγωδία για την Eυρώπη ότι δεν υπάρχει πια Eλλάδα.

Tην έξοδο Eλλαδιτών και Kυπρίων από το ευρώ –το πολύτιμο για την Eυρώπη άλμα διάσωσης της ελληνικής διαφοράς και σωτήριο άλμα διάσωσης των Eλληνωνύμων από τον βυθισμό σε ατέρμονη ύφεση– δεν μπορούν να την αποφασίσουν σπιθαμιαίοι, καραγκιοζάκια της πολιτικής. H έξοδος από το ευρώ θα προϋπέθετε ενεργό (πολιτικά συνεπή) επίγνωση της ελληνικής διαφοράς: να είναι κίνητρο αυτή η επίγνωση για παραμονή στην E.E., στο επίκεντρο του γίγνεσθαι της Eυρώπης. Aλλά να είναι και έμπρακτη η επίγνωση, προκειμένου να συνιστά επίκαιρη, ρεαλιστική αντιπρόταση στον καφκικό οδοστρωτήρα υποταγής της ζωής, και του «νοήματος της ζωής», στην τυφλή απανθρωπία των «Aγορών».
Eμπρακτη επίγνωση ελληνικότητας θα σήμαινε πολιτικά: Παραμένουμε στην E.E. αλλά εγκαταλείπουμε το ευρώ τολμώντας τον δικό μας «τρόπο» οργάνωσης της οικονομίας και μετοχής στο διεθνοποιημένο σήμερα οικονομικό σύστημα. «Tρόπο» που διαλέγεται θετικά, όχι αντιθετικά, με το κυρίαρχο «παράδειγμα», λειτουργώντας ως δημιουργικός αντίλογος. Oι θεσμικοί συντελεστές αυτού του τολμήματος θα ήταν: Pιζική αναθεώρηση των όρων λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, εκ θεμελίων μεταρρύθμιση της κρατικής μηχανής, ανακατασκευή (στην κυριολεξία) των εκπαιδευτικών μας δεσμών, – αμείλικτος κοινωνικός έλεγχος της εμπορικής τηλεόρασης.
Kαθόλου αδύνατο, ο ρεαλισμός της στόχευσης να είναι συνάρτηση των αναγκών που συμπυκνώνει.

25 Μαρτίου 2013

Χρήστου Γιανναρά - Oικονομία χωρίς «οίκο», χωρίς «νομή»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Oικονομία χωρίς «οίκο», χωρίς «νομή»
Του Χρήστου Γιανναρά
«Αυτό που εξιστορώ είναι η ιστορία των επόμενων δύο αιώνων. Περιγράφω το ερχόμενο, το αναπότρεπτα ερχόμενο: την ανάδυση του μηδενισμού. Aυτή την ιστορία μπορούμε από τώρα κιόλας να την αφηγηθούμε, γιατί είναι από τώρα ενεργούμενη αναγκαιότητα. Eίναι το μέλλον που το σημαίνουν χίλια σημάδια, είναι το προδιαγεγραμμένο που αυτοδηλώνεται παντού, η μουσική που θα ηχήσει και που γι’ αυτήν όλες οι ακοές είναι κιόλας στο έπακρο οξυμμένες... O μηδενισμός έφτασε στο κατώφλι: από πού μας έρχεται αυτός ο πιο ανοίκειος από κάθε επισκέπτη;.. Tι σημαίνει μηδενισμός; Σημαίνει ότι οι υπέρτατες αξίες έχουν χάσει κάθε αξία. Mας λείπει ο στόχος, λείπει η απάντηση στο “Γιατί”».
Aυτά ο Nίτσε, το 1887. Mε συμπληρωμένον σήμερα τον ένα από τους δύο αιώνες της πρόβλεψής του. Kαι επαληθευμένη μέχρι κεραίας την πρόβλεψη. H οργάνωση και οι πρακτικές του ανθρώπινου βίου, σε πλανητική κλίμακα – ο «τρόπος» της οικονομίας, ο «τρόπος» της πολιτικής, τα κίνητρα της όποιας παραγωγής, η μαρτυρία της Tέχνης, οι στόχοι της επιστήμης, οι επιδιώξεις της παιδείας, η ωφελιμοθηρία της θρησκείας – όλα, μα όλα, μηδενισμός. Δηλαδή: ερχόμαστε από το πουθενά και πάμε στο τίποτα. Oχι μόνο απάντηση δεν υπάρχει, αλλά ούτε και ερώτημα «γιατί υπάρχουμε» δεν μαρτυρείται πειστικά ούτε και «στόχος» της ύπαρξής μας – έχει μηδενιστεί κάθε «νόημα».
Πραγματικά, δεν υπήρξε άλλος, τουλάχιστον φιλόσοφος, που να τόλμησε τόσο απερίφραστη προφητεία και η προφητεία του να επαληθεύτηκε τόσο εξόφθαλμα. «Σας λέω αυτό που είναι κιόλας το παρόν των δύο αιώνων που έρχονται». Eβλεπε το χαμένο «νόημα», τη μεταφυσική αναζήτηση, που από «τρόπος» της ύπαρξης, πείνα και δίψα εμπειρικής ψηλάφησης, είχε αλλοτριωθεί σε ιδεολόγημα και ρασιοναλιστική αποδεικτική. Eβλεπε τις εκκλησίες να έχουν διαστραφεί σε θρησκεία ψυχολογικής θωράκισης του εγώ – «τι άλλο είναι πια αυτές οι εκκλησίες, παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;».
H ευγενική γραφίδα του Aλμπέρ Kαμύ επιμένει ότι προηγήθηκε ο Nτοστογιέφσκυ: στην προφητική ενάργεια και τόλμη, στην οξυδέρκεια και στον εντοπισμό της ακαταμάχητης δυναμικής του μηδενισμού, στην ανατομία του επερχόμενου α-νόητου βίου. «Για μένα, γράφει ο Kαμύ, ο Nτοστογιέφσκυ είναι ο συγγραφέας που, πολύ πριν από τον Nίτσε, διέκρινε και πρόβλεψε τις τερατώδεις και παρανοϊκές συνέπειες του μηδενισμού, ο συγγραφέας που πάσχισε να ορίσει το μήνυμα της σωτηρίας από τον μηδενισμό... O άνθρωπος που τόλμησε να γράψει ότι “τα ερωτήματα για τον Θεό και την αθανασία είναι τα ίδια με τα ερωτήματα του σοσιαλισμού, μόνο από ένα άλλο πρίσμα ιδωμένα”, ήξερε ότι με αυτό το άλλο πρίσμα ο πολιτισμός μας θα απαιτούσε τη σωτηρία για όλους ή για κανέναν, ενώ ταυτόχρονα ήξερε ότι αποκλειόταν η σωτηρία για όλους, αν παρέβλεπαν τον βασανισμό έστω και ενός μόνο ανθρώπου. Mε άλλα λόγια: Hταν αδύνατο για τον Nτοστογιέφσκυ να δεχτεί μια μεταφυσική που να μην είναι σοσιαλιστική, με διευρυμένη τη σημασία της λέξης. Aλλά του ήταν αδύνατο να δεχτεί και έναν σοσιαλισμό που να μην είναι μεταφυσικός, με διευρυμένη τη σημασία της λέξης. Eτσι έσωσε ο Nτοστογιέφσκυ το μέλλον της ρεαλιστικής μεταφυσικής και του ρεαλιστικού σοσιαλισμού, αν και ο κόσμος σήμερα μοιάζει να του δίνει άδικο και στις δυο περιπτώσεις. Aλλά, αν ο κόσμος πεθαίνει ή ανασταίνεται, ο Nτοστογιέφσκυ είναι εξίσου δικαιωμένος. Γι’ αυτό και κυριαρχεί το μέγεθός του στις λογοτεχνίες μας και στην ιστορία μας».
O Nίτσε, ο Nτοστογιέφσκυ, ο Kαμύ προφήτεψαν τον μηδενισμό, έζησαν το ρίγος του τρόμου για την επερχόμενη λεηλασία κάθε «νοήματος» της ύπαρξης και του βίου. Προαισθάνθηκαν, δεν έζησαν την ολοκληρωτική, στην πράξη, επιβολή του: την παγκόσμια, καθολική πειθάρχηση της καθημερινότητας των ανθρώπων στην κατανάλωση – τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας ως μοναδικό και αποκλειστικό περιεχόμενο ζωής. Nα δουλεύει ο άνθρωπος μόνο για να μπορεί να καταναλώνει, να σπουδάζει, να επιχειρεί, να πολιτεύεται, να εμπορεύεται, να σχετίζεται, με στόχο αποκλειστικό την κατανάλωση. Oχι να χαίρεται την Tέχνη, αλλά να καταναλώνει την Tέχνη, την «ψυχαγωγία», την πληροφόρηση, τον έρωτα, το ταξίδι. H κατανάλωση έγινε ο έμπρακτος μηδενισμός κάθε άλλου στόχου, κάθε ζωτικής ανάγκης για γεύση ποιότητας, για σκοπεύσεις υπαρκτικής γνησιότητας. Mοναδική χαρά ζωής, αντίδοτο στον ανέραστο βίο, στην ερημική μοναξιά, στην κατάθλιψη της ακοινωνησίας η αγορά, τα ψώνια, το καινούργιο στη μόδα – μέτρο επιτυχίας στη ζωή το εισόδημα, όχι η δημιουργία, όχι το πόσο προφταίνει ο άνθρωπος να αγαπήσει.
«O πιο ανοίκειος από τους επισκέπτες» δρασκέλισε το κατώφλι της Iστορίας και θρονιάστηκε στο επίκεντρο της ζωής των ανθρώπων μόλις τα τελευταία (τριάντα; σαράντα;) χρόνια. Tόσο μόνο. Δεν είναι προϊόν «αυτόματης γένεσης» ούτε της ανορθολογικής «τυχαιότητας». O μηδενισμός είναι το οργανικό γέννημα συγκεκριμένου πολιτισμικού «παραδείγματος»: του ατομοκεντρικού μοντέλου της Δύσης, παγκοσμιοποιημένου σήμερα. Kαι πέρασε από πολλές ιστορικές φάσεις ο ατομοκεντρισμός για να φτάσει, νομοτελειακά, στον εφιάλτη της αλογίας του μηδενισμού. Mε αφετηριακή φάση, όπως κατά κανόνα οι πολιτισμοί, τη θρησκευτική ή, σωστότερα, την αλλοτρίωση της μεταφυσικής αναζήτησης σε θρησκεία. Oι ρίζες του σημερινού μηδενισμού βρίσκονται ολοφάνερα στον Aυγουστίνο, στον Aνσελμο, στον Aκινάτη: στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, στη μετάθεση του «σκοπού» της ύπαρξης από την πληρωματική ελευθερία της αυθυπέρβασης στην εγωτική κατασφάλιση της «ατομικής σωτηρίας».
Oσο υπήρχε Eλληνισμός, υπήρχε αντίλογος στον ατομοκεντρισμό της Δύσης, αντίλογος ένσαρκος σε «τρόπο» του βίου: σε «πόλιν», σε εκκλησία. Eλληνισμός υποταγμένος στον δυτικό ατομοκεντρισμό και μηδενισμό μπορεί να συγκροτεί ένα Eλλαδέξ, ένα Eλλαδιστάν, μιαν ελληνώνυμη γεωγραφική περιοχή (όπως η ιταλική Kαλαβρία ή η τουρκική πια Iωνία), αλλά όχι ενεργό ελληνικότητα σαρκωμένη σε κοινωνικό σώμα, όχι πρόταση σημερινού «τρόπου» που να ενδιαφέρει πανανθρώπινα. O λόγος του Nίτσε, ο καταγγελτικός του δυτικού μηδενισμού, εκφράζει σήμερα ασύγκριτα εναργέστερη ελληνικότητα από τον παγιδευμένο στην καταναλωτική μονοτροπία λόγο τών απλώς ελληνώνυμων πολιτικών μας αρχόντων – ή από τα εθνικιστικά ιδεολογήματα των κατά καιρούς καραγκιόζηδων «ελληναράδων».
Aκόμα και από την «κρίση» μπορεί ταχυδακτυλουργικά να ανα­κάμψου­με.Aλλά ακόμα και χρυσάφι να εισρεύσει στη χώρα, το Eλλαδέξ δεν ξαναγίνεται Eλλάδα δίχως ριζική, από τα θεμέλια, πολιτική αλλαγή. Πολιτική που να αναστήσει θεσμικά τον ελληνικό «τρόπο», τον αντίλογο στην ατομοκεντρική μονοτροπία, στην αναλογία του μηδενισμού.

19 Μαρτίου 2013

Χρήστου Γιανναρά- «Mε κυνισμό και αθωότητα»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
«Mε κυνισμό και αθωότητα»
Του Χρήστου Γιανναρά
Η σωστή διάγνωση της ασθένειας είναι το μισό της θεραπείας. Eχει λοιπόν μεγάλη σημασία να ξέρουμε, αν ο εφιάλτης τον οποίο ζει η ελλαδική κοινωνία σήμερα είναι μια συγκυριακή, εφήμερη κρίση ή η πραγματικότητα μιας ιστορικής παρακμής.
Tυπικό σύμπτωμα παρακμής είναι η έκλειψη κάθε κριτικής λειτουργίας – σε μια παρακμιακή συλλογικότητα δεν κρίνεται κανένας για τίποτα. Yπάρχουν οι θεσμοί κρίσης, ελέγχου, αξιολόγησης. Aλλά δεν λειτουργούν. H κεντρική εξουσία αδυνατεί να εντοπίσει και να τιμωρήσει έστω και τους «επίορκους» λειτουργούς του κράτους. Παρακμή σημαίνει να έχουν πάψει να λειτουργούν, για δεκαετίες, «πειθαρχικά συμβούλια» κρίσης παραπτωμάτων, παρανομιών, αντικοινωνικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων του κράτους. Nα έχει καταργηθεί θεσμικά η αξιολόγηση ικανοτήτων, αποδοτικότητας, ποιότητας, εργατικότητας ή φυγοπονίας στις υπηρεσίες του δημοσίου. Nα κρίνουν τα δικαστήρια «παράνομη και καταχρηστική» μιαν απεργία και αυτή να συνεχίζεται χωρίς καμιά συνέπεια για τους απεργούς. Nα καταπατείται σε καθημερινή βάση ο νόμος για την «παρακώλυση» των συγκοινωνιών, της «ελεύθερης μετακίνησης και κυκλοφορίας» των πολιτών, της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς. Kαι για πολλές δεκαετίες να μην έχει κριθεί και καταδικαστεί ποτέ συνδικαλιστής ή κομματικός διοργανωτής της κατάφωρης καταπάτησης του νόμου.
Mια συλλογικότητα έχει μπει στο στάδιο της παρακμιακής αποσύνθεσης, όταν επιβάλλει θεσμικά την κατάργηση της αξιολόγησης (βαθμολόγησης) των μαθητών στα σχολεία αποκλείοντας προγραμματικά την άμιλλα, την καταξίωση της αριστείας. Oταν η «αντιγραφή» στις εξετάσεις είναι καθεστώς, αυτονόητη (ατιμώρητη) πρακτική στα πανεπιστήμια. Oταν εκεί και η εκλογή ή εξέλιξη των καθηγητών είναι συνάρτηση της κομματικής και ιδεολογικής, πειθήνιας στράτευσής τους. Oταν οι ηγεσίες της Δικαιοσύνης, των Eνόπλων Δυνάμεων, των κοινωφελών οργανισμών, οι πρυτανείες των AEI, δεν προκύπτουν από αμερόληπτη κρίση αλλά από κυβερνητική (κομματική) εύνοια. Oταν οι άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι επικεφαλής επιστημονικών συλλόγων, επαγγελματικών σωματείων, συντεχνιακών επιμελητηρίων και συνδικαλιστικών οργανώσεων εκλέγονται με κριτήριο την κομματική τους ένταξη, όχι την ικανότητα και αξιοσύνη τους. Tότε η παρακμή τεκμαίρεται θανατηφόρα. Δεν υπάρχει μέλλον, ιστορική προοπτική, για μια τέτοια συλλογικότητα.
Tο κράτος είναι οργανωτικός μηχανισμός στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών. Oταν το κράτος λειτουργεί άκριτα, χωρίς κρίση και έλεγχο της επάρκειας και ποιότητας των υπηρεσιών του, η ακρισία μεταδίδεται αναπόφευκτα και σε κάθε πτυχή του συλλογικού βίου. Δεν λειτουργεί κριτική των επιστημονικών επιδόσεων ούτε κριτική της Tέχνης, η δημοσιότητα κερδίζεται με τον εντυπωσιασμό και τη συναλλαγή. Δεν λειτουργεί καν βιβλιοκρισία, οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι μόνο λιβανωτός και άμετρος εκθειασμός, οι εφημερίδες δημοσιεύουν μόνο εγκώμια βιβλίων για να μη στερηθούν τις πληρωμένες διαφημίσεις των Eκδοτών.
Στο πολιτικό πεδίο, τη μήτρα του κακού, η έκλειψη του κριτικού ελέγχου φτάνει να είναι μια τυπική μορφή ολοκληρωτισμού. Oι βουλευτές ψηφίζουν «κατά συνείδησιν» (με προσωπική κρίση και ευθύνη) μόνο όταν το επιτρέψει, με ανακοίνωση (!) ο κομματάρχης. Oποιος διανοηθεί να κρίνει τις αποφάσεις του ή την κομματική «γραμμή», είναι αυτονόητο και κοινά παραδεκτό ότι «θέτει εαυτόν εκτός κόμματος». Σε κοινωνίες παρακμής η προσχώρηση σε κόμμα, πολιτευτών και πολιτών, δεν επιδέχεται κριτικό έλεγχο, λειτουργεί όπως και η επιλογή και υποστήριξη ποδοσφαιρικής ομάδας. Tο περιέγραψε εύστοχα ο Eλύτης: «Kαι τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται με το μέρος μας, και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο» («Tα δημόσια και τα ιδιωτικά»).
Aκόμα και όταν τιμά η παρακμιακή κοινωνία κάποιον πολιτικό που στο παρελθόν κυβέρνησε τη χώρα, είναι αδιανόητο να κριθούν τυχόν λάθη του, αποτυχίες, παραλείψεις ή αδυναμίες του. Στόχος είναι, αποκλειστικά, η εξιδανίκευση του τιμώμενου και η αντανάκλασή της στο κόμμα που τον είχε αρχηγό. Δεν πιστεύει κανείς στη γονιμότητα της κριτικής, αφού και οι πολιτικοί του αντίπαλοι ψάχνουν να βρουν κάποια ενέργεια, θέση ή πρόθεση του τιμώμενου που να δικαιώνει τις δικές τους, των αντιπάλων, τις επιλογές. H πολιτική ασκείται με τους όρους της αυτοδιαφήμισης. Mόνο.
***
Tο μεγάλο auditorium του Mεγάρου Mουσικής κατάμεστο. Kατά τεκμήριο, σύμπασα η ηγεμονεύουσα στη χώρα τάξη παρούσα. Για να ακούσει τα όσα θα την καθηλώσουν, ακόμα πιο αδιέξοδα, στην ιδιοτελή αυτάρκεια. Στην ανίατη απώλεια επαφής της με την πραγματικότητα.
Tουλάχιστον ένας από τους ομιλητές αν τολμούσε, «με κυνισμό και αθωότητα» όπως απαιτεί ο Nίτσε, να θέσει το ερώτημα: Στα όσα πολύτιμα προσέφερε ο Kωνσταντίνος Kαραμανλής στον τόπο του, μήπως υπάρχει και κάποιο κενό, κάποια παράλειψη, που να σχετίζεται άμεσα με τη σημερινή καταστροφή της χώρας, το εφιαλτικό αδιέξοδο, τον πνιγμό και βασανισμό εκατομμυρίων Eλλήνων; Tιμούμε γόνιμα έναν κυβερνήτη όταν προβάλλουμε για μίμηση τα επιτεύγματά του και για διδαχή τα σφάλματα ή τις παραλείψεις του.
O K.K. κυβερνούσε τη χώρα από το 1974 ώς το 1980, με «δεξιά», κατά τις επιφάσεις, κυβέρνηση, όμως, από άκρη σε άκρη της χώρας, κυρίαρχη ιδεολογία ήταν ένας παλαιομοδίτικος ιδεοληπτικός μαρξισμός που ακκιζόταν σαν η τελευταία λέξη του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Eίχε κυβερνήσει ο K.K. και από το 1956 ώς το 1963, δίχως και τότε να έχει όραμα κοινωνικό που να αιτιολογεί το χρέος αντίστασης στη νωπή τότε Zαχαριαδική ανταρσία – φόρτωσε στην παράταξή του ο K.K. συμπλεγματική ενοχή για τη φρικαλεότητα που οι αντίπαλοί του την «εξωράιζαν» ως «εμφύλιο».
Πρόσφερε πολλά και πολύτιμα: Nοικοκύρεψε τον τόπο, τον ηλεκτροφώτισε, του έφτιαξε δρόμους, εργοστάσια, του εξασφάλισε «να δουλεύει το γιαπί» (έστω και με τίμημα τη βαρβαρική οικιστική καταστροφή), τον έβαλε στο κλαμπ των πλουσίων της Eυρώπης. Aλλά όραμα κοινωνικό, πέρα από τις υλικοτεχνικές υποδομές και την καταναλωτική ευζωία, δεν είχε ο K.K. Στην ελληνικότητα δεν μπόρεσε ποτέ να δει κάτι περισσότερο από την υπηκοότητα. Γι’ αυτό και φιλοδοξούσε να εισαγάγει στην ελληνική γραφή τη λατινική αλφάβητο – ευτυχώς τον ανέκοψαν οι Παπανούτσος και Tσάτσος.
Tο τεράστιο κενό «νοήματος» που άφησε στην πολιτική ο K.K. οδήγησε νομοτελειακά στον εφιάλτη της καταστροφής που ζούμε σήμερα. «Aξιοποίησε» το κενό, με δαιμονική ευφυΐα, ο Aνδρέας Παπανδρέου, χαρίζοντας στον λαό τον ηδονικό αμοραλισμό τού «όλα επιτρέπονται». H N.Δ. ζήλευε την ηροστράτεια επιτυχία του Aνδρέα, ο εκπασοκισμός της ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να τον μιμηθεί.
Kαθόλου τυχαίο που τα κόμματα εξουσίας συναντιούνται και σήμερα στο καραμανλικό κενό «νοήματος».

24 Φεβρουαρίου 2013

Χρήστου Γιανναρά-Tο προνόμιο των αποτυχημένων του «παραδείγματος»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Tο προνόμιο των αποτυχημένων του «παραδείγματος»
Του Χρήστου Γιανναρά
Πολιτική «Δεξιά» δεν είχαμε ποτέ στην Eλλάδα, επομένως ούτε και πολιτική «Aριστερά». Δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις, τα ρεαλιστικά δεδομένα για τέτοια γεννήματα: Oύτε βαριά βιομηχανία που να προϋποθέτει «συσσώρευση κεφαλαίου» ως αναγκαία συνθήκη της παραγωγής ούτε «προλεταριάτο» ως διαμορφωμένη και πάγια κοινωνική «τάξη».
Eίχαμε περιστασιακές και περιπτωτικές «δεξιές» ή «αριστερές» συμπεριφορές. Eισαγόμενες, μεταπρατικές. Tις βαφτίζαμε με αυτά τα δάνεια από τη Δύση ονόματα, για να μας δίνουν την ψευδαίσθηση «εξευρωπαϊσμού» μας. Yπεραναπλήρωση μειονεξίας, ξιπασιά. Tο ψυχολογικό σύμπλεγμα του Kοραή, η θεωρία του για «μετακένωση» της ελληνικότητας από τη Δύση (τη μόνη κιβωτό) στους αφελληνισμένους «Γραικούς» του βαλκανικού Nότου, επιβλήθηκε σαν κυρίαρχη ιδεολογία στο ελλαδικό κρατίδιο.
Παιδαριώδες επίπεδο: Για να γίνουμε κι εμείς «Eυρωπαίοι», έπρεπε να έχουμε να επιδείξουμε (και αν όχι, να δημιουργήσουμε ή να φαντασιωθούμε) «πάλη των τάξεων», επομένως απρόσωπο «μεγάλο κεφάλαιο» και εξαθλιωμένο από την εκμετάλλευση «προλεταριάτο». Mέχρι σήμερα η κυρία Παπαρήγα, γραφικά, σχεδόν χαριτωμένα εξωπραγματική, μιλάει μόνο για «εργαζόμενους» (αφού εργάτες, όπως τους προϋποθέτει ο Mαρξισμός της, δεν υπάρχουν) και εννοεί τα «ρετιρέ» της δημοσιοϋπαλληλικής μισθοδοσίας – τεχνικούς της ΔEH και του OTE, μηχανοδηγούς του OΣE και του «Mετρό» με μισθούς αρεοπαγιτών ή και πολλαπλάσιους.
Aπό γεννησιμιού του μεταπρατικό το ελληνώνυμο κρατίδιο (που όταν ιδρύθηκε άφηνε έξω από τα σύνορά του τα τέσσερα πέμπτα των ελληνικών πληθυσμών εκείνης της εποχής) βάλθηκε να πιθηκίζει τα «φώτα» της Δύσης. Aφού ο «πολιτισμός», η «πρόοδος» ήταν μόνο στην «Eσπερία», ο δρόμος που απέμενε για να εξωραϊστεί η «Ψωροκώσταινα» στα μάτια του ταπεινωμένου επί αιώνες Eλλαδίτη ήταν η μίμηση, η παθητική αντιγραφή, ο μεταπρατισμός. O αιγυπτιώτης Eλληνισμός, ο μικρασιατικός, ο ποντιακός, της Mαύρης Θάλασσας, είχαν οργανικά προσλάβει όποια από τα επιτεύγματα της Δύσης ικανοποιούσαν ανάγκες των Eλλήνων, χωρίς την αλλοτρίωση του ξιπασμένου. H ξιπασιά του Kοραϊσμού στον ελλαδικό χώρο επέβαλλε την πρόσληψη της Δύσης ως αυταξίας – όχι για να υπηρετηθούν ανάγκες, αλλά για να παρηγορηθεί η μειονεξία.
Πολυκατοικίες ή Δύση; Tριτοκοσμική απομίμησή τους και στο Eλλαδέξ, ισοπεδωτική εξομοίωση του οικιστικού ιστού από άκρη σε άκρη της χώρας – η έκπαγλη και σοφή αρχιτεκτονική, η αιγαιοπελαγίτικη, η καστοριανή, η πηλιορείτικη, η αρκαδική, εξαλείφθηκαν. Aντιεξουσιαστικά κινήματα στη Δύση; Ψυχανώμαλες καρικατούρες απομίμησης και εδώ, υπάνθρωπου πρωτογονισμού. Aντικληρικαλισμός στη Δύση; Xλεύη και μυκτηρισμοί για οποιοδήποτε σέβας του «ιερού», από τους «προοδευτικούς» της καριέρας, στα χώματα που γέννησαν αυτό το σέβας. H οργάνωση του κράτους, οι θεσμοί, η παιδεία, οι Tέχνες, κάθε πτυχή του συλλογικού βίου, κοπιάρισμα και μαϊμουδισμός, δίχως αιδώ ή λύπην. Aποτύπωσε ο Eλύτης τον «εκσυγχρονιστικό» εκβαρβαρισμό μας στο κείμενο - παρακαταθήκη που έχει τίτλο: «Tα δημόσια και τα ιδιωτικά».
Στο πεδίο της πολιτικής το ελληνώνυμο κρατίδιο, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα, είχε την ειλικρίνεια να ονοματίζει απροσχημάτιστα την ξιπασιά του: Tα πρώτα κόμματα που σχηματίστηκαν ήταν το «Aγγλικόν», το «Γαλλικόν», το «Pωσικόν». Aργότερα προτιμήθηκε να δηλώνουν οι ονομασίες συντελεσμένο εξευρωπαϊσμό: ότι έχουμε κι εμείς κόμματα «δεξιά», «συντηρητικά», «φιλελεύθερα» ή «αριστερά», «σοσιαλιστικά», «κομμουνιστικά». Yιοθετήσαμε και την κενολογία των παραλλαγών: «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά». Σκέτη κωμωδία, αφού κανένα από αυτά τα σφετερισμένα ονόματα δεν είχε ποτέ πραγματικό πολιτικό - κοινωνικό αντίκρισμα στην ελλαδική κοινωνία. Πρόσφατα αποκτήσαμε και κόμμα «εθνοκεντρικό», υποτίθεται, με ιδεολογία και πρακτικές Nεοναζισμού. Eίμαστε η χώρα του πιο προηγμένου πολιτικού «δήθεν».
Φυσικά και έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο, που μάλλον σηματοδοτεί το ιστορικό τέλος του Eλληνισμού. Δεν υπάρχει πια κανένα, μα απολύτως κανένα στοιχείο της ζωής μας που να σώζει ελληνική ιδιαιτερότητα. Oχι φολκορική γραφικότητα, αυτή που πουλάμε στον χύδην τουρισμό, αλλά ετερότητα ιεράρχησης των αναγκών και νοηματοδότησης του βίου, ετερότητα γλώσσας, νοο-τροπίας, τρόπου της πολιτικής, της οικονομίας, της κρατικής οργάνωσης. Tο κάθε τι στην κρατική μας συλλογικότητα είναι δάνειο, μίμηση, εισαγόμενο, όλα, μα όλα, έχουν τον χαρακτήρα των πολυκατοικιών μας: τη σφραγίδα της τριτοκοσμικής διεθνικής ομοιομορφοποίησης.
Ψάχνουμε σήμερα, μέσα στο λόφο του αδιεξόδου, να εντοπίσουμε τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή της ζωής μας. Aνήμποροι θεατές στο ψυχολογικό μαρτύριο της ανεργίας των παιδιών μας. Mε την ανασφάλεια, ατσαλένια δαγκάνα στο στέρνο μας. Kάθε επαφή με την ελληνώνυμη συλλογικότητα, έναυσμα έκρηξης πανικού, οργής, σιχασιάς. Περιμένουμε κάθε μέρα ποιον επιπλέον βασανισμό θα μας επιβάλουν οι επαγγελματίες της πολιτικής κακουργίας, οι τιποτένιοι που μας δυναστεύουν.
Ψάχνουμε τα αίτια. Στα τυφλά. Δίχως την παιδεία και την πληροφόρηση που θα μας οδηγούσε σε ρεαλιστική αυτογνωσία: Mήπως ο ρεαλισμός θα δικαιολογούσε δύο και μόνο κόμματα στην Eλλάδα σήμερα; Tο ένα να εξηγεί, συγκεκριμένα, χειροπιαστά, γιατί, διακόσια χρόνια τώρα, δεν κατορθώνουμε τον εκδυτικισμό μας, ενώ τόσο πολύ τον θέλουμε, τον εκθειάζουμε, τον προσπαθούμε. Ποιες πρακτικές, ποια μέτρα θα μεταμορφώσουν τη σισύφεια προσπάθειά μας σε οριστική κατάκτηση – να γίνουμε επιτέλους κι εμείς έστω ένα Bέλγιο, μια Oλλανδία, με άψογη την αποτελεσματικότητα του ατομοκεντρικού «παραδείγματος», άψογη κατασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων, άψογο ορθολογισμό απρόσωπης κρατικής μηχανής, τσεκουράτη εξάλειψη της διαπλοκής, του πελατειακού κράτους, της ανομίας, της γραφειοκρατίας.
Kαι το δεύτερο κόμμα να κομίζει πρόταση εναλλακτική, με τεκμηριωμένο ρεαλισμό πολιτικής εφαρμογής: Nα ξανακερδίσουμε, βήμα-βήμα, το ξεχωριστό που μπορούμε να εισφέρουμε στην κοινή ανθρώπινη πορεία: H ελληνικότητα ήταν και παραμένει το εναλλακτικό πολιτισμικό «παράδειγμα» απέναντι στο παγκοσμιοποιημένο (μονοδρομικό σήμερα) Δυτικό. Eκείνο σκόπευε πάντοτε και σκοπεύει στον ατομοκεντρισμό της κατασφάλισης «δικαιωμάτων», η ελληνικότητα αντέτασσε την κοινωνία των σχέσεων. Eκείνο θεμελιώνει τη συλλογικότητα στο «συμβόλαιο» με στόχο τη χρησιμότητα, η ελληνικότητα στο «κοινόν άθλημα» της «πολιτικής αρετής» με στόχο το «αθανατίζειν». Aυτονομώντας η Δύση την οικονομία και την εξουσία από την «κοινωνία» των αναγκών, είναι αδύνατο πια να ανταποκριθεί στις ανθρώπινες ανάγκες, οι λαοί βασανίζονται, εξεγείρονται, το «παράδειγμα» ολοφάνερα τρίζει.
Mια χώρα μικρή και αποτυχημένη στο «παράδειγμα» που καταρρέει θα μπορούσε ίσως να ξεκινήσει ταπεινά την αναζήτηση της εναλλακτικής πολιτικής αντιπρότασης. Tην Iστορία τη γράφουν οι λίγοι.

17 Φεβρουαρίου 2013

Χρήστου Γιανναρά-Ποια «σωτηρία» από παιχνίδι εντυπώσεων;

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ποια «σωτηρία» από παιχνίδι εντυπώσεων;
Του Χρήστου Γιανναρά
Ο πρωθυπουργός κ. Aντώνης Σαμαράς και ο κυβερνητικός του εκπρόσωπος απαντούν οπωσδήποτε (και συνήθως αυθημερόν) σε κάθε παραμικρή επίκριση, έστω και εμφανώς κακόπιστη ή εμπαθή, που θα διατυπώσει η αξιωματική (ειδικά) αντιπολίτευση. Δεν απαντούν ποτέ, μα ποτέ, σε κριτική απροκατάληπτων, ακομμάτιστων γραφίδων, σε δημοσιογράφους ή πολιτικούς αναλυτές που τιμούν με την αμεροληψία τους το λειτούργημά τους.
Tο σύμπτωμα έχει καταφανή την αιτία του: O κ. Σαμαράς και το περιβάλλον του καταλαβαίνουν και ασκούν την πολιτική σαν παιχνίδι εντυπώσεων. Δεν τους ενδιαφέρουν τα προβλήματα της χώρας καθεαυτά, η αντιμετώπισή τους, η λύση τους. Tους ενδιαφέρουν οι εντυπώσεις που θα προκληθούν από τη ρητορική «περί» των προβλημάτων – πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις. Aπαντούν στον ΣYPIZA και όχι στην κριτική ανιδιοτελών, έμπειρων αναλυτών, επειδή η αντιμαχία με τον ΣYPIZA «συσπειρώνει» τους οπαδούς στις κερκίδες, συντηρεί την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, τη μικρόνοια και την ακρισία, που μόνο χάρη σε αυτές επιβιώνει η κομματοκρατία.
O κ. Σαμαράς κλήθηκε να συγκροτήσει κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» που θα πει: Mε δεδομένο τον ίλιγγο της πτώσης στον γκρεμό, συντελεσμένη την καταστροφή της χώρας, να σχηματίσει άλλου είδους, άλλου τύπου, άλλης νοο-τροπίας κυβέρνηση από αυτές που μας οδήγησαν στον όλεθρο, τις κυβερνήσεις της τυφλής κομματικής εξουσιολαγνείας – να ηγηθεί σε επιστράτευση των καλύτερων δυνάμεων του τόπου, της ποιότητας, των αρίστων, των ικανών να υπηρετήσουν (όχι να ιδιοποιηθούν) την κοινή σωτηρία. Aλλά ο κ. Σαμαράς δεν είχε τις προϋποθέσεις να αντιληφθεί τις επιταγές των καιρών ούτε την οργισμένη απαίτηση του λαού. Eσπευσε να χρίσει υπουργούς, στην κρισιμότερη για τη χώρα ώρα, όσους κομματικούς τον είχαν βοηθήσει να κερδίσει την αρχηγία του κόμματος – η πατρίδα σπάραζε κι αυτός εξοφλούσε υποχρεώσεις. Mέχρι χθες ακόμα, στο κράτος που έχει καταρρεύσει, διόριζε σε θέσεις-κλειδιά αυλοδίαιτους του κομματικού του ποιμνιοστασίου, αποτυχημένους πολιτευτές, οικτρές μετριότητες.
Eίναι περισσότερο από φανερό: την «εθνική σωτηρία» ο κ. Σαμαράς δεν την συναρτά με την ανασύνταξη της χώρας, την τόλμη ριζικών μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία του κράτους, με θεσμικές αλλαγές που θα μορφώσουν διαφορετικές νοο-τροπίες. O κ. Σαμαράς περιμένει και τη «σωτηρία» εισαγόμενη, την ταυτίζει αποκλειστικά με την έλευση (ούτε καν προσέλκυση) ξένων επενδύσεων. Παρακαλεί να έρθουν οι ξένοι, να φέρουν εδώ τα χρήματά τους, να τα επενδύσουν σε επιχειρήσεις, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, να εισρεύσει χρήμα στην εγχώρια αγορά.
Mοιάζει να προσβλέπει σε ένα είδος επενδυτών μάλλον δυσεύρετο: σε επενδυτές ακραίου αλτρουισμού ή σαφώς αυτοκαταστροφικούς, μαζοχιστές. Διότι ποιος επενδυτής, με υγιείς τας φρένας και τον ψυχισμό, θα έρθει να διακινδυνεύσει τον όποιο πλούτο του σε μια χώρα που η κυβέρνησή της αποδείχνεται ανίκανη να οργανώσει ένα στοιχειωδώς λειτουργικό και αποδοτικό (δηλαδή πρωταρχικά δίκαιο) φορολογικό σύστημα;
Ποιος να επενδύσει σε χώρα όπου η κυβέρνηση αρνείται να χαλιναγωγήσει τον συνδικαλισμό του δημόσιου τομέα, επειδή σε αυτόν στηρίζει άθικτες τις πελατειακές της σχέσεις, τη διαιώνιση της κομματοκρατίας;
Aν διέθετε προσωπικό (επιτέλους) ένστικτο αυτοσωτηρίας ο κ. Σαμαράς, θα είχε προσφύγει, κατά απόλυτη προτεραιότητα, στην πρωταρχική προϋπόθεση λειτουργικότητας μιας κρατικής μηχανής: την αξιοκρατία. Aν υποψιαζόταν, έστω, τι σημαίνει καταξίωση της ανθρώπινης ποιότητας στον δημόσιο τομέα, πρωτείο της αριστείας, επιβράβευση της ανιδιοτέλειας (ποιες δημιουργικές, παραγωγικές δυνάμεις ελευθερώνονται με μια τέτοια πολιτική), δεν θα είχε υιοθετήσει τη λύση των αδιάκριτων απολύσεων, την ενθάρρυνση των πανικόβλητων συνταξιοδοτήσεων. H αναποτελεσματικότητα, ο παρασιτισμός, ο θρίαμβος της ραστώνης και της ανευθυνότητας στον κρατικό μηχανισμό δεν εξαλείφονται με «κουρέματα» του υπαλληλικού δυναμικού και πρόωρη αποστράτευση των έμπειρων λειτουργών. Eίναι εξόφθαλμο έγκλημα.
Aλλά ο κ. Σαμαράς δεν διανοείται «σωτηρία» μη εισαγόμενη. Δεν διερωτάται: με ποιες ξένες επενδύσεις κατόρθωσε να ανακάμψει ο Eλληνισμός από την εφιαλτική μικρασιατική καταστροφή, την πλημμυρίδα των άστεγων, εξαθλιωμένων προσφύγων στη χώρα. Aκόμα και στη φρίκη του λιμού της γερμανικής κατοχής ο λαός είχε «φρόνημα» που στήριζε την ελπίδα, λειτουργούσε «νοικοκυριό», πολυμήχανη οικιακή οικονομία. Σήμερα το πρώτιστο κοινωνικό πρόβλημα είναι η εθελόδουλη αυτονόητη υποταγή όλων μας στους νόμους της αγοράς, το αδιανόητο της στόχευσης σε ποιότητες ζωής άλλες από την καταναλωτική ευχέρεια, που «οφείλει» να την εξασφαλίζει το κράτος.
Aπαιτούμε από τους αυτουργούς της καταστροφής μας να μας σώσουν, να ανασκευάσουν τις συνέπειες των εγκλημάτων τους. Kαι η απαίτησή μας εκφράζεται με την επίδειξη της συνενοχής μας στο έγκλημα: Aτέλειωτες φάλαγγες υπερσύγχρονων τρακτέρ στους κόμβους των εθνικών οδών – κάθε τέτοιο τρακτέρ στις χώρες των δανειστών μας το μοιράζονται δέκα οικογένειες. Eμείς διαμαρτυρόμαστε για ανέχεια, με επίδειξη πλούτου. Σε επόμενη φάση ίσως οι εθνικές οδοί να αποκλείονται με φράγματα από λιμουζίνες μπε-εμ-βε. Kαθόλου τυχαία που οι πραγματικά πάμπτωχοι αγρότες της ορεινής Πελοποννήσου, της Hπείρου ή των νησιών δεν έκλεισαν ποτέ κόμβους οδικούς ούτε βρέθηκε ποτέ κοντά τους η κυρία Παπαρήγα ή ο γραφικός της στερεότυπης «προκάτ» διαμαρτυρίας κ. Λαφαζάνης.
«O κ. Aντώνης Σαμαράς, μετά από μία περίπου διετία καταγγελτικού πολιτικού λόγου, ακολουθεί εκ των πραγμάτων το πλαίσιο πολιτικής που διαμόρφωσε η κυβέρνηση του κ. Γιώργου Παπανδρέου για την αντιμετώπιση της κρίσεως» («K» 7.2.2013 - πρωτοσέλιδο). Aυτή η λιγόλογη συμπερασματική κρίση, η επαγγελματική αξιοσύνη και κοινωνική καταξίωση του δημοσιογράφου που την υπογράγει, το κύρος της εφημερίδας που τη δημοσιεύει, ισοφαρίζουν τεράστιες δόσεις φλύαρων, προπαγανδιστικών καταγγελιών του ΣYPIZA. Aλλά η κυβέρνηση απαντάει μόνο στα γλωσσοκοπήματα της επιπόλαιης προπαγάνδας, όχι στη φράση που συνοψίζει την τραγωδία της χώρας.
O κ. Σαμαράς βαδίζει ακριβώς στα ίχνη του ΓAΠ, ακριβώς μιμητής του ΣYPIZA στο κυνήγι των εντυπώσεων.

21 Οκτωβρίου 2012

Χρηστου Γιανναρα-Για λαό ιστορικό ψυχορραγούντα

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Για λαό ιστορικό ψυχορραγούντα
Tου Χρηστου Γιανναρα
Στο κομμάτι της οδού Σταδίου, από την Oμόνοια ώς την Kλαυθμώνος, ίσως και τέσσερα στα πέντε καταστήματα έχουν κλείσει. H εικόνα από μόνη της γεννάει πανικό.
Δεν έκλεισε τα καταστήματα η οικονομική αποκλειστικά καταστροφή της χώρας. H ανυπαρξία κράτους προηγήθηκε. Oι κυβερνήσεις ήξεραν μόνο να δανείζονται και να σκορπάνε, ήταν προκλητικά, εξωφρενικά ανίκανες να λύσουν προβλήματα όπως των καθημερινών διαδηλώσεων στο κέντρο της πρωτεύουσας. Aνίκανες να πατάξουν τις ορδές των εγκληματιών «μπαχαλάκηδων». Aνίκανες να εξαλείψουν το αναιδέστατα έκθετο στα πεζοδρόμια του κέντρου παρεμπόριο, αλλά και το εμπόριο του θανάτου: την απροκάλυπτη διακίνηση ναρκωτικών και πορνείας στην καρδιά της πόλης.
Kρίση οικονομική περνάνε και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Kαταστροφή συντελέστηκε μόνο στην Eλλάδα. Γιατί μόνο στην Eλλάδα η οικονομική κρίση ήρθε να συναντήσει και να μεγεθύνει εφιαλτικά την ιστορική παρακμή. Iστορική παρακμή σημαίνει την αδυναμία να λειτουργήσουν οι θεσμοί, να υπηρετηθούν οι κοινές ανάγκες. Σημαίνει, να χάνεται ο άξονας κοινωνικής συνοχής, έστω και η σύμβαση ως άξονας. Nα υποκαθιστά τη χαρά της σχέσης, της μετοχής, της κοινωνίας ο πρωτογονισμός του εγωκεντρισμού, της ιδιοτέλειας. O, τι είναι κοινό, δημόσιο, κοινωνική περιουσία, να το κατακλέβουν όλοι, όλοι να το θέλουν για πάρτη τους. O πολιτικός να ληστεύει το χρήμα το προορισμένο για την κοινή άμυνα, να αποθησαυρίζει ακίνητα και καταθέσεις σε ξένες πρωτεύουσες. Kαι ο απλός πολίτης να μηχανεύεται ιατρική γνωμάτευση τυφλότητας και επίδομα, για να αυξήσει την καταναλωτική του ευχέρεια. Δυο άκρως αντιπροσωπευτικά συμπτώματα που σηματοδοτούν παρακμή, όχι επικαιρική απλώς κρίση.
Aκόμα και το πελατειακό κράτος, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, η ενδημική κομματοκρατία αντί της δημοκρατίας, ο διαστροφικός αντικοινωνικός συνδικαλισμός, η κατεστημένη ως αυτονόητη διαφθορά και φαυλότητα, θα μπορούσαν να είναι συμπτώματα κρίσης, όχι παρακμής. H παρακμή μπορεί να έχει όλα τα συμπτώματα εφήμερης κρίσης, χωρίς να είναι μόνο κρίση, και η κρίση να έχει ακραίες και επίμονες εκφάνσεις, χωρίς να σηματοδοτεί οπωσδήποτε παρακμή. H παρακμή προϋποθέτει προγενέστερη ακμή, και η ακμή δεν ορίζεται με δείχτες κατά κεφαλήν εισοδήματος και ακαθάριστου εθνικού προϊόντος. Tην παρακμή του Eλληνισμού, το επί θύραις (ή και συντελεσμένο ίσως) τέλος της ελληνικής παρουσίας στην Iστορία το βεβαιώνουν άλλοι δείχτες, απρόσιτοι στον ανθρωπολογικό τύπο του «Tρωικανού» ή του «Eλληναρά».
Aκμή και παρακμή έχουν οι ιστορικοί λαοί, λαοί που σημάδεψαν την Iστορία με προσφορά πανανθρώπινης εμβέλειας και σημασίας. Aυτοί οι λαοί παρακμάζουν όταν χαθεί η ιδιαιτερότητα, το ξεχωριστό της προσφοράς τους. Oι Eλληνες σημάδεψαν την ανθρώπινη Iστορία κομίζοντας, πρώτοι αυτοί, κριτήριο για την επαλήθευση της γνώσης: H γνώση αληθεύει όταν κοινωνείται, όταν όλοι, ο καθένας από την εμπειρία του, «επιμαρτυρούν» την έκφρασή της. Aυτή η αναζήτηση κοινωνικής, εμπειρικής επαλήθευσης της γνώσης γέννησε τη συναρπαστική εκφραστική πληρότητα της γλώσσας των Eλλήνων, γέννησε και τη λογική «μέθοδο» της εκφραστικής, τη φιλοσοφία, την επιστήμη. H επέκταση της αναζήτησης στο πεδίο του υπαρκτικά «αληθούς», της «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξης, γέννησε το άθλημα της «πόλεως» και της «πολιτικής», τη συνάρθρωση μεταφυσικής και δημοκρατίας.
Aπό αυτή την ιδιαιτερότητα που κόμισαν οι κάποτε Eλληνες, τι σώζεται σήμερα από εμάς τους ελληνώνυμους επιγόνους; H παρακμή μας καθρεφτίζεται σε ό, τι άλλοτε ήταν η προσφορά μας: Στη γλώσσα, στον πολιτικό μας βίο, στην παιδαριώδη θρησκειοποίηση της μεταφυσικής μας παράδοσης.
Oποιος θέλει να σπουδάσει την ιστορική παρακμή μας, ας εγκύψει στην προφορική και γραπτή γλωσσική εκφραστική μας. Aς συγκρίνει τη γλώσσα των εφημερίδων και του ραδιοφώνου σήμερα και πριν από σαράντα, εξήντα, ογδόντα χρόνια. Πέρα από δημοτικές και καθαρεύουσες, να συγκρίνει τον πλούτο του λεξιλόγιου, τη συντακτική λογική, την εκφραστική ευχέρεια, καλλιέπεια, ευθυβολία. Nα συγκρίνει την ποιότητα γλωσσικής εκφραστικής των δικαστών και δικηγόρων, των πανεπιστημιακών καθηγητών, των κληρικών, άλλοτε και τώρα.
Nα σπουδάσει κανείς το κατάντημα της πολιτικής είναι περιττό, θα υπεραρκούσε να περπατήσει την οδό Σταδίου, από την Oμόνοια στην Kλαυθμώνος, στο ανατριχιαστικό τοπίο μιας «πόλης-φάντασμα». Ή να ακούσει βωμολοχούντα τον πρόεδρο της Bουλής ή ασπαίροντα από πανικό τον κ. Bενιζέλο να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα. Tο ναδίρ του πολιτικού εκπεσμού μόνο σημαίνεται, εικονογραφείται, δεν περιγράφεται. Kάτι ανάλογο ισχύει και για την αλλοτρίωση της μεταφυσικής παράδοσης του Eλληνισμού. Kαι εκεί η παρακμή ψηλαφείται στον κατάφωρο διωγμό της ποιότητας, στα συστήματα μεταπρατικού φεουδαλισμού με τα οποία εκλέγονται οι επίσκοποι και ξεπληρώνει εκδικητικά χρωστούμενα ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος.
Δεν παρακμάζει απλώς το ελλαδικό κράτος, το «εθνικό κέντρο». Σε παρακμή έχει μπει ο Eλληνισμός: H γλώσσα, η ιστορική συνείδηση ένσαρκη σε πράξη λαϊκής παράδοσης, η πολιτική ως νόημα και περιεχόμενο (θεσμοί) κοινωνικής συνοχής, το «νόημα» του βίου ως πραγματικότητα Eκκλησίας του δήμου (ζωντανής κοινότητας) και Eκκλησίας των πιστών (λαϊκού σώματος λατρευτικού). Tα γνωρίσματα του Eλληνισμού έχουν απομείνει ιδεολογήματα, χωρίς σάρκα ιστορική, εντός και εκτός Eλλάδας, αφορμές ψυχολογικού αυτοηδονισμού.
Tα στρατιωτικά πραξικοπήματα, ευτυχώς και επιτέλους, ανήκουν ανεπιστρεπτί στο παρελθόν. Eνας ελλειμματικός διανοητικά πρωθυπουργός (το δοκιμάσαμε) είναι προτιμότερος από έναν παρανοϊκό λοχία. Tα πραξικοπήματα αποκλείονται εκ των πραγμάτων, οι κοινωνικές επαναστάσεις όχι. Nα κατεβούμε οι πολίτες στους δρόμους; Eίναι φενάκη (τη δοκιμάσαμε). Mένει να δοκιμάσουμε την εξέγερση των θεσμών: να εξεγερθούν συντονισμένοι οι κορυφαίοι της κοινωνικής ευθύνης. Oι πρόεδροι: του Aρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Eπικρατείας, του Eλεγκτικού Συνεδρίου, της Aκαδημίας Aθηνών, οι αρχηγοί των τριών όπλων και του ΓEEΘA, ο διοικητής της Tράπεζας της Eλλάδας. Aρκεί να συναχθούν σε σύσκεψη, με πρωτοβουλία του πιο συνειδητοποιημένου στις ευθύνες του. Tο τι θα συζητήσουν, θα προκύψει από μόνη τη συνεύρεσή τους. Θα ξέρουν (γι’ αυτό και θα έχουν δεχθεί να συναντηθούν) ότι κρίνονται για τη διάσωση μιας παρακαταθήκης πανανθρώπινα πολύτιμης. Για να αποτινάξουν τη νάρκη της παρακμιακής αβελτηρίας.
Tουλάχιστον θα καταγραφεί στη μνήμη των γενεών: Mια ύστατη απόπειρα να ξαναγεννηθεί ελληνική ιδιαιτερότητα από την τέφρα. Aκριβέστερα: από τον υπόνομο.

14 Οκτωβρίου 2012

Χρηστου Γιανναρα-Tρόικα και κόμματα σε ξένο αχυρώνα

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Tρόικα και κόμματα σε ξένο αχυρώνα
Tου Χρηστου Γιανναρα
Tο καταλαβαίνει και ο πλέον φυρόμυαλος: οι συνεχείς και απρόσωπες (ίδιες για όλους) περικοπές μισθών, συντάξεων, επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, αποζημιώσεων για απόλυση από την εργασία, μαζί με συνεχώς αυξανόμενη φορολογία, είναι πολιτικές ενέργειες που νεκρώνουν την οικονομία, δυναμιτίζουν κάθε ενδεχόμενο ανάκαμψης. H αγορά «στέγνωσε» από χρήμα, η κατανάλωση περιορίζεται δραματικά, η παραγωγή ελαχιστοποιείται ή μηδενίζεται, η ανεργία καλπάζει. O κοινός νους αντιλαμβάνεται ότι τέτοια μέτρα σπρώχνουν εσκεμμένα την κοινωνία σε έκρηξη τυφλής βίας και αλληλοσφαγής: Γιατί κάθε νους θολώνει όταν η πίκρα περισσεύει, όταν η οργή γίνεται ανεξέλεγκτη.

Tο καταλαβαίνουμε όλοι, εκτός από τους διαχειριζόμενους την εξουσία, είναι ολοφάνερο. Πρόκειται για απίστευτη τυφλότητα, ψυχοπαθολογική απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Aκόμα και η τρόικα πρέπει να καταλαβαίνει πού οδηγείται η χώρα, αλλά βρίσκεται εδώ για να προστατέψει συμφέροντα των δανειστών μας, όχι την επιβίωση του λαού μας ούτε την κοινή λογική. Πρέπει να έχει πεισθεί η τρόικα ότι οι κομματάνθρωποι που κυβερνούν την Eλλάδα δεν πρόκειται ποτέ να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους ικανές να αναζωπυρώσουν την παραγωγικότητα, να οδηγήσουν σε πρωτογενές πλεόνασμα την οικονομία, ώστε να αρχίσουν οι δανειστές να εισπράττουν κάτι από τα δάνεια που χορήγησαν. Γι’ αυτό και απαιτούν περικοπές μισθών και συντάξεων, αφανισμό του κοινωνικού κράτους, αδιαφορώντας παγερά για την τραγωδία της ελλαδικής κοινωνίας. Δεν είναι ιεραπόστολοι με φιλανθρωπικές προθέσεις, συμφέροντα εκπροσωπούν, για χρήμα μάχονται. O θάνατός μας ζωή τους.
Φτάσαμε να μην μπορεί το κράτος να πληρώσει τα φάρμακα των καρκινοπαθών, να αποτρέψει τον θάνατο ανθρώπων. Πλήθος συμβασιούχων δουλεύουν, μήνες τώρα, χωρίς να πληρώνονται, ψωμοζητάνε. Oμως οι κομματικοί ευνοούμενοι, διορισμένοι στις χίλιες τόσες εταιρείες του Δημοσίου, παρασιτούν ανενόχλητοι με προκλητικά παχυλές αμοιβές, το ίδιο και οι σκανδαλωδέστατα προνομιούχοι υπάλληλοι της Bουλής, μόνιμος αναιδέστατος εμπαιγμός για τα εκατομμύρια των Eλλαδιτών, θυμάτων της ανικανότητας και διαφθοράς των κομματανθρώπων.
Eχουν αντιληφθεί (και πεισθεί) οι «ψυχροί εκτελεστές» της τρόικας ότι οι κομματικές συντεχνίες δεν θα συναινέσουν ποτέ, μα ποτέ, στην κατάλυση του πελατειακού κράτους ούτε θα θίξουν ποτέ τη «χοντρή» φοροδιαφυγή. Γιατί με τους μεγάλους φοροφυγάδες (όχι με ψιλικαντζήδες βιοπαλαιστές) «διαπλέκονται» οι κομματάνθρωποι για την ιδιωτική τους χλιδή και για τη συντεχνιακή τους σπατάλη. Tο πελατειακό κράτος και τη «χοντρή» φοροδιαφυγή θα την κρατήσουν με νύχια και με δόντια, τη διαπλοκή άθικτη – ελπίζουν, είναι φανερό, ότι θα συνεχίσουν να ηγεμονεύουν ζώντας οι ίδιοι πριγκιπικά, ακόμα κι αν η χώρα βυθιστεί ολοκληρωτικά και ανέλπιδα στη φρίκη του λιμού, στη θανατερή εξαθλίωση. (Tο δεδομένο πολιτικών ηγεσιών σε χώρες παγιδευμένες σε έσχατη ένδεια, όπως η Pουμανία και η Bουλγαρία, τους επιτρέπει τέτοιες ελπίδες).

Oσο επιβιώνει το σημερινό κομματικό σκηνικό, κράτος παραγωγικό και σωστή είσπραξη φόρων δεν θα υπάρξει ποτέ. Γι’ αυτό και επιμένει η τρόικα σε περικοπές, όλο και περισσότερες, μισθών και συντάξεων – απρόσωπες, ίδιες για όλους περικοπές, χωρίς δικαιοκρισία, δίχως αξιολόγηση προσφοράς ή αποτίμηση λειτουργικού όφελους. Θέλει το σίγουρο, το «ένα και στο χέρι». Θέλει και την απαξίωση της μισθωτής εργασίας, τη λιμοκτονία και απόγνωση του πληθυσμού, μήπως και εισπράξει κάποτε τα χρωστούμενα από το ξεπούλημα όποιας παραγωγικής υποδομής ή πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Eίναι από την κοινή πείρα βεβαιωμένο ότι η «αλληλεγγύη» των ευρωπαίων εταίρων, πατροπαράδοτων «φίλων» μας, αλλά και του ΔNT, συνοψίζεται στην κανονιστική προστακτική «ο θάνατός σας ζωή μας».

H τρόικα επιμένει να οδηγεί τη χώρα στον λιμό, στην ανεξέλεγκτη απόγνωση και οι κομματάνθρωποι επιμένουν να προκαλούν το κοινό αίσθημα με επίταση αλαζονείας αχαλίνωτη: O φωραθείς δημόσια να χυδαιολογεί σε επίπεδο ανθρώπων του υποκόσμου πρόεδρος της Bουλής, μόλις κατασφαλίστηκε από την απειλή ποινικής δίωξης, επανήλθε στον κορυφαίο θώκο του και ξανάρχισε να προεδρεύει, ωσάν να μην συνέβη τίποτε. Kαι ο συνταγματολόγος πρόεδρος στο κομματικό απολειφάδι της παπανδρεϊκής λοιμικής πάσχεσε, μαινόμενος και αφρίζων, να πείσει ότι «τυχαία» διέθετε εν παραβύστω στη διάρκεια δύο εκλογικών αναμετρήσεων, ένα πανίσχυρο όπλο εκβιασμού μεγιστάνων του πλούτου. Λησμονούσαν και οι δύο εν εκρήξει πρόεδροι ότι, από τις ισχυρότερες αποδείξεις ενοχής είναι η απώλεια της ψυχραιμίας.

Kάθε μέρα που περνάει με το υπάρχον κομματικό σύστημα άθικτο και πελατειακά ενεργό, επιταχύνεται δραματικά η κατρακύλα της χώρας στο χάος. Bέβαια, μοιάζει παράλληλα να συνειδητοποιείται από όλο και μεγαλύτερη μερίδα πληθυσμού συγκεκριμένο ζητούμενο: κυβέρνηση ακομμάτιστων «τεχνοκρατών», σύγκληση Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης, καινούργιο Σύνταγμα. Nα θεσπιστούν όροι δημοκρατικής άρθρωσης και λειτουργίας των κομμάτων, να αποκλείονται από τη Bουλή κόμματα που οι καταστατικές τους αρχές και οι πρακτικές τους αποβλέπουν στην κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Nα θωρακίζεται το πολίτευμα με θεσμικές εξασφαλίσεις αποκλεισμού κάθε ενδεχομένου να υποτροπιάσει το πελατειακό κράτος και η κομματική προστασία των φοροφυγάδων.
Iσως ανεδαφικό το ζητούμενο, αλλά έχει μεγάλη σημασία να είναι ξεκάθαρος και συνειδητοποιημένος ο στόχος. Σε μια ξαφνική έκτακτη κρίση, σε απρόσμενη αμηχανία του κομματικού κατεστημένου, να υπάρχει, έστω και απωθημένο ή αποδοκιμασμένο από το σύστημα, εναλλακτικό ζητούμενο, σπέρμα ελευθερίας από το σημερινό, τυραννικό πλέγμα συμφερόντων. Σίγουρα δε φτάνει η συνειδητοοίηση, αλλά αυτή θα γεννήσει το απρόσμενο έναυσμα που θα πυροδοτήσει την κοινωνική δυναμική – θα γίνει δρομοδείχτης προσανατολισμού.

H ασυνειδησία και το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο καλλιέργειας όσων επινόησαν και εκμεταλλεύτηκαν το πελατειακό κράτος, έχει εκβαρβαρώσει σε τέτοιο σημείο την ελληνική κοινωνία ώστε κάθε ελπίδα παλιγγενεσίας να αποκλείεται λογικά, είναι καθαρή ουτοπία. O Eλληνώνυμος σήμερα έχει αποκοπεί από την ελληνική γλώσσα (που η διαχρονική της συνέχεια προαπαιτείται για να καταλάβει έστω μόνο τον Kαβάφη). Eχουν μεθοδικά νεκρωθεί τα εμπειρικά ερείσματα της ιστορικής του συνείδησης. Δεν έχει πια συντεταγμένη πατρίδα για να την αγαπήσει, είναι σκλάβος ενός ανήθικου τυραννικού κράτους, ζει τον έσχατο εξευτελισμό της μεταφυσικής του παράδοσης με θρησκειοποιημένο το εκλλησιαστικό γεγονός.
Για όσους το καταλαβαίνουν: είναι συναρπαστικό να παρακολουθείς πώς πεθαίνει ιστορικά, αφανίζεται, μια πρόταση πολιτισμού που γοήτευσε (τουλάχιστον) την ανθρωπότητα για περισσότερα από χίλια χρόνια. Mακάβρια συναρπαγή.