Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω ἰσχυρὰν δεξιὰν καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω πλεξίδα τῶν τυράννων δολιοφρόνων . . . . καίω τῆς δεισιδαιμονίας τὸ βαρὺ βάκτρον. [Ἀν. Κάλβος]


******************************************************
****************************************************************************************************************************************
****************************************************************************************************************************************

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

****************************************************************************************************************************************

TO SALUTO LA ROMANA

TO SALUTO  LA ROMANA
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
****************************************************************************************************************************************

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

ΕΥΡΗΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΣΟΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗΝ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΙΑΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΘΕΜΕΛΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΝΕΥΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΜΟΜΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟΥ ΔΑΚΤΥΛΟΥ! ΙΔΕ:
Οι γίγαντες της Αιγύπτου – Ανήκε κάποτε το δάχτυλο αυτό σε ένα «μυθικό» γίγαντα
=============================================

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΕΙΑ/ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΕΙΑ/ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Μαΐου 2017

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΕΩΤΕΡΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΕΩΤΕΡΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ
-------------
Από εδώ και δύο αιώνες ζούμε την εποχήν και την θρησκείαν της Νεωτερικότητος! Η Νεωτερικότης δέχεται μόνον την ύπαρξιν Ατόμων, άνευ άλλου τινός προσδιορισμού και δημιουργεί την  Ατομοκεντρικήν κοινωνίαν! Ολα τα άτομα είναι εξ ορισμού ίσα σε όλα, στην γνώσιν, στην ηθικήν υπόστασιν, στην αξίαν! Αυτή είναι η ιδεολογική έδρα της εννοίας της Καθολικής ψηφοφορίας! Δεν υπάρχουν συλλογικές οντότητες πάνω από τα απλά άτομα, ούτε Ιστορία, ούτε Γεωγραφία, ούτε τίποτε, υπάρχουν ΜΟΝΟΝ ολόγυμνα άτομα χωρίς καμμία ταυτότητα ή προσδιορισμό βιολογικά όντα! Σαν ενθυμίζω τον εύστοχον λόγον του Μάρξ, του ιδρυτού της ομωνύμου κοσμοπολιτικής θρησκείας του Μαρξισμού, κλαδιού της Νεωτερικότητος, που συμπυκνώνει την ουσίαν της Νεωτερικότητος σε μία φράσι: «ποτέ να μην βάλης πάνω από τα άτομα, συλλογικές οντότητες, όπως η οντότητα "κοινωνία"»! Τα άτομα είναι η κυρίαρχος οντότης και το Κράτος είναι αποτέλεσμα της ελευθέρας βουλήσεως των ατόμων, κατά το "Κοινωνικόν Συμβόλαιον" του Ρουσσώ, και υπάρχει διά να εξασφαλίζει το καλώς έχειν των ατόμων από τα οποία συνίσταται! Τα άτομα αυτά ελευθέρως συμβαλλόμενα και κυρίαρχα διαθέτουν ασφαλώς Δικαιώματα, όλοι είναι ίσοι και άρα υπάρχει ισότης δικαιωμάτων διά τον οιονδήποτε, οπότε τα Δικαιώματα αυτά λέγονται Ανθρώπινα Δικαιώματα!
-----
Αυτή η Νεωτερική άποψις διά τις παλαιότερες κοινωνίες είναι παράδοξος και ανήκουστη! Φαντάζει αξιοπερίεργος και γελοία και οιοσδήποτε Προνεωτερικός άνθρωπος θα σας ειπή ότι μία τοιαύτη κοινωνία πολλή ζωή δεν έχει, πράγμα που σήμερον καθίσταται φανερόν! Δι' όλους τους προηγουμένους αιώνας η κυρίαρχος οντότης των κοινωνιών είναι το Κράτος. Τούτο είναι μεγάλη οργανική βιολογική συλλογική οντότης η οποία έχει έναν και μόνον σκοπόν: να εξασφαλίζει το ιδικόν του καλώς έχειν! Γενεές ατόμων είναι δυνατόν να θυσιασθούν διά το καλώς έχειν του Κράτους!  Τα άτομα αποτελούν τα κύτταρα του εν λόγω βιολογικού οργανισμού, οπότε δεν είναι δυνατόν να ομιλούμε διά Δικαιώματα! Ακούγεται γελοία η φράσις: "τα Δικαιώματα του ηπατικού ή του μυϊκού κυττάρου!" Τα κύτταρα έχουν έναν και μόνον σκοπόν: Να φέρουν εις πέρας το έργον που τους έχει ανατεθή, να κάμνουν το καθήκον τους, άλλως είναι κύτταρα κακοήθη που πρέπει να καυτηριασθούν προτού προκαλέσουν τον θάνατον του οργανισμού! Τοιαύτης αντιλήψεως ήσαν οι κλασσικές κοινωνίες ως η Αθηναϊκή Δημοκρατία! διά τούτο αποτελεί πλήρη ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΝ να λέγομε ότι οι πολίτες είχον π.χ. το Δικαίωμα να είναι ένορκοι στα Δικαστήρια! Απλώς, το κράτος τους έχει αναθέσει γιά τώρα αυτό το καθήκον! Από τα πολιτεύματα των δύο τελευταίων αιώνων αυτό που είχε ακριβώς αυτήν την Κλασσικήν περί Κράτους αντίληψιν ήτο ο Ιταλικός Φασισμός, και διά τούτο αποτελεί ανορθογραφίαν και ξένον σώμα μέσα στους αιώνες της Νεωτερικότητος παρότι διαθέτει αρκετά Νεωτερικά χαρακτηριστικά και είναι και αυτός ένα σύστημα διαχειρίσεως της Νεωτερικότητος!
Ασφαλώς τα κύτταρα του οργανισμού τούτου έχουν κοινά χαρακτηριστικά: στο σώμα μας είναι όλα ανθρώπινα κύτταρα, στο Προνεωτερικόν κράτος είναι αυτά οπου προσδιορίζονται από ένα κοινό πλέγμα συλλογικών ταυτοτήτων και αξιών, ανήκουν στο ίδιο  έθνος, στην ίδια πατρίδα, στον ίδιον λαϊκόν πολιτισμόν, στον ίδιον Πολιτισμόν, έχουν κοινήν φυλετικήν καταγωγήν και κυρίως διαθέτουν κοινήν θέλησιν, τουτέστιν, με μίαν λέξιν, αισθάνονται όλοι Αθηναίοι, Μεγαρείς, Μακεδόνες, Ρωμαίοι ή σήμερον, Έλληνες, Ιταλοί, Ισπανοί κλπ! Τα ξένα σώματα μέσα στην Προνεωτερικήν κοινωνία, όπως οι Μέτοικοι στην Αθήνα, δεν αποτελούν μέρος του Κράτους κι ούτε πρόκειται ποτέ να γίνουν!
Οι σημερινές κοινωνίες της Δύσεως όχι μόνον περιέχουν πολλά ξένα σώματα, αναφομοίωτες και εχθρικές και ξένες μειονότητες, αλλά επιπλέον η Εξουσιαστική τάξις αποτελείται εν πολλοίς από αυτά τα ξένα σώματα, τα οποία διά τούτο επιμένουν έως θανάτου στην Ατομοκεντρικήν κοινωνίαν και θεωρούν ως το ύψιστον κακόν τον Φασισμόν!

ΠΑΝ. ΜΑΡΙΝΗΣ
------------

15 Φεβρουαρίου 2012

Tι παίρνουν οι βουλευτές και τι πρέπει να τους δώσουμε εμείς

 15 Φεβρουαρίου 2012

Tι παίρνουν οι βουλευτές και τι πρέπει να τους δώσουμε εμείς
Να ξαναθυμηθούμε ακόμα μία φορά τι απολαμβάνουν οι βουλευτές από την ασχολία τους.

1. Μηνιαίος μισθός 6.100 ευρώ!
2. Σύνταξη μετά από 4 χρόνια βουλευτικής θητείας [ΛΑΘΟΣ! ΝΑΙ, Σύνταξη μετά από 4 χρόνια βουλευτικής θητείας, ΑΛΛΑ ΕΠΙΣΗΣ, ΣΥΝΤΑΞΙ ΜΕΤΑ ΔΥΟ ΘΗΤΕΙΕΣ--Δηλαδή, π.χ. μπορεί η Βουλή να διαλυθή, να γίνουν εκλογές και η νέα Βουλή να ξαναδιαλυθή, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΣΥΝΤΑΞΙ ΜΕΤΑ θητεία ΔΥΟ ΗΜΕΡΩΝ!!!- ή ΕΝ ΠΑΣΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ ΜΕΤΑ ΔΥΟ ΘΗΤΕΙΕΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣΕΣ ΠΟΛΥ ΛΙΓΩΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΕΤΡΑΕΤΙΑ!!!]. Ποσό σύνταξης μηνιαίως 4.880 ευρώ [ΠΡΟΣΟΧΗ! ΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΟΝΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 4ετίας ή 2 Θητειών].
3. Για συμμετοχή σε επιτροπές, 250 ευρώ την ώρα.[ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ, ΓΙ' ΑΥΤΟ ΟΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΕΣ! Ο ΜΙΣΘΟΣ ΑΝΕΤΑ ΤΡΙΠΛΑΣΙΑΖΕΤΑΙ!!!]
4. Οι βουλευτές της επαρχίας παίρνουν το μήνα 1.000 ευρώ για ενοίκιο.
5. Όλοι οι βουλευτές παίρνουν άπαξ 1.500 ευρώ για οργάνωση γραφείου και 1.000 ευρώ τις γιορτές λόγω αυξημένης επικοινωνίας με τους ψηφοφόρους τους. Το Δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας είναι ξεχωριστά...!!!
6. Δικαιούνται 104 αεροπορικά εισιτήρια ετησίως δωρεάν και απεριόριστες μετακινήσεις με ΟΣΕ και ΚΤΕΛ.
7. Πολυτελές αυτοκίνητο (λιμουζίνα LEXUS --ΠΡΟΣΟΧΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΑΤΙΚΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ,  ΔΕΝ ΤΟ ΠΑΡΑΔΙΔΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΠΟΛΛΟΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΟ ΠΩΛΟΥΝ ΑΜΕΣΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥΣ, ΣΥΝΗΘΩΣ MERCEDES 600), δωρεάν καύσιμα με επίδομα 600 ευρώ το μήνα, ένα χωροφύλακα για φρουρό [ΔΗΛΑΔΗ, ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΗΜΕΡΗΣΙΩΣ!!!- 4 ΒΑΡΔΙΕΣ], 4 κινητά τηλέφωνα τελευταίας τεχνολογίας και ένα στο σπίτι, σταθερό, όλα δωρεάν.
8. Απολαμβάνουν πλήρους ασυλίας για όποιο αδίκημα διαπράξουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους ως βουλευτές.
9. Δεν πληρώνουν φόρο για ένα μέρος του μισθού ή της συντάξεως.
10. Δικαιούνται γραμματειακή υποστήριξη για 4 υπαλλήλους και 1 επιστημονικό συνεργάτη. (Όλους αυτούς τους πληρώνει το Δημόσιο).[ΔΗΛΑΔΗ 5 ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ +4 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ]
11. Δικαιούνται άτοκα δάνεια ως βουλευτές και ως επαγγελματίες (και ως επαγγελματίες, ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ ? ΕΜΕΙΣ ΟΧΙ!).
12. Δωρεάν γυμναστήριο, σάουνα, νηπιαγωγείο για τα παιδιά τους.
13. Τηλεφωνική ατέλεια.
14. Δωρεάν επισκέψεις σε αρχαιολογικούς και καλλιτεχνικούς χώρους.
15. Δωρεάν διόδια.
16. Δωρεάν εισιτήρια, ξενοδοχεία, γεύματα όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό ως μέλη επιτροπών κλπ.....
[ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΕΠΙΣΗΣ ΟΤΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ή ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΛΟΥ, ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΠΟΛΥ ΟΛΙΓΩΤΕΡΑ!!!]
--------------------------
ΤΩΡΑ ΤΟ ΠΟΙΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ!!! ΟΛΟΙ ΘΕΩΡΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΦΥΣΙΚΑ!!! ΚΑΙ ΛΕΓΟΥΝ ΟΙ ΑΝΟΗΤΟΙ  ΝΑ ΕΛΑΤΤΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ!!!!

ΟΧΙ ΚΥΡΙΟΙ, ΕΜΕΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ 1.000 ΒΟΥΛΕΥΤΑΣ ΜΕ ΜΗΔΕΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑ!!!! ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΜΙΣΘΟ, ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΤΑΞΗ, ΧΩΡΙΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΙΠΟΤΕ!!! 
ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ, ΟΠΟΥ ΕΚΕΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟ "ΜΕΓΑΛΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ"!!!!
Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ, ΟΠΩΣ ΗΤΟ ΕΩΣ ΤΟ 1950!!! ΜΕ ΕΝΑ ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΝΑΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ!!!
ΤΟΤΕ ΟΛΑ ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΚΑΛΑ!!! ΤΩΡΑ, ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑΚΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ (ΑΛΗΘΕΙΑ, Η ΚΟΠΕΛΛΑ ΠΟΥ ΗΤΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ Β΄ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΓΑ, ΣΕ ΤΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕ ΤΟΝ ΤΕΩΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ??? --ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΕΙΠΕ: ΠΡΩΦΑΝΩΣ ΤΗΝ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΤΑ [..] ! ΑΙ! ΣΥΓΓΝΩΜΗΝ 700 ΚΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ [...] ΠΟΛΛΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ???) ΠΤΩΧΕΥΣΑΝ ΤΗΝ ΧΩΡΑ!!!

ΑΛΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ΤΗΝ ΧΑΡΗ!!! Ο ΛΑΟΣ ΛΕΓΕΙ "ΠΕΡΝΑΕΙ ΜΠΕΪΚΑ", ΩΣ ΕΚΕΙ ΦΘΑΝΕΙ, ΔΕΝ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΟΝ ΣΟΥΛΤΑΝΟ!!! ΟΜΩΣ Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΕΧΜΕΤ ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΚΙ ΟΛΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΥΟ (ΔΥΟ, ΟΧΙ ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΟΥΣ) ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΠΟΥ  ΕΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΟ ΚΑΙ ΩΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΩΣ ΥΠΗΡΕΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ!!! ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥΤΕΛΗ ΔΙΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΚΟΥ ΜΑΣ ΗΜΕΔΑΠΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ (ΠΟΥ ΤΟ ΑΡΠΑΞΕ ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΕ ΤΟ "ΕΤΣΙ ΘΕΛΩ ΡΕ" ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΡΗΤΗ ΒΟΥΛΗΣΙ ΤΟΥ ΔΩΡΗΤΟΥ ΠΟΥ ΔΙ' ΑΛΛΟΝ ΣΚΟΠΟΝ ΤΟ ΕΔΩΡΙΣΕ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝ)!!!
----------------------------------

8 Φεβρουαρίου 2012

Το πρόσχημα κυβέρνησης τεχνοκρατών

 Ο κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΝΙΖΟΜΕ: ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ??? ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Ο "ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΠΙΛΟΤΟΣ"!!! 

ΝΑΙ, ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΜΕΛΗΜΑ ««να επανεκλεγούν, που είναι η κύρια δουλειά των πολιτικών…»» ΔΙΟΤΙ ΤΟΥΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΗΜΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ, ΠΟΛΥΤΕΛΗ ΖΩΗ κλπ. κλπ. ΠΡΟΣΕΞΑΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ: 
ΩΣ ΛΕΓΟΥΝ, Η ΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΗ --που αποτελεί χρυσή αργομισθία-- ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΗ ΑΠΟ "ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΥΣ" ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ, ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΗΣΥΧΙΑ, ΑΝΕΣΗ, ΠΟΛΛΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΚΑΛΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΕΚΤΙΜΟΥΝ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΩΣ ΜΕΛΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΠΟΛΛΑ ΤΑΞΙΔΙΑ, ΟΠΟΥ ΔΙΑΓΕΙ ΣΤΑ ΠΟΛΥΤΕΛΕΣΤΕΡΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΤΗΣ ΥΔΡΟΓΕΙΟΥ ΚΙ ΦΥΣΙΚΑ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΑΝΕΣΕΙΣ, ΤΙΜΕΣ, ΔΕΞΙΩΣΕΙΣ, ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΞΙΟΘΕΑΤΩΝ κλπ κλπ {κι ολα αυτά με τα λεπτά σου πατριώτη μου, γιατί εσύ πληρώνεις τις Βρυξέλλες --μύθος ότι στίς Βρυξέλλες πηγαίνεςι το χρήματα ο πελαργός (αυτό γινόταν μόνον στην ΠΑΣΟΚΙΚΗ Ελλάδα)-- και πιστεύεις κι από πάνω --σαν γνήσιος χαχόλος-- οτι φροντίζουν "τα συμφέροντα της χώρας"!!!

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ   
Το πρόσχημα κυβέρνησης τεχνοκρατών
Tου Σεραφειμ Κωνσταντινιδη

O δημόσιος διάλογος συχνά επικεντρώνεται στην αναγκαιότητα να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας κυβέρνηση τεχνοκρατών. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη αποτυχίας του πολιτικού συστήματος, καθώς η συζήτηση κρύβει την έμμεση σκέψη ότι χρειάζονται τεχνοκράτες, δηλαδή ειδικοί, που θα λάβουν αποφάσεις που είναι αναγκαίες αλλά δεν τολμούν να αποφασίσουν οι πολιτικοί. Και η πονηριά που υπονοείται είναι ότι εφόσον ληφθούν οι αποφάσεις αυτές, οι τεχνοκράτες θα αποσυρθούν με κατάρες και ύβρεις και θα επανέλθουν οι πολιτικοί με τη διαχείριση εύκολων θεμάτων, όπως η μείωση της φορολογίας και η αύξηση της απασχόλησης!

Η στρέβλωση της πολιτικής σκέψης λειτουργεί, καμιά φορά, λυτρωτικά! Δεν χρειάζεται παρά να βρεθούν τεχνοκράτες έτοιμοι για όλα, επειδή δεν τους νοιάζει να λάβουν «απάνθρωπες» αποφάσεις. Δεν τους νοιάζει επειδή δεν ενδιαφέρονται να επανεκλεγούν, που είναι η κύρια δουλειά των πολιτικών…

Κι όμως η ηγεσία χρειάζεται περισσότερο σε δύσκολους καιρούς όταν οι αποφάσεις είναι κρίσιμες και όσα διακινδυνεύονται πολύ σημαντικά.

Αν στις περιπτώσεις αυτές η διακυβέρνηση ανατεθεί σε τεχνικούς, πολύ περισσότερο θα έπρεπε αυτοί να κυβερνούν και όταν τα πράγματα είναι ήρεμα. Αν η διακυβέρνηση της χώρας μοιάζει με επίλυση μαθηματικών εξισώσεων, γίνεται και με… λυσάρια. Δεν χρειάζονται ούτε τεχνοκράτες ούτε εκλογές ούτε ηγεσία!

Κι όμως τα προβλήματα είναι καθαρά πολιτικά και απαιτούν ανάλογο χειρισμό. Οι κυβερνήσεις πρέπει να δείξουν στους πολίτες ότι οι θυσίες τους αποδίδουν. Αν η κατάσταση επιδεινώνεται έπειτα από μια περίοδο εφαρμογής επώδυνων μέτρων, η πολιτική που εφαρμόζεται καταρρέει, όπως και όσοι την εκπροσωπούν.

Αλλά κι αυτό θέμα πολιτικής είναι, καθώς οι κυβερνήσεις συνήθως ανακοινώνουν θορυβωδώς την πρόθεση λήψης σκληρών μέτρων αλλά σιωπηλά εφαρμόζουν διαφορετικά και ηπιότερα, με αποτέλεσμα να είναι αναξιόπιστες έναντι της εποπτείας και ανίσχυρες στο εσωτερικό μέτωπο.

Είναι επίσης πολιτικό θέμα ο τρόπος με τον οποίο συνθέτουν την εφαρμοζόμενη πολιτική. Δεν είναι ζήτημα τεχνοκρατικής ανεπάρκειας αλλά πολιτικής υστεροβουλίας. Η αστοχία ακολουθεί συνήθως την ίδια διαδρομή: Στην αρχή υποτιμούν το πρόβλημα και ανακοινώνουν ανέφικτους στόχους για την ανάπτυξη, το έλλειμμα, τον πληθωρισμό κ. λπ. Οι αγορές αντιλαμβάνονται ότι οι στόχοι αυτοί δεν θα επιτευχθούν και παίρνουν ανάλογες θέσεις. Η αποτυχία, αν σχετίζεται με τη γενικότερη συγκυρία στην Ευρώπη, δημιουργεί κρίση και η καθυστερημένη και ατελέσφορη αντιμετώπισή της οδηγεί σε δραματικές καταστάσεις.

Η παρατεταμένη, όπως διαφαίνεται, ύφεση της οικονομίας δεν είναι τεχνοκρατικό αλλά ουσιαστικό πολιτικό θέμα με ό, τι συνεπάγεται. Η δημοσιονομική εξυγίανση σε συνθήκες ύφεσης είναι ακόμα σημαντικότερο πολιτικό θέμα. Η κάλυψη βασικών αναγκών της υπερχρεωμένης χώρας είναι επίσης πολιτικό ζήτημα. Οπως και η αξιοποίηση κατάλληλων τεχνοκρατών από υπεύθυνους πολιτικούς…
---------------------------

26 Ιανουαρίου 2012

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ-Η έλλειψη ισχυρών ηγετών

[ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ--27/1/2012]
------------------------
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ -- ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ   
   
Συναγερμός

Πόσο εμφανής είναι σήμερα η έλλειψη ισχυρών ηγετών με πολιτικό θάρρος στη χώρα μας! Η Ελλάδα κατρακυλάει και οι περισσότεροι πολιτικοί προσπαθούν να γλιτώσουν ή να κρυφτούν. Ακόμη και όσοι έχουν υποστηρίξει κατά καιρούς την ανάγκη μεταρρυθμίσεων επιδίδονται σε έναν άκρατο λαϊκισμό. Σε λίγες ημέρες, οι πολιτικοί ηγέτες που στηρίζουν την κυβέρνηση Παπαδήμου και οι βουλευτές θα κληθούν να πουν ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε ένα πακέτο σκληρών περικοπών και μεταρρυθμίσεων. Τα περιθώρια θα είναι ελάχιστα για διαπραγματεύσεις ή καθυστερήσεις. Το δίλημμα δραχμή ή ευρώ, άτακτη χρεοκοπία ή ελεγχόμενη χρεοκοπία εντός Ευρωζώνης είναι δυστυχώς απολύτως πραγματικό.

Με όσα συνέβησαν προχθές στη Βουλή και όσα έχουν προηγηθεί, η Ελλάδα και το πολιτικό της σύστημα δεν έχουν καμία αξιοπιστία. Άλλη γλώσσα μιλούν οι εταίροι μας, άλλη γλώσσα μιλούν οι πολιτικοί και η πλειοψηφία της κοινής γνώμης στην Ελλάδα. Όπως πάνε τα πράγματα, η ασυνεννοησία αυτή θα μας οδηγήσει στο αδιέξοδο και την καταστροφή.

Πριν να είναι αργά, ο πρωθυπουργός πρέπει να πει τα πράγματα με το όνομά τους και να κηρύξει συναγερμό. Και κατόπιν, ο λαός και οι πολιτικοί ηγέτες να επιλέξουν ανάμεσα στη βασανιστική ανηφόρα της παραμονής στο ευρώ και της ανεξέλεγκτης και επικίνδυνης κατηφόρας εκτός Ευρωζώνης. Τα ψέματα τέλειωσαν. Λίγο περισσότερα πράγματα να είχαμε κάνει, λίγη τόλμη και επάρκεια να είχαν επιδείξει οι πολιτικοί μας, θα μας αντιμετώπιζαν διαφορετικά οι έξω και ο λαός θα ήταν σίγουρος ότι οι θυσίες του δεν πάνε χαμένες. Εδώ είμαστε όμως και έχουμε όλοι ευθύνη για να αποφευχθεί η μεγάλη καταστροφή της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας, που θα φέρει φτώχεια, βία και αίμα στους δρόμους.
----------------
ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Η γνώμη μας είναι ότι η "κοινοβουλευτική δημοκρατία", το περίεργο αυτό και πλαστό (προϊόν εργασίας γραφείου και ουχί ζυμώσεων λαίκών, οπως ήσαν φερ' ειπείν τα πολιτεύματα των ανεξαρτήτων κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας) πολίτευμα, δημιουργεί ένα "μικροκλίμα", οπως όλα άλλωστε τα πολιτεύματα, το οποίον καθορίζει ότι δημόσιοι άνδρες θα είναι οι εξ ορισμού βλάκες (αλλ' έχοντες την γνωστήν "ευφυία των βλακών" ήτις θεωρείται τις περισσότερες φορές 'εξυπνάδα" και "πονηριά"), απατεώνες και δόλιοι και υποστηρικταί κάθε ανομίας!
Γράφει το χθεσινό κύριο άρθρο του Βήματος:

Σαπίλα

Το θεσσαλονικιώτικο κύκλωμα προστασίας, τοκογλυφίας, ξεπλύματος βρόμικου χρήματος και ρύθμισης φορολογικών υποθέσεων που αποκαλύφθηκε τις προηγούμενες ημέρες από τις αστυνομικές αρχές είχε επιχειρηματικό δομή, με θυγατρικές,διοικητική διάρθρωση,στελέχη μέλη και υπαλλήλους και πολιτική επαφή, διασύνδεση και υποστήριξη.

Τα πρόσωπα που το συγκροτούσαν επιφανή, πασίγνωστα στην κοινωνία της συμπρωτεύουσας, ορισμένοι υπεράνω υποψίας, με πολιτική ή συνδικαλιστική ιδιότητα και διεκδίκηση συμμετοχής στα κοινά. Ο ένας της ακροδεξιάς, ο άλλος της κεντροδεξιάς και ο τρίτος του ΠαΣοΚ, όλοι μαζί ένας κύκλος ταιριαστός γύρω από την απάτη,το φοροδιαφυγή και εντέλει το έγκλημα, όχι μόνο το κοινό, αλλά και το σημαντικότερο κατά της πατρίδας.

Και τα θύματά τους έμποροι, επιχειρηματίες, τζογαδόροι, της παραοικονομίας μέλη, που εκβιάζονταν είτε για την ασφάλεια των δραστηριοτήτων τους, είτε γιατί είχαν λάβει δανεικά ή απλώς επειδή διεκδικούσαν απαλλαγή φορολογική ή απλώς εργαλεία φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής.

Πολυπλόκαμη η εταιρία και πολυμελής βεβαίως. Αντανάκλαση όπως όλα δείχνουν της σαπίλας που έχει διαπεράσει κάθετα και οριζόντια την ελληνική πολιτική και κοινωνία, φανερώνοντας στην πράξη γιατί η οικονομία νοσεί, γιατί το κράτος παρανομεί και αδρανεί, γιατί οι φόροι είναι λίγοι και η ζωή των πολλών ανθρώπων δύσκολη και βασανιστική.

Η κρίση, παρ' όλη τη δυστυχία της ωστόσο αποκαλύπτει τη σαπίλα και μαζί το πρόβλημα και τη λύση του. Προσφέρει λοιπόν την ευκαιρία να τελειώνουμε με όλη αυτή τη διακομματική σαπίλα, που όλους προσβάλλει και εκθέτει τους πάντες, δικαίως ή αδίκως.

ΛΟΙΠΟΝ,
Διαβάζω ότι υπάρχουν και έντιμοι βουλευταί, και ερωτώ, πώς γίνεται αυτό??? Πώς ????
Αν κάποιος γίνει υποψήφιος βουλευτής το πρώτο που πρέπει να κάνη είναι να να ζητήση "στηρίγματα" στον επιχειρηματικό κόσμο της επαρχιακής πόλεως, δηλαδή στην μαφία των διαφόρων συμφερόντων, και να σκεφθή, "γιατί θα υποστηρίξουν εμένα κι όχι τον γνωστό βουλευτή?", διότι εγώ θα τους πείσω ότι θα εξυπηρετήσω καλύτερα τα συμφεροντά τους (π.χ. ως προμηθευτών του Δημοσίου-- βεβαίως εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος)! Επιπλέον, ως υποψήφιος βουλευτής θα "πλησιάση" και τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι με χαρά θα τον αγκαλιάσουν και θα του ειπούν τον πόνο τους, το κορίτσι που μαραζώνει στο σπίτι και πρέπει να τακτοποιηθή κι αυτό, να έχη μιά μόνιμη δουλειά, κατα προτίμησιν στην ΔΕΗ, για να ανοίξη και σπιτικό!! Αν ο υποψήφιος βουλευτής αρχίση να λέγει "τρελλά", για αξιοκρατία, διαφάνεια, ΑΣΕΠ κι άλλες παρόμοιες κοτσάνες, απλώς όλοι μαζί θα αποφανθούν ότι 'είναι τρελλός"!!! 

Οπότε, διατι τα ΜΜΕ εξεπλάγησαν όταν διεπίστωσαν ότι στις φωτογραφίες που εδημοσίευαν σωρηδόν που έδειχναν πολιτικούς αγκαλιά με κάποιους, ότι αυτοί οι κάποιοι ήταν αυτό που ήξεραν όλοι, ήταν οι πολύ γνωστοί επιχειρηματίες-μαφιόζοι?? Αυτοί δεν κρατούν στα χέρια τους τα κλειδιά της πόλεως, τις προτιμήσεις και τους ψήφους της ??? Δεν έχουν ακούσει ποτέ για την διαβόητη "πελατειακή σχέση"?? Στην Ιταλία το ομολογούν ανερυθριάστως επισήμως! Λέγουν, «φτιάξαμε το καθεστώς πού καθιστά απαραίτητη την "πελατειακή σχέση" για να μην μπορέσουν πιά οι άνθρωποι να ψηφίσουν τους φασίστες»!!! Και είναι γνωστή και βεβαιωμένη δικαστικώς η στενή σχέσις-συνεργασία και των πλέον εξεχόντων Ιταλών πολιτικών-πρωθυπουργών (ως π.χ. ο κ. Αντρεόττι ή ο αείμνηστος Κράξι) με την επίσημον Μαφίαν και την Καμόραν και όλα τα άλλα κυκλώματα! Εδώ πώς αλλοιώς θα ήτο ???


Αυτοί λοιπόν είναι οι πολιτικοί της Δημοκρατίας, ο λαός τα γνωρίζει αυτά και δια τούτο όταν του ομιλής περί αυτών σε αποστομώνει με την εμβληματική της καταστάσεως φράσιν "έφαγε αυτός αλλά κάτι φάγαμε κι εμείς"! Διατί γίνεται αυτό??? Διότι, ως όλοι γνωρίζομε, "μπορεί να κάνης παρέα με κάποιον και να σου βγάζει τον χειρότερο εαυτό σου ή αντιθέτως τον καλύτερο"! Και το καθεστώς τούτο το επικατάρατο βγάζει από όλους τον ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ εαυτό τους ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ, διότι πρέπει για να ζήσης στοιχειωδώς να προσκυνάς την φαυλότητά τους καθημερινώς !!!! Παράδειγμα: Αν είσαι δημόσιος υπάλληλος, πρέπει για την στοιχειώδη αυτοπροστασία σου νάσαι γραμμένος στην ΠΑΣΚΕ ή την ΔΑΚΕ, αλλοιώς σε περιμένουν μεγάλα δεινά!! Γιατί?? Διότι απλούστατα, ότι χειρότερο προκύψει στην δουλειά θα το φορτώσουν σ' εσένα (π.χ. τρίμηνη μετάθεση για κάληψη προσωρινών αναγκών --το επιτρέπει ο νόμος)!!! Αν παίρνεις μέρος στους διαγωνισμούς για κάποια προμήθεια υλικού, πρέπει ανυπερθέτως να γνωρίσης το "κύκλωμα" και να δώσης τις εθιμικώς ορισμένες "μίζες" στους αρμοδίους υπαλλήλους, δηλαδή, Διευθυντές διορισμένοι απο το κυβερνών κόμμα (διότι ως γνωστόν οι θέσεις διευθυντών είναι "πολιτικές" και ΟΧΙ βάσει των προσόντων ή της αρχαιότητος! )! Αν η δουλειά είναι μεγάλη, η συνεννόησις και η μίζα γίνεται κατευθείαν με τον κ. Διοικητή -- αυτόν ξέρετε, που τον βλέπετε συνεχώς στα δελτία ειδήσεων και στα πρωϊνάδικα να ομιλή ακατασχέτως με έξαψιν και πάθος δια το πώς επέβαλε στον Οργανισμόν που διοικεί την "αξιοκρατίαν"!!!

Αυτοί λοιπόν οι εξ ορισμού ανίκανοι πολιτικοί, πώς διοικούν ???
1. Οταν εμφανίζονται μεγάλα θέματα, είναι ειδικοί στο να τα σπρώχνουν στο χρόνο με κάθε κόστος π.χ. το Μορατόριουμ του Νταβός, το όνομα της Μακεδονίας, το Κυπριακό κ.ο.κ. Και διόλου ΔΕΝ τους απασχολεί που το ροκάνισμα του χρόνου οδηγεί σε εξασθένιση των θέσεών μας και σε τετελεσμένα!!!!
2. Σε όλα τα άλλα ,τα πράγματα "πάνε ρολόϊ "με τον "αυτόματο πιλότο"!!! Ειναι όπως στο κρουαζιερόπλοιο! Κρίνουμε τον πλοίαρχο απο το στύλ του! Απο την εντύπωσι που έκανε στις κυρίες στην τραπεζαρία, απο τις ιστορίες που εδιηγείτο, απο την καπνοσύρριγγα που εκάπνιζε!! Ετσι, κρίνουμε τον πολιτικό απο τα γούστα του! Απο τις γραβάτες που διαλέγη, απο τα πολυτελή εστιατόρια που γευματίζει, απο τις πολυτελείς γυναίκες που προτιμάει--στις ΗΠΑ δεν ψήφισαν τον Dewey διότι σε μία φωτογραφία εφαίνετο να είναι φθαρμένες οι σόλες των υποδημάτων του, πράγμα απαράδεκτο διότι οι Αμερικάνοι θέλουν τον πολιτικό νάναι "σικάτος" --απο τότε πήραν το μάθημα κι οι Ελληνες πολιτικοί κι είναι πολύ "σικάτοι", κανείς δεν φοράει κοστούμι κόστους κάτω των 10.000 ευρώ--και πάντοτε απ' τον κ. Αρμάνι!!! 
Οταν όμως πρέπει να κλείση τον "αυτόματο πιλότο", τότε τι γίνεται ???? Τότε το κρουαζιερόπλοιο πέφτει στον ύφαλο (οπως στο Costa Copncordia που έκλεισαν τον "αυτόματο" και επεχείρησαν να πλησιάσουν το νησί "χειροκίνητα")! Στην περίπτωσί μας ο πολιτικός με το απαράμιλλο στύλ Αρμάνι, "τα παρατάει όλα" και ζητάει ως σωσίβιον την συνδρομή τρίτου ασχέτου προς την πολιτική!! Ζητεί μόνος του, περίφοβος προ των ευθυνών του, να τον αντικαταστήση ο οιοσδήποτε μη-πολιτικός! Στους σεισμούς της Καλαμάτας εκηρύχθη ο στρατιωτικός νόμος δια να αναλάβη τα δύσκολα ο στρατιωτικός διοικητής, τώρα στην οικονομική κρίσι καλείται ο πρώτος εύκαιρος τραπεζοϋπάλληλος, ο κ. Παπαδήμος ή ο κ. Μόντι!!! 
ΕΠΟΜΕΝΩΣ, διερωτώμεθα ΠΟΤΕ ειναι καλός ως διοικητής ο πολιτικός ??? ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Οταν ευρίσκεται εν λειτουργία ο "αυτόματος πιλότος"!!!
 
ΑΣ ΤΟ ΑΝΤΙΛΗΦΘΩΜΕΝ ΛΟΙΠΟΝ !!!! «Η έλλειψη ισχυρών ηγετών με πολιτικό θάρρος» ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΝ ΤΟΥΤΟΥ ΕΔΩ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ!!!!

Ισως κάποιος ειπή! Καλές οι διαπιστώσεις, αλλά έχετε ενναλλακτικάς λύσεις ??? Βεβαίως έχομε και δια την Πολιτεία και διά το Πολίτευμα και έχουν εκφρασθή δημοσίως εις πλήθος κειμένων, άρθρων και βιβλίων (ως τα ΑΡΔΗΝ ΑΛΛΑΓΗ, ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΙΣ, ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ) του κ. Παν. Μαρίνη. Τα περισσότερα των κειμένων τούτων τα κατεβάζετε απολύτως δωρεάν απο την σελίδα μου στο SCRIBD (http://www.scribd.com/STAMPALIA).
---------------------------

17 Ιανουαρίου 2012

Ο κύκλος της χαμένης δεκαετίας

Ο κύκλος της χαμένης δεκαετίας

Του Άγη Βερούτη

Πριν δυο χρόνια το Ελληνικό κρατικό χρέος ήταν 100% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα του 2009 “υποτίθεται” πως ήταν 15,4% και η οικονομία πορευόταν με δανεικά. Αυτή ήταν η αρχή του υφεσιακού κύκλου που μπήκε η οικονομία.

Στη δεδομένη χρονική στιγμή, έπρεπε να γίνουν πέντε κινήσεις άμεσα εντός 3-4 μηνών το πολύ, για να μετριάσει το έλλειμμα η κυβέρνηση και να φέρει την εξυγίανση στο κράτος:

α) μείωση του ΦΠΑ και της φορολογίας στο 15% για να πάρει ανάσα η παραγωγική οικονομία και με την αύξηση της δραστηριότητας να αυξηθεί η φορολογητέα ύλη,

β) πλήρης αντιστοίχηση των τραπεζικών λογαριασμών των Ελλήνων με τις φορολογικές τους δηλώσεις βάσει ΑΦΜ για να παταχθεί η φοροδιαφυγή, και ηλεκτρονική παρακολούθηση φορτίων πετρελαίου που μπαινοβγαίνουν στα σύνορα για πάταξη του λαθρεμπορίου και απώλειας φορολογικών εσόδων του κράτους,

γ) κλείσιμο των χιλιάδων δημοσίων οργανισμών χωρίς αντικείμενο και συλλήβδην απόλυση εκ των δημοσίων υπαλλήλων, μόνο όσων εξ αυτών ευρίσκονταν με περιουσία που δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματά τους,

δ) ιδιωτικοποίηση των μη στρατηγικών εταιριών που ανήκουν στο Δημόσιο, όπως και λιμανιών και αεροδρομίων, και

ε) άνοιγμα όλων των κλειστών επαγγελμάτων και των παράλογα ελεγχόμενων τομέων της οικονομίας, όπως αυτός της κρουαζιέρας με άρση του καμποτάζ.

Αν γίνονταν τα παραπάνω είναι σχεδόν βέβαιο πως οι αγορές δεν θα είχαν σκιαχτεί από το Ελληνικό πρόβλημα, και ίσως με λίγο μεγαλύτερο επιτόκιο από όσο πριν, θα συνέχιζαν να δανείζουν μια οικονομία που θα έδινε ξεκάθαρα σημάδια πως απελευθερώνει την παραγωγική δυναμική της. Εκεί θα είχε έννοια και μια μείωση του Δημοσίου δια μέσω των συνταξιοδοτήσεων, μαζί με ξεκάθαρη δέσμευση για δημιουργία e-government.

Αντί αυτού, τα κόμματα του κρατισμού προσπάθησαν και κατάφεραν να εγκλωβίσουν την κοινωνία και την οικονομία σε ένα φαύλο κύκλο, όπου έφεραν το ΔΝΤ με ψέματα και τρομοκρατία των αγορών (θυμάστε το “πιστόλι στο τραπέζι” και τον “Τιτανικό”;) για να μας “νταντεύει” λες και δεν ξέραμε τι έπρεπε να γίνει, το έλλειμμα αυξήθηκε στο δυσθεώρητο 170%, μειώνοντας το ΑΕΠ και την οικονομία με φορολογική επιδρομή στους νοικοκυραίους και τη μεσαία τάξη, αφήνοντας ανέγγιχτη τη διαφθορά, τον κρατισμό, τις σπατάλες, τη γραφειοκρατία και την ασυδοσία. Η χώρα βγήκε από τις αγορές, και εγκλωβίζεται τώρα σε μια δανειακή σύμβαση που θα ξεπουλήσει ό,τι έχει και δεν έχει, δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο που δημεύεται με τους δυσθεώρητους φορολογικούς συντελεστές που αγγίζουν επί πραγματικού το 70% των εσόδων των ακινήτων, όπως και κεφαλικούς φόρους που πληρώνουμε είτε έχουμε είτε όχι.
Για να επανέλθει το έλλειμμα στο 120% μετά από δέκα χρόνια (το 2020) οι ιδιώτες πιστωτές της χώρας θα πρέπει να υποστούν κούρεμα πάνω από 50%, η μεσαία τάξη να εξανδραποδιστεί, το δημόσιο να μειωθεί πολύ δραστικότερα από όσο θα χρειαζόταν με τον ορθό τρόπο, το τραπεζικό σύστημα της χώρας να κρατικοποιηθεί, και η οικονομία να συρρικνωθεί σε επίπεδα μιας πενταετίας πριν την κρίση.

Όλα αυτά λόγω των ιδεολογικών αγκυλώσεων μιας γενιάς πολιτικών που ποτέ δεν χρειάστηκε να δουλέψουν. Μιας γενιάς πολιτικών που αντιμετώπιζαν την κοινωνία ως υποχείριο, και φρόντιζαν πάντοτε το προσωπικό και κομματικό τους συμφέρον πάνω από το κοινό συμφέρον.

Δυστυχώς η δεκαετία που έχουμε μπροστά μας θυσιάστηκε στο βωμό της μικρόνοιας, της απροθυμίας και της ανικανότητας ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος. Του ίδιου πολιτικού συστήματος που θα κληθούμε να ψηφίσουμε σε λίγους μήνες.
Φοβούμαι πως ακόμα και τώρα, θα υπάρξουν άνθρωποι που θα επιλέξουν να αφήσουν άλλους να επιλέξουν ποιοι θα κυβερνήσουν την άτυχη αυτή χώρα μας, την ευλογημένη.
Είναι να απορείς...

agissilaos@gmail.com

Πηγή:www.capital.gr

------------------

16 Ιανουαρίου 2012

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ-Έτσι φαγώθηκαν τα λεφτά

Έτσι φαγώθηκαν τα λεφτά





Του Γιώργου Κράλογλου

Στην πολιτική θρασύτητα του ψεύδους και της απόκρυψης της αλήθειας, της διετίας 2009-2011, πρέπει να εντάξουμε, κατά την άποψή μου, και την μεθοδευμένη προσπάθεια να ερμηνευθεί η χρεοκοπία της χώρας μόνο ως συνέπεια του πελατειακού συστήματος που έστησε η 35ετής μεταπολίτευση για να καλυφθούν οι αιτίες που θεμελίωσαν και συντηρούν το αισχρό αυτό σύστημα μέχρι και σήμερα.

Οι αιτίες που έχουν ρίζες στην σύνθετη κομματική νοοτροπία του πασοκισμού, του νεοδημοκρατισμού και του αριστερισμού.


Του πασοκισμού της δεκαετίας του 1980, όπου τους κοινοτικούς πόρους της τότε ΕΟΚ τούς χάριζαν στους αγρότες σαν «λεφτά του Παπαντρέα». Οι Μαυράκηδες της ΔΕΗ μπορούσαν να κάνουν «δώρο» στον εαυτό τους από το ταμείο της ΔΕΗ. Οι Πιπεργιάδες να αναλαμβάνουν ως ΓΕΝΟΠ την ΔΕΗ και να την κρατάνε γερά μέχρι σήμερα χαρίζοντας τζάμπα ρεύμα στους 35.000 εργαζόμενους. Οι Κοσκωτάδες να βαφτίζονται νέα τζάκια και να αγοράζουν ό,τι υπήρχε προς πώληση. Οι αφισοκολλητές και οι κλακαδόροι να βαφτίζονται βιομήχανοι και να αναλαμβάνουν τις κρατικές επιχειρήσεις, ενώ δεν γνώριζαν την διαφορά μεταξύ ίππου, γαϊδουριού και ιπποδύναμη... Οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ να ξεχνούν πρόστιμα και διώξεις γιατί ήταν παιδιά του λαού...


Ο Νεοδημοκρατισμός ως συνεχιστής της γνωστής αλαζονείας της δεξιάς, ότι το κράτος είναι κατάκτησή μας και ιδιοκτησία μας και άρα δεν θα αφήσουμε να μας το πάρουν οι πασόκοι. Αλλά επειδή οι πασόκοι το κράτησαν μια 20ετία, το 2005 με το σύνθημα «αλλάζουμε το κράτος» το μεγαλώσαμε, το επεκτείναμε. Και μαζί του δυναμώσαμε κρατικές συντεχνίες μαζί με επαγγελματικές (φορτηγατζήδες, ταξιτζήδες, βυτιοφόρα, φαρμακοποιούς, συμβολαιογράφους και άλλους) για να φτιάξουμε ένα νέο κράτος πάνω στο κράτος του ΠΑΣΟΚ...


Ο αριστερισμός των Βορείων και Νοτίων Προαστίων με τις δεξιές τσέπες και τα επαγγέλματα όπου κατά κανόνα συναντάμε τους φοροφυγάδες (γιατροί, δικηγόροι, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, μηχανικοί) αλλά ψηφίζουν κατά συνείδηση... ενάντια στην ολιγαρχία που γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει στην Ελλάδα, αφού εδώ και 20 χρόνια τουλάχιστον δεν υπάρχει το παντεσπάνι που κυνηγάει η ολιγαρχία...


Εκτός αν εννοούμε ολιγαρχία τους περίπου 300 μεσάζοντες, κρατικοδίαιτους και γνωστούς σε όλους μας απατεώνες (φίλους κομμάτων και κυβερνήσεων) που εμφανίζονται κατά καιρούς ως επενδυτές, «καμακώνουν» (γιατί δεν αγοράζουν) κάποια ψοφίμια της ελληνικής οικονομίας και στην συνέχεια αν δεν μπουν ολίγον φυλακή... (για τα μάτια του κόσμου) «μεταναστεύουν» στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στην Νέα Υόρκη για να επανέλθουν αργότερα (ίσως και μέσω δραχμής) άσπιλοι... και αμόλυντοι...


Αυτές οι νοοτροπίες που έχουν σχηματοποιηθεί αριστοτεχνικά έχουν μετασχηματίσει μεγάλο μέρος και της κοινωνίας που επεδίωξε να γίνει πελάτης των κομμάτων-φορέων της κάθε συγκεκριμένης νοοτροπίας, με ανταμοιβή τον διορισμό του στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα ή και την παρουσία του στην Βουλή, ως μέλος, αν μπορεί να «διδάξει» την νοοτροπία...


Η πρόσφατη οδική συμπεριφορά ενός εκ των θεμελιωτών του ΠΑΣΟΚ, του κ. Κ. Κουλούρη, και στη συνέχεια ο «πολιτισμένος» διάλογός του με την αποκάλυψη της νοοτροπίας και των «μηχανισμών» λειτουργίας του πασοκισμού, επιβεβαιώνει νομίζω τα όσα ισχυρίζομαι παραπάνω.


Οι υποθέσεις SIEMENS, υποβρυχίων, Βατοπεδίου, δύο ιδιωτικών Τραπεζών μαζί με τους πρωταγωνιστές των υποθέσεων αυτών και με τις αναφορές τόσο του κ. Γ. Παπανδρέου όσο και του κ. Κ. Καραμανλή σε διαπλεκόμενους, συμφέροντα και νταβατζήδες, δείχνει κατά τον πλέον λαμπρό τρόπο ότι πριν τα φαινόμενα αυτά υπήρξε μια νοοτροπία που με απόλυτη σκοπιμότητα προώθησαν τα κόμματα της μεταπολίτευσης.


Αυτή την νοοτροπία προσπαθούν τώρα να καλύψουν με πολιτική απάτη. Αφετηρία ήταν το καθόλου συμπτωματικό σχόλιο του κ. Θ. Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε», που καλλιεργήθηκε από κυβερνητικούς παράγοντες, από την αντιπολίτευση και μέσα ενημέρωσης για να βρεθεί μια αιτία εκτόνωσης του φορολογούμενου μισθωτού και συνταξιούχου που, ενώ προεκλογικά του είπαν «λεφτά υπάρχουν», μετεκλογικά άκουσε ότι δεν υπάρχουν ούτε τα δικά του λεφτά για την σύνταξη του και την περίθαλψή του...


Επέλεξαν λοιπόν ως εξήγηση μόνο τα περί πελατειακού κράτους κρύβοντας έτσι τον Πασοκισμό του «τσάμπα μάγκα». Τον Νεοδημοκρατισμό της αλαζονείας και του εγωισμού. Και τον Αριστερισμό του επαγγελματία αντιδραστικού χωρίς ευθύνες και συμμετοχή...


Πιστεύουν προφανώς ότι έχοντας ο ψηφοφόρος ως εξήγηση για την καταστροφή της χώρας το πελατειακό σύστημα που δήθεν ανήκει στο παρελθόν... μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι με την ίδια νοοτροπία.


Έτσι, άπαντες συμφωνούν στην διατήρηση του κρατικού τομέα ως έχει, χωρίς αλλαγές και μειώσεις. Άπαντες συμφωνούν ότι το μάρμαρο θα συνεχίσουν να το πληρώνουν όσοι ανήκουν στον εξαθλιωμένο πλέον ιδιωτικό τομέα. Και, τέλος, θεωρούν άπαντες ότι αυτό που πρέπει να τους απασχολεί είναι οι εκλογές και μόνο οι εκλογές.


Ίσως λοιπόν να μην ξαναδούμε το ΠΑΣΟΚ, τη Ν.Δ. και την αριστερά, όπως ήταν παλιά.


Αλλά από τον πασοκισμό, τον νεοδημοκρατισμό και τον αριστερισμό δεν πρόκειται να γλιτώσουμε.



george.kraloglou@capital.gr

2 Δεκεμβρίου 2011

Το «Κόμμα των κανιβάλων»

Το «Κόμμα των κανιβάλων»


Του Φαήλου Μ. Κρανιδιώτη

Υπάρχει ένα καινούργιο κόμμα στα σπάργανα. Υφίσταται ατύπως εδώ και δυο χρόνια. Σε αυτό μετέχουν μεταλλαγμένοι σοσιαλιστές, ανακυκλωμένοι αριστεριστές, τηλεπατριώτες αλά καρτ με βρώμικο μάτι και τα εκτοπλάσματα του νεοφιλελευθερισμού που απέβαλε το σώμα της μεγάλης Κεντροδεξιάς. Μέρος του αλληλοσπαρασσόμενου ΠΑΣΟΚ και τα εξαπτέρυγα του συγκροτούν αυτό το νέο «κόμμα» των βαλκάνιων Παπούα. Οι ξεβράκωτοι Παπούα, που ζούσαν – και κάποιοι ζουν ακόμα – στη λίθινη εποχή, τρώγανε ιεραπόστολους, λιανούς σαν τον  Αη Γιάννη τον Πρόδρομο αλλά κι εκκεντρικούς εκατομμυριούχους ταξιδιώτες, που λόγω καλοζωίας, ήταν τρυφεροί. Σαν χοιρινό είναι, λέγανε για αυτά τα ιδιαίτερα θηράματα, οι ξεβράκωτοι τύποι με τα κόκκαλα στη μύτη. Οι εγχώριοι κανίβαλοι τρώνε συνταξιούχους, μικρομαγαζάτορες, επικουρικές συντάξεις, σχολικά βιβλία, την αμυντική ικανότητα της χώρας, την αξιοπρέπεια της και κυρίως το ηθικό της. Έχουν και Λόχο Ψυχολογικού Πολέμου, τον Δήμο Σταρένιο και τον Αρτέμη Μάτσα, στους παλιούς, καλούς τους ρόλους και κάτι άλλα καλόπαιδα με περίσσιο θράσσος, αυτό που δίνει το γυαλί. Υπάρχει φέρελπις καραφλός νεανίας, διετούς δημοσιογραφικής εμπειρίας, έμπλεος ειρωνείας, που από τηλοψίας την μεσημβρία χλευάζει μ’ εξυπνακισμούς, όσους αρνούνται το αλάθητο των δανειστών και του προγάστορος αντιπροέδρου. Εδώ ισχύει η παλαιά παροιμία των σοφών Παπούα: «όσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού, τόσο πιο πολύ φαίνεται ο κώλος της».

Το κοινωνικό κράτος αδέρφια, παρά τους μύθους της Αριστεράς, στην Ελλάδα το θεμελίωσε η Κεντροδεξιά. Ο πρώτος διοικητής του ΙΚΑ, το μακρινό 1934, ήταν ο θεμελιωτής, μαζί με τον Συκουτρή, του ελληνικού Ιδεαλισμού, ο αείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Φιλελεύθεροι και καθαρόαιμοι δεξιοί έκαναν για τους εργαζόμενους Έλληνες πολύ περισσότερα από αυτούς, που φιλοδοξούσαν ο λαός μας να μοιραστεί σε ίσες μπουκιές την μιζέρια του Υπαρκτού, με σύνορα βέβαια το πολύ ως τη Λάρισα. Γιατί η μεγάλη Κεντροδεξιά είχε ένα φοβερό «συνωμοτικό» σχέδιο, μια «σατανική» πεποίθηση. Πίστευε και πιστεύει πως η εξομάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων με την παρέμβαση του κράτους, συμβάλει στην κοινωνική ειρήνη και στην εθνική ενότητα. Αμφότερες τυγχάνουν βασικές προϋποθέσεις της αληθινής δημοκρατίας, της οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης. Την εξαθλίωση κοινωνικών ομάδων, την διεύρυνση των ανισοτήτων, την παρεμπόδιση της κοινωνικής κινητικότητας, την επιδιώκουν οι τυχοδιώκτες μηδενιστές. Αυτοί που ποντάρουν στον κοινωνικό πόλεμο για την επικράτηση των ολοκληρωτικών ιδεοληψιών τους.

Η σημερινή πολιτική της κατεδάφισης του κράτους πρόνοιας, των οριζόντιων περικοπών και του στραγγαλισμού κάθε ικμάδας δύναμης της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι κι αυτή μια ανάλογη μηδενιστική προσέγγιση. Αντίθετη με τα συμφέροντα του Έθνους και των λαϊκών τάξεων, που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, μια πολιτική μακράν του Ελληνικού Τρόπου και των Ιδεών του αλλά και μακράν της στοιχειώδους κοινής λογικής. Παρά τις «δεξιές» φαντασιώσεις υπέρ του Μνημονίου από τον υφυπουργό, που με θυμηδία αντικρύζουν ως καθ’ ύλην αρμόδιο οι εφοπλιστές, η πολιτική αυτή οδηγεί σε αποτελέσματα ευθέως ανάλογα με τις τυχοδιωκτικές επιδιώξεις, όσων οραματίζονται μια αιματηρή πάλη των τάξεων. Η όξυνση των ανισοτήτων, σε συνδυασμό με το σπασμένο ηθικό των απλών ανθρώπων και την ατιμωρησία της παρασιτικής πολιτικής κι επιχειρηματικής τάξης, που οδήγησαν την παραγωγική βάση της χώρας σε αφανισμό και τα δημόσια οικονομικά στο χείλος της αβύσσου, δημιουργούν ακριβώς το εκρηκτικό μίγμα που απεύχεται, όποιος είναι στ’ αλήθεια πατριώτης κι έχει στοιχειώδη κοινωνική συνείδηση.

Η ερημοποίηση της αγοράς με την έλλειψη ρευστότητας, το «σύνδρομο του αιφνίδιου εμπορικού θανάτου», μαγαζιά που κλείνουν νύχτα, κι η θέση στο περιθώριο ολοένα και μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων, με την έκρηξη της ανεργίας και το βάθεμα της ύφεσης δημιουργούν μια ολοένα και ευρύτερη λαϊκή βάση με κύρια χαρακτηριστικά την εξαθλίωση αλλά και την οργή. Άνθρωποι που δεν έφαγαν τίποτε μαζί με κανέναν, που εκπλήρωσαν στο ακέραιο και χωρίς βύσμα τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, που ποτέ δεν έκλεψαν την εφορία, γιατί απλούστατα ήταν μισθωτοί χωρίς άδηλους πόρους, βρίσκονται τώρα στον Καιάδα. Έχουν δε απέναντι τους την παράδοξη συμμαχία του Κόμματος των Κανιβάλων, συνήθως σιτιζόμενους στο δημόσιο Πρυτανείο ή και στο «Πρυτανείο» του Κολωνακίου, οι οποίοι τους κουνάνε το δάχτυλο και τους εκβιάζουν. Η φαιά Φάλαγγα της παραπληροφόρησης, που υποδύεται μέρος του καθεστωτικού Τύπου, που επιβιώνει τυλίγοντας cd και μπλουζάκια με τυπωμένο χαρτί ή εκπέμποντας από τις δημόσιες συχνότητες, ενορχηστρωμένα βαφτίζει «ακραία» κάθε αντίθεση στην αποδομητική ανθρωποφαγία. Ξαφνικά ο νόμος της ζούγκλας βαφτίσθηκε προοδευτική σωφροσύνη. Το γεγονός ότι δεν υλοποιήθηκε κανένας από τους στόχους αυτής της πολιτικής με τις καλογραμμένες ξενόγλωσσες οδηγίες, μικρή σημασία έχει για τα φερέφωνα της υποταγής και του κοινωνικού δαρβινισμού.

Όταν αυτή η μεταβατική κυβέρνηση ειδικού σκοπού, εκατό ημερών και εκλογών, ολοκληρώσει την σύντομη θητεία της, η μεγάλη Κεντροδεξιά, η κοινωνικά φιλελεύθερη, λαϊκή και πατριωτική, θα κληθεί να ανατάξει την οικονομία και την κοινωνία. Η έφοδος προς τον ουρανό προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις, οι οποίες όμως θα γίνουν στη βάση του εκλογικού σώματος κι όχι με συντεχνιακές διευθετήσεις κορυφής. Κάποιοι ενδιαφέρονται να διαμοιράσουν τα τελευταία ιμάτια της Πατρίδας και να διασφαλίζουν το business as usual για την μεταπολιτευτική παράγκα που οδήγησε την χώρα εδώ που την οδήγησε. Αυτές οι επιθυμίες είναι αντίθετες με τα εθνικά συμφέροντα κι έχουν ως πρόθυμο υπηρέτη το «Κόμμα των Κανιβάλων». Η μεγάλη Κεντροδεξιά όμως είναι αυτή που αυτοδύναμα πρέπει να διεξάγει τον αληθινό αγώνα απέναντι σε αυτές τις παρακμιακές δυνάμεις, να δώσει στους απλούς ανθρώπους το χαμένο τους ηθικό και με στιβαρή ηγεσία να οδηγήσει σε μια πανστρατιά για το μέλλον. Για τους ανθρώπους κι όχι για τους αριθμούς.
-----------


25 Ιουνίου 2011

H πρωθυπουργική πρόταση σύνταξης “Νέου Συντάγματος” με λαϊκό δημοψήφισμα ως έσχατο μέσο αποπροσανατολισμού του λαού

H πρωθυπουργική πρόταση σύνταξης “Νέου Συντάγματος” με λαϊκό δημοψήφισμα ως έσχατο μέσο αποπροσανατολισμού του λαού και νομιμοποίησης της ήδη καταλυθείσας δημοκρατίας

http://antibaro.gr/node/3159

του Ελευθέριου Δικαίου

Ο τακτικός ελιγμός της πρότασης για σύνταξη νέου Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος δεν πείθει κανέναν. Αντίθετα αποπροσανατολίζει από την ουσία της συζήτησης, που αφορά στο πραγματικό υπόβαθρο και στις σκοπιμότητες  που υποκρύπτονται πίσω από την ψήφιση του “Μεσοπρόθεσμου Πλαίσίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής”.

Η πρόταση αυτή μόνο κλαυσίγελο μπορεί να προκαλέσει, αφού είναι προφανές ότι εξυπηρετεί ένα βαριά άρρωστο επικοινωνιακό φαίνεσθαι, το οποίο όμως από πλευράς ουσίας έχει χάσει προ πολλού την επαφή του με την πραγματικότητα και την υγιή κοινωνία.  Η δήλωση αυτή υποτιμά κατάφωρα τη νοημοσύνη των Ελλήνων πολιτών που ζητούν σήμερα, αλλά είχαν ζητήσει και κατά το παρελθόν δημοψήφισμα π.χ. για την καταφυγή της χώρας στους δανειακούς μηχανισμούς της ΕΕ και του ΔΝΤ, στην υιοθέτηση του “Μνημονίου” και τη σύναψη της “Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης” (που σημειωτέον ακόμη δεν έχει ψηφιστεί από τη Βουλή, αν και ακώλυτα και επαίσχυντα εφαρμόζεται σε ένα πολίτευμα, η δημοκρατική βάση του οποίου έχει καταλυθεί) για το μεταναστευτικό, για την κάρτα του πολίτη, για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, για το “Μακεδονικό”, για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, για τη υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας  και για πολλά άλλα κρίσιμα θέματα που αφορούν στο παρόν και στο μέλλον του τόπου και όχι μόνο. Σε καμία περίπτωση όμως, κατά την μεταπολιτευτική περίοδο, στο μεγαλύτερο διάστημα της οποίας ο σημερινός πρωθυπουργός πολιτευόταν, το αίτημα των πολιτών για δημοψήφισμα δεν εισακούστηκε. Αντίθετα, τα αιτήματα αυτά επιδεικτικά περιφρονήθηκαν τόσο από τους πολιτικούς σχηματισμούς, όσο και από τον ΠτΔ.

Έρχεται λοιπον σήμερα ο πρωθυπουργός, που ερήμην του λαού οδήγησε με τις μονομερεις αποφάσείς του τη χώρα σε καθεστώς  πολιτικοιοικονομικής ομηρίας, να πείσει τον λαό για τις αγαθές δημοκρατικές του προθέσεις σχετικά με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη σύνταξη νέου Συντάγματος.

Είναι όμως πλέον κάτι παραπάνω από προφανές, οτι ο Γ. Α. Παπανδρέου γνωρίζει ότι έχει απωλέσει την αξιοπιστία του στις τάξεις του λαού. Για το λόγο αυτό επιχειρεί σπασμωδικές κινήσεις,  εφευρίσκοντας τερτίπια που απλώς και μόνο προδίδουν την αμηχανία του.  Ανεξάρτητα από αυτό, η αποδοχή μίας τέτοιας πρότασης θα καθιστούσε τον λαό συνυπαίτιο στην ήδη υφιστάμενη κατάλυση θεμελιωδών αρχών και στοιχείων του δημοκρατικού πολιτεύματος, για την οποία κυρίως υπεύθυνοι είναι όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, αναλόγως της εξουσίας που άσκησαν και ασκούν. Η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη σύνταξη νέου Συντάγματος, θα νομιμοποιούσε τελικά την κατάλυση του υφιστάμενου Συντάγματος, η οποία με πρόφαση τη σύνταξη ενός “νέου Συντάγματος” θα ενδυόταν τον ψεύτικό μανδύα της νομιμότητας με την υπογραφή και τη συναίνεση του λαού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τα ειωθότα και με βάση τα έως τωρα δείγματα γραφής της κυβερνητικής εξουσίας ένα τέτοιο δημοψήφισμα για τη σύνταξη νέου Συντάγματος, θα ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης του και όχι του λαού. Αυτή η μεθόδευση θα αποτελούσε έσχατο μέσο αναίμακτης εξόδου του πρωθυπουργού και της σκιώδους κυβέρνησης του από τη σημερινή ιδιότυπη κατάλυση του Συντάγματος. Μία κατάλυση του Συντάγματος η οποία λαμβάνει χώρα με το “βελούδινο πραξικόπημα” υπαγωγής της χώρας ιδίως στο καθεστώς του “Μνημονίου” μέσω της παράτυπης ψήφισης αυτού με απλή και όχι αυξημένη πλειοψηφία,  αλλά και με την εφαρμογή και εκτέλεση των συνδεόμενων με το “Μνημόνιο”  επίμαχων δανειακών συμβάσεων με τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ,  οι οποίες ουδέποτε ψηφίστηκαν, ως όφειλαν, σύμφωνα με τις επιταγές  των άρθρων 36 παρ. 2 Σ και 28 παρ. 2,3 Σ, από την ελληνική Βουλή. Εντύπωση ωστόσο προκαλούν οι χλιαρές αντιδράσεις των βουλευτών τόσο της κυβέρνησης, όσο  και της αντιπολίτευσης απέναντι στο παραπάνω μείζονος σημασίας αυτό θέμα.

Αφορά δηλ. η κατάλυση του Συντάγματος στη συνταγματικά ανεπίτρεπτη, υπό τα σύγχρονα δεδομένα, εκχώρηση συνταγματικών εξουσιών στην Τρόικα, ως όργανο που εκπροσωπεί τους δανειστές της χώρας. Αλλά ωστόσο ουδεμία νόμιμη εξουσιοδότηση έχει ως προς αυτό από τον ελληνικό λαό.

Η σύνταξη νέου Συντάγματος μέσω δημοψηφίσματος νομιμοποιεί την κατάλυση του ισχύοντος Συντάγματος,  διότι εν προκειμένω ο λαός σύρεται με πανουργία  στη σύνταξη νέου Συντάγματος, που ήδη προβάλλεται προπαγανδιστικά ως “ευκαιρία για τη θωράκιση της δημοκρατίας” από τους παράγοντες όμως που έχουν κουρελοποιήσει το ισχύον Σύνταγμα. Με τη συμμετοχή του λαού σε μία τέτοια μεθόδευση,  αναγνωρίζεται στην ουσία και η εξουσία όσων συντέλεσαν στη σημερινή κατάλυση της συνταγματικής τάξης.

Με τον τρόπο αυτό παρακάμπτονται φλέγοντα ζητήματα, όπως το ζήτημα της αναζήτησης των υπευθύνων που οδήγησαν τη χώρα στην παρούσα συνταγματική εκτροπή και της επιβολής κυρώσεων στους υπαιτίους, το ζήτημα  ομαλής  επαναφοράς της καταλυθείσας συνταγματικης τάξης, το ζήτημα της επανάκτησης των ηνίων της πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης της χώρας, η οποία σε σημαντικό βαθμό  υποκαθίσταται πλέον  με τρόπο απαράδεκτο και αντισυνταγματικό από την Τρόικα.

Κοντολογίς με ενα τέτοιο τέχνασμα αντιπερισπασμού,  η  ευθύνη της κατεξοχήν υπαίτιας πολιτικής ηγεσίας για τη σημερινή καταρράκωση του Συντάγματος και φυσικα του δημοκρατικού πολιτεύματος  θα μετακυλιόταν στον λαό. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι το υφιστάμενο Σύνταγμα δεν χρήζει βελτιώσεων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ευθύνη των κυβερνητικών στελεχών, του Προέδρου της Δημοκρατίας, των βουλευτών, αλλά και σε ό,τι αφορά στη δημοκρατικότερη λειτουργία των πολιτικών-κομματικών οργανισμών, τον διαφανή έλεγχο της οιονομικής τους κατάστασης, την ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας μέσω δημοψηφισμάτων τόσο σε  επίπεδο Επικράτειας, όσο και σε επίπεδο περιφέρειας,  την παροχή στον λαό δυνατοτήτων ευχερέστερου ελέγχου των φορέων άσκησης της πολιτικής εξουσίας, την αποτελεσματικότερη άσκηση της συνταγματικής δικαιοσύνης π.χ. με τη συγκρότηση Συνταγματικού Δικαστηρίου κ.ά.

Η εν λόγω πρωθυπουργική πρόταση διεξαγωγής δημοψηφίσματος για σύνταξη “νέου Συντάγματος” φαίνεται ότι εξυπηρετεί μονόπλευρα τον υπόλογο πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του και όχι τη δημοκρατία και τον ελληνικό λαό.  Η πρόταση αυτή αποτελεί απροκάλυπτη κοροϊδία του ελληνικού λαού, διότι στοχεύει στο να εμφανίσει τους υπονομευτές του ισχύοντος Συντάγματος σε συνταγματικούς αναμορφωτές και τιμητές της δημοκρατίας.

Ας γίνει κατανοητό, ότι η  “χρυσή ταμπακέρα” στο σημερινό εθνικό και ευρωπαϊκό-διεθνές σκηνικό σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τη χώρα μας, δεν είναι το αστείο ζήτημα σύνταξης νέου Συντάγματος, μέσω δημοψηφίσματος. Το ελληνικό Σύνταγμα δεν είναι χειρότερο ούτε πάσχει περισσότερο  σε σχέση με αντίστοιχα ευρωπαϊκά Συντάγματα. Το κύριο πρόβλημα του ελληνικού Συντάγματος έγκειται στο ότι όχι μόνο δεν αξιοποιείται και δεν εφαρμόζεται κατάλληλα το περιεχόμενο του από την εξουσία που έχει εκλεγεί για να το υπηρετήσει, αλλά μάλλον το περιεχόμενο του παραβιάζεται κατάφωρα από την ανωτέρω εξουσία.

Το σημερινό πρόβλημα του ελληνικού πολιτεύματος αποτελεί η  άνευ όρων και αμετάκλητη παράδοση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας στους δανειστές της, κατ’ αρχήν μέσω του “Μνημονίου” και των άρρηκτα συναρτώμενων με αυτό δανειακών συμβάσεων, και τώρα πλέον μέσω της σχεδιαζόμενης εφαρμογής του ΄”Μεσοπρόθεσμου Πλασίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής”, με την άκριτη επιβολή της άμεσης υποχρέωσης εκποίησης  δημόσιας περιουσίας μέσω βιαστικών  και αμφίβολης ποιότητας και αποτελεσματικότητας αποκρατικοποιήσεων, με παράλληλη εφαρμογή οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού προγράμματος εξαθλίωσης του ελληνικού λαού και της ελληνικής κοινωνίας.

 Το “πυροτέχνημα” της εν λόγω πρωθυπουργικής πρότασης στρέφει, κατά τη δεδομένη στιγμή, τη συζήτηση σε θέματα άσχετα με την ουσία που “καίει” τον ελληνικό λαό, που εκτείνεται τόσο στις παρούσες όσο και στις μέλλουσες  γενέες.  Και το ζήτημα αυτό δεν είναι άλλο παρά η απεμπόληση της κρατικής κυριαρχίας, που εξωραϊστικά βαφτίζεται ανάπτυξη από τους δανειστές και την εγχώρια ηγεσία, αλλά και ο εν γένει εξευτελισμός της αξιοπρέπειας του ελληνικού λαού από όσους εθελοδουλα έχουν καταλύση την έννομη τάξη της χώρας .

Συμπερασματικά:

Η πονηρή πρόταση του πρωθυπουργού για σύνταξη “νέου Συντάγματος” με  δημοψήφισμα είναι προφανές ότι δεν πληροί ούτε καν  τα στοιχειώδη εχέγγυα αξιοπιστίας και δεν αντέχει σε ορθολογική κριτική εκτίμηση.  Η κατόπιν εορτής δημοκρατική ευαισθησία του πρωθυπουργού δεν πείθει κανέναν σκεπτόμενο πολίτη. Πώς είναι άραγε δυνατό ο πρωτοστάτης της τελικής καταρράκωσης του ισχύοντος Συντάγματος, ο οποίος έχει με αυτόν τον τρόπο προδώσει τον κυρίαρχο(;) ελληνικό λαό, ενώ όφειλε να τον υπηρετεί, να εμφανίζεται ως δήθεν συνταγματικός μεταρρυθμιστής;  Το κίβδηλο αυτό εγχείρημα αποτελεί ίσως και το κύκνειο άσμα του πρωθυπουργού, εκτός βέβαια και αν ο λαός αποδεχτεί άκριτα και αυτή τη μεθόδευση…

12 Ιουνίου 2011

Γ. Σωτηρέλης-Σύνταγμα και πολιτική

Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

{Το κείμενο αυτό είναι η εισαγωγική ομιλία του καθηγητή Γιώργου Σωτηρέλη στο στρογγυλό τραπέζι με το οποίο έκλεισε το ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στο Βόλο (25-26.3.2011). Περιέχει, πέρα από μια συνοπτική αποτίμηση του Συμποσίου, βασικές σκέψεις για την σχέση Συντάγματος - Πολιτικής στην εποχή του «μνημονίου», ειδικότερα δε για τις δυνατότητες και τα περιθώρια που διαθέτει σήμερα η συνταγματική πολιτική να δώσει συγκεκριμένες και πρόσφορες απαντήσεις, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος, στην προϊούσα πολύπλευρη κρίση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος.}


Το ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου μας ήταν αναμφισβήτητα το πλουσιότερο όλων, τόσο από την άποψη των συμμετοχών όσο και από την άποψη των επί μέρους θεματικών που αναπτύχθηκαν. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι εντυπωσιακό. Εξαιρετικές και ιδιαίτερα γλαφυρές εισηγήσεις, που ανέδειξαν τη σημασία και τις προοπτικές μιας πολύπλευρης διεπιστημονικής προσέγγισης, αλλά και υψηλού επιπέδου παρεμβάσεις, πολλές από τις οποίες από νεότατους συναδέλφους, αφενός μεν έθεσαν επί τάπητος ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σφράγισαν την εξέλιξη της συνταγματικής μας πραγματικότητας κατά την τελευταία τριακονταπενταετία και αφετέρου ψηλάφησαν και προέβαλαν ανάγλυφα τα αίτια τόσο της γενικότερης κρίσης που ταλανίζει την σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία μας όσο και της ειδικότερης, της συνταγματικής κρίσης, όπως αυτή εστιάσθηκε, ιδίως, στην προϊούσα πολύπλευρη αμφισβήτηση των νομιμοποιητικών θεμελίων του πολιτικού αλλά και του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος, με επίκεντρο την κατάρρευση των δημοσιονομικών του κράτους και την επιβολή του    μνημονίου.
Επιχειρήσαμε –και νομίζω επιτύχαμε– με τις συζητήσεις αυτού του Συμποσίου να θέσουμε το γενικό πλαίσιο μιας συζήτησης που αφορά την συνολική αποτίμηση της δεύτερης μεγάλης περιόδου δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας που γνώρισε ο τόπος κατά την εξέλιξη της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας του.

Η συσχέτιση με την προηγούμενη περίοδο κοινοβουλευτικής και δημοκρατικής ομαλότητας, που άρχισε το 1864 και τέλειωσε το 1909, δεν είναι καθόλου τυχαία. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το πολιτικό σύστημα βίωνε μια βαθιά και πολύπλευρη κρίση, παρόμοια με την σημερινή, που ήταν και εκείνη στενά συνδεδεμένη, όπως αναλύθηκε ήδη, με μια ανάλογη οικονομική κρίση αλλά και γενικότερα με συνθήκες εθνικής ταπείνωσης. Η διέξοδος που δόθηκε τότε είναι γνωστή: το κίνημα στο Γουδί, η έλευση του Βενιζέλου και η ευρεία συνταγματική αναθεώρηση του 1911 έδωσαν διέξοδο στην επί μακρόν υποβόσκουσα αμφισβήτηση της λειτουργίας του τότε συνταγματικού πολιτεύματος και σηματοδότησαν μια ευρύτατη προσπάθεια ανάταξης και αναζωογόνησης της πολιτικής και συνταγματικής ζωής – ανοίγοντας όμως, δυστυχώς, και έναν κύκλο συχνών στρατιωτικών παρεμβάσεων, που θα τελείωνε, ελπίζουμε οριστικά, μόλις το 1974.

Οι συνθήκες σήμερα είναι ίσως ακόμη χειρότερες από εκείνες των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ενώ οι προοπτικές μιας ριζικής και ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, αντίστοιχης με εκείνη του 1909, δεν φαίνονται δυστυχώς στον ορίζοντα. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί καθόλου την σημασία ούτε της αποτίμησης της συνταγματικής πραγματικότητας της περιόδου που εξετάζουμε αλλά ούτε και της αναζήτησης λύσεων που συνδέονται άλλοτε με την εφαρμογή και άλλοτε με την αλλαγή του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου. Κάθε άλλο μάλιστα. Μόνο μια διαδικασία βασανιστικής ιστορικής και θεσμικής αυτογνωσίας μπορεί να αναδείξει ένα φάσμα πιθανών λύσεων, στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί μια θαρραλέα συνταγματική πολιτική, είτε στο πεδίο μιας προσφορότερης νομοθετικής εξειδίκευσης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων –που συνήθως υποτιμάται στην σχετική συζήτηση– είτε στο πεδίο της αναθεώρησης του ίδιου του Συντάγματος.

Ποια είναι όμως τα όρια και τα περιθώρια μιας τέτοιας συνταγματικής πολιτικής στην τόσο κρίσιμη σημερινή ιστορική συγκυρία; Και ειδικότερα: με δεδομένο το πόσο προσφιλείς είναι, σε περιόδους πολιτικής αμηχανίας, οι κινήσεις εντυπωσιασμού γύρω από το Σύνταγμα, είναι πράγματι απαραίτητη μια γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος;
Στο σημείο αυτό απαιτείται νομίζω μια πολύ προσεκτική και ζυγισμένη απάντηση, διότι ελλοχεύουν δύο κίνδυνοι:
Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος του συνταγματικού λαϊκισμού. Ο κίνδυνος δηλαδή να θεωρηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος πανάκεια, διά «πάσαν νόσον» του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, και να μετατεθεί στο μέλλον, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, η επίλυση των σοβαρότατων σημερινών προβλημάτων. Αυτή η τάση «μυθοποίησης» του Συντάγματος, βολεύει συχνά τα κόμματα προκειμένου να προβάλουν ευσχήμως άλλοθι για αδράνεια ή ανικανότητα ή απροθυμία συνεργασίας. Επιπλέον, δε, συσκοτίζει την πολιτική πραγματικότητα και δημιουργεί ποικίλες ψευδαισθήσεις, που τραυματίζουν περαιτέρω την αξιοπιστία των θεσμών και υπονομεύουν την δυνατότητα πρόσφορων απαντήσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης τους. Οι ψευδαισθήσεις μάλιστα αυτές επιτείνονται από διάφορους δημοσιολογούντες (πολιτικούς, δημοσιογράφους και διανοουμένους) που δεν αρκούνται στην συνταγματική αναθεώρηση αλλά αναφέρονται διαρκώς και με έμφαση στην ανάγκη «συντακτικής συνέλευσης», την οποία αναγορεύουν μάλιστα στην μοναδική λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι, όμως, όχι μόνον υπερεκτιμούν, ως μη ώφειλαν, τα –περιορισμένα– περιθώρια επίδρασης του Συντάγματος στην πολιτική πραγματικότητα αλλά και επιδεικνύουν παχυλή άγνοια για το ότι μια τέτοια «συντακτική συνέλευση» προϋποθέτει είτε επανάσταση είτε πραξικόπημα…

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η πλήρης και απόλυτη συνταγματική επανάπαυση. Το να οχυρωθούμε δηλαδή πίσω από μια αξιωματικά διατυπούμενη άποψη ότι τίποτε δεν έχει να συνεισφέρει μια συνταγματική αναθεώρηση στην αντιμετώπιση της σοβούσας κρίσης, με κύριο επιχείρημα ότι μια τέτοια αντιμετώπιση είναι προεχόντως έργο των πολιτικών δυνάμεων, οι όποιες πολιτικές επιλογές των οποίων δεν εμποδίζονται επ’ουδενί από το ισχύον Σύνταγμα. Έτσι, κατά την άποψη αυτή, το Σύνταγμα πρέπει εν τέλει να στεγανοποιηθεί από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία, να αποκοπεί από οποιονδήποτε πολιτικό προβληματισμό για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και να αφεθεί «ήσυχο» προκειμένου να επιτελεί μια απλώς «διαδικαστική» –εν τέλει– λειτουργία. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για μια λογική «ουδετεροποίησης» του Συντάγματος, που κατά την άποψή μου εθελοτυφλεί και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση του αξιακού και συμβολικού φορτίου του, στην περιθωριοποίηση του ρόλου του, ως συνεκτικού στοιχείου ενός μεταβαλλόμενου –και κλυδωνιζόμενου– κοινωνικού σχηματισμού, στην αδρανοποίηση του εγγυητικού του χαρακτήρα απέναντι στον επελαύνοντα «φονταμενταλισμό των αγορών», σε τελευταία δε ανάλυση στην υποτίμηση του σύγχρονου συνταγματισμού ως κρίσιμης συνιστώσας των εν εξελίξει ιδεολογικοπολιτικών αναζητήσεων.

Έχοντας λοιπόν συναίσθηση των εν λόγω κινδύνων, θα επιχειρήσω μια πρώτη απάντηση, ξεκινώντας από μια βασική διαπίστωση:

Το Σύνταγμα του 1975 όχι μόνον είναι ένα καλό Σύνταγμα αλλά και ανήκει στην κατηγορία των Συνταγμάτων που σφραγίζουν μια ολόκληρη εποχή. Όντας απόρροια της μεταπολίτευσης, η οποία αποτελεί ορόσημο για την σύγχρονη συνταγματική ιστορία μας, συνέβαλε τα μέγιστα στην υπέρβαση των μετεμφυλιακών ψυχώσεων ενός πολλαπλά κηδεμονευόμενου πολιτεύματος. Με καθυστέρηση 30 χρόνων η συνταγματική μας τάξη αντιστοιχήθηκε επιτέλους, με τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά συνταγματικά δεδομένα, ενσωματώνοντας, μέσω ευρύτατων συναινέσεων, προωθημένες δημοκρατικές, δικαιοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις.

Η μόνη παραφωνία, η οποία έδωσε εν τέλει και τον τόνο στη διαδικασία ψήφισης του Συντάγματος, αφορούσε την κραυγαλέα πολιτική επιλογή της τότε ηγεσίας της «Νέας Δημοκρατίας» να κηδεμονεύσει τις επερχόμενες εξελίξεις, εξοπλίζοντας τον αιρετό –πλέον– ανώτατο άρχοντα με ορισμένες υπέρμετρες, υπό το πρίσμα ενός συστήματος «προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», αρμοδιότητες (που χαρακτηρίσθηκαν «υπερεξουσίες»). Παρότι δε οι αρμοδιότητες αυτές δεν ασκήθηκαν –και απλώς χρησιμοποιήθηκαν σαν μέσο πίεσης– η συνταγματική πολιτική της αναθεώρησης του 1986 επικεντρώθηκε στην δραστική και μάλλον ακραία συρρίκνωση του ρόλου του προέδρου, με αντίστοιχη ενίσχυση του ρόλου του πρωθυπουργού. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκατασταθεί μεν ένας γνησιότερος κοινοβουλευτικός χαρακτήρας στο πολίτευμα, πλην όμως με δυσμενείς επιπτώσεις ως προς τους «ελέγχους και τις ισορροπίες» του συστήματος.

Σε αντίθεση με την μονοθεματική αναθεώρηση του 1986, αυτή του 2001 υπήρξε μεν ευρεία αλλά χωρίς τόλμη και ευκρινές πολιτικό στίγμα. Ξεκίνησε από το ΠΑΣΟΚ το 1995, με σαφώς ριζοσπαστική στοχοθεσία –που μπορούσε μάλιστα να πραγματωθεί λόγω του ευνοϊκού, τότε, συσχετισμού δυνάμεων– αλλά εκφυλίσθηκε στη συνέχεια σε μια αδιάφορη, διεκπεραιωτική και αποσπασματική διαδικασία, προσανατολισμένη μονόπλευρα σε συμβιβασμούς με την Νέα Δημοκρατία. Ως εκ τούτου επέφερε μεν ορισμένες όχι αμελητέες βελτιώσεις αλλά σε γενικές γραμμές κινήθηκε σε ένα «καθεστωτικό» πλαίσιο και δεν άκουσε την βουή των επερχόμενων γεγονότων. Υπήρξε άχρωμη, άτολμη και εθελότυφλη ως προς την αντιμετώπιση κρίσιμων παθογενειών του πολιτικού συστήματος, που είχαν ήδη αναδειχθεί και επισημανθεί, αλλά και εμφανών υστερήσεων, όπως αυτή της ρύθμισης των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας. Επιπλέον, δε, υπήρξε και ιδιαίτερα φλύαρη, με πολλές σχοινοτενείς ή ακόμη και περιττές διατάξεις, οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με τον συνοπτικό και ελλειπτικό χαρακτήρα του Συντάγματος. 

Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε εν πολλοίς ένα επιτυχημένο Σύνταγμα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσής του, ιδίως εν όψει των προβλημάτων που ανέδειξε η πρόσφατη και πολλαπλά τραυματική εμπειρία της οικονομικής κρίσης και του «μνημονίου». Αρκεί οι όποιες αλλαγές να αποτελέσουν αντικείμενο μιας ισορροπημένης συνταγματικής πολιτικής, που ναι μεν θα χαρακτηρίζεται από περίσκεψη και φειδώ –εκκινώντας από τον σεβασμό στην συνταγματική μας παράδοση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Συντάγματος– αλλά ταυτόχρονα θα σηματοδοτεί μια νέα πορεία ανάταξης του πολιτικού συστήματος, με καίριες και ρηξικέλευθες απαντήσεις στις προκλήσεις των καιρών. Μόνο τέτοιες αλλαγές, και όχι η προσχηματική χρήση του Συντάγματος, μπορούν να επισφραγίσουν, συμβολικά και ουσιαστικά, το διαρκώς –πλην ματαίως– εξαγγελλόμενο «τέλος της μεταπολίτευσης»...

Αφετηρία μιας τέτοιας προσέγγισης πρέπει να αποτελέσει η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης (άρθρο 110 Σ), η οποία είναι υπερβολικά δυσκίνητη αλλά και μπορεί, με βάση την κρατούσα ερμηνεία, να επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις στην δεύτερη φάση της αναθεώρησης, με την εξειδίκευση του περιεχομένου μιας τροποποίησης κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που είχε συμφωνηθεί ή διαφανεί στην πρώτη φάση της (όπως συνέβη με την επιβολή του επαγγελματικού ασυμβιβάστου στην αναθεώρηση του 2001, παρότι κάτι τέτοιο δεν περιλαμβανόταν στις κατευθύνσεις και στις προτάσεις που είχαν διαμορφωθεί κατά την πρώτη φάση της αναθεώρησης).

Ως εκ τούτου, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι δικαιολογημένη η επιφυλακτικότητα πολλών κομμάτων, ιδίως της Αριστεράς, να δεχθούν την συμπερίληψη ορισμένων συνταγματικών άρθρων (όπως πχ το 16) στα αναθεωρητέα, διότι κανείς δεν ξέρει ποιος θα είναι ο συσχετισμός μετά τις εκλογές και ποιες θα είναι οι τελικές αποφάσεις (και μάλιστα με πλειοψηφία 50% + 1) ως προς το περιεχόμενο της τροποποίησής τους. Εν όψει όλων αυτών των προβλημάτων έχει ωριμάσει πλέον η ιδέα ότι μπορεί και επιβάλλεται να τροποποιηθεί η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης, προκειμένου αυτή να μπορεί να ολοκληρώνεται σε μια Βουλή, με δύο ψηφοφορίες που θα απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα (και με πλειοψηφία 3/5 σε αμφότερες).

Από εκεί και πέρα, μια συνταγματική πολιτική, όπως την προσδιορίσαμε, θα μπορούσε να κινηθεί στις ακόλουθες ιδίως κατευθύνσεις:

Α. Η πρώτη περιλαμβάνει τις αλλαγές που αφορούν την «τιμή» του πολιτικού κόσμου και φαίνεται να συγκεντρώνουν ευρύτατη συναίνεση.
Πρόκειται, κατ’ αρχάς, για την κατάργηση των συνταγματικών προνομίων των βουλευτών και των υπουργών ως προς την ποινική τους αντιμετώπιση, η οποία, πλέον, έχει καταντήσει να είναι περισσότερο πολιτική αντιμετώπιση, τόσο στα θέματα της ασυλία των βουλευτών όσο και στα θέματα της ποινικής δίωξης των υπουργών. Οι όποιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να γίνουν με αυτοσυγκράτηση, διότι η δικομανία και η ροπή προς την υπερβολή μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Χρειάζεται, ως ασφαλιστική δικλείδα, ένας μηχανισμός διήθησης, συγκροτούμενος κατά την άποψή μου αποκλειστικά από δικαστές (πχ η ολομέλεια εφετών της πρωτεύουσας), ο οποίος –και μόνον αυτός– θα δίνει το πράσινο φως για την άσκηση ποινικής δίωξης.

Έντονος είναι ο προβληματισμός και ως προς τις εξεταστικές επιτροπές, στις οποίες θα ήταν μάλλον χρήσιμο να συμμετέχουν και ορισμένες ανεξάρτητες προσωπικότητες εκτός Βουλής, ώστε να περιορισθούν τα περιθώρια μικροκομματικών επιλογών.
Σύγκλιση παρατηρείται, τέλος, και ως προς την αλλαγή του τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης, με προτιμότερη μάλλον την άποψη να αντιστοιχηθεί κατά κάποιο τρόπο προς την επιλογή της ηγεσίας των ανεξάρτητων αρχών. Ως εκ τούτου, η σχετική αρμοδιότητα θα μπορούσε να αφαιρεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και να ανατεθεί σε όργανο υψηλού κύρους της Βουλής –πχ στη Διάσκεψη των Προέδρων ή στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας– το οποίο θα αποφασίζει με ομοφωνία (ή, άλλως, με αυξημένη πλειοψηφία 4/5), μετά από πρόταση πολλαπλάσιου αριθμού υποψηφίων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ασφαλιστική δε δικλείδα, αν υπάρξει κωλυσιεργία ή δυστοκία, θα μπορούσε να είναι η ανάθεση της εν λόγω αρμοδιότητας, μετά την παρέλευση συγκεκριμένης προθεσμίας, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
.
Β. Η δεύτερη κατεύθυνση της αναθεώρησης είναι η δυσκολότερη, διότι απαιτεί υπέρβαση αγκυλώσεων και εγκατάλειψη στερεοτύπων και βεβαιοτήτων. Ωστόσο, ο σχετικός προβληματισμός είναι πλέον επιτακτικός, ενόψει και των προϊουσών ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Στο πλαίσιο αυτό θα επιχειρήσω να συνοψίσω –και να επικαιροποιήσω– τις σπουδαιότερες από τις προτάσεις που έχω διατυπώσει εν όψει της αναθεώρησης του 2001[4], ως βασική ατζέντα μιας πράγματι μεταρρυθμιστικής συνταγματικής πολιτικής, οι οποίες είναι οι ακόλουθες:

α. Πρώτη προτεραιότητα νομίζω ότι πρέπει να θεωρηθεί η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας και των συμμετοχικών μας θεσμών, ως αντίβαρο στην σοβούσα κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος. Σημαντικότερο μέτρο θα ήταν, υπό αυτό το πρίσμα, ο εμβολιασμός της πολιτικής μας ζωής με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία), προκειμένου να τονωθούν τα κουρασμένα αντανακλαστικά της πολιτικοποίησης και της συμμετοχής στα κοινά. Το προβλεπόμενο σήμερα δημοψήφισμα είναι γράμμα νεκρό. Η σχετική πρωτοβουλία πρέπει να ανήκει στην κυβέρνηση, όπως ισχύει σήμερα, στην Βουλή –με πρόταση 2/5 αλλά όχι με έγκριση των 3/5– και επιπλέον τόσο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως πριν από την αναθεώρηση του 1986, όσο και στον ίδιο τον λαό, με συγκέντρωση συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών (αλλά και με ορισμένες εγγυήσεις, ιδίως ως προς την διατύπωση των ερωτημάτων και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων). Ιδιαίτερη έμφαση, μάλιστα, πρέπει να δοθεί στα δημοψηφίσματα για σοβαρούς περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας, περιλαμβανομένων και αυτών που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η νομιμοποίηση της οποίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται, όπως έως σήμερα, σαν υπόθεση των «ειδημόνων» και των «τεχνικών της εξουσίας» αλλά ως γνήσια έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Εξόχως διδακτική, άλλωστε, επ’αυτού, είναι η πρόσφατη τραυματική εμπειρία του «μνημονίου», ως προς το οποίο, παρότι συνεπάγεται εμφανώς συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας, όχι μόνον δεν διεξήχθη δημοψήφισμα αλλά ούτε καν υπήρξε μέριμνα ώστε για την ψήφισή του να απαιτηθούν –κατά το άρθρο 28 Σ– τα 3/5 της Βουλής. Πράγματι, αν το «μνημόνιο» είχε εγκριθεί –που θα είχε εγκριθεί στην συγκυρία που καταρτίσθηκε– είτε με δημοψήφισμα είτε, έστω, με πλειοψηφία των 3/5 (οπότε έπρεπε να λάβει και την κατάλληλη προς τούτο νομική μορφή), αφ’ ενός μεν θα είχε την δημοκρατική νομιμοποίηση που απαιτείτο (και που έπρεπε πάντως να επαναλαμβάνεται από την Βουλή και ως προς την επικαιροποίησή του…) αφ’ ετέρου δε θα είχαν αποφευχθεί οι λαϊκίστικοι λεονταρισμοί ορισμένων, οι οποίοι δεν διστάζουν σήμερα, παρά τις τεράστιες ευθύνες τους, να εμφανίζονται σαν τιμητές.

β. Εξ ίσου σημαντική προβάλλει πλέον και η συνταγματική θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που υφίστανται μια ολοένα εντεινόμενη υπονόμευση από τις δυνάμεις τις αγοράς (με αποκορύφωμα βέβαια τα μέτρα που λήφθηκαν βάσει του «μνημονίου»). Η ρητή –και ορθή– αναγνώριση του κοινωνικού κράτους, στην τελευταία αναθεώρηση, δυστυχώς δεν αποδείχθηκε αρκετή. Πρέπει λοιπόν να συμπληρωθεί αφ’ ενός με την ενίσχυση της πολλαπλά βαλλόμενης συλλογικής αυτονομίας (προκειμένου να διασωθούν τουλάχιστον ορισμένες θεμελιώδεις κατακτήσεις του παγκόσμιου εργατικού κινήματος) και αφ’ ετέρου με την κατοχύρωση ενός «εγγυημένου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης». Ο όρος είναι κατά πολύ ευρύτερος του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», που συζητείται κατά καιρούς, διότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει κάθε είδους παροχές και μέτρα κοινωνικής προστασίας. Ως εκ τούτου μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο όλων των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, καθιερώνοντας ένα είδος σκληρού πυρήνα τους, ενισχύοντας δηλαδή τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους και καθιστώντας περισσότερο απτή και διεκδικήσιμη –πολιτικά και δικαστικά– την κοινωνική δικαιοσύνη.

γ. Στα ανωτέρω πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί και μια νέα συνταγματική διευθέτηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, ώστε να ξεπερασθεί ο μόνος σοβαρός αντιδημοκρατικός και αντιδικαιοκρατικός αναχρονισμός που παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1975. Έως τώρα η Νέα Δημοκρατία έχει αρνηθεί τον σχετικό διάλογο με την –εξόχως φιλελεύθερη…– στάση: «ό,τι πει η επίσημη εκκλησία» (ήδη, δε, ορισμένα κακέκτυπα του μακαριστού Χριστόδουλου, που εκπροσωπούν πλέον την «δεξιάν του κυρίου»…). Πολλώ δε μάλλον ούτε αυτοκριτική έχει κάνει για την έως τώρα απαράδεκτη στάση της (με αποκορύφωμα το θέμα των ταυτοτήτων) αλλά ούτε και έχει βρει το θάρρος να επιχειρήσει κάποια ρήξη με τις θεοκρατικές αντιλήψεις που την καταδυναστεύουν. Δυστυχώς, βέβαια, ούτε το ΠΑΣΟΚ προβάλλει καθαρές θέσεις, έχοντας εγκλωβισθεί, για μεγάλο διάστημα, στα προσχήματα και τις υπεκφυγές που κυριάρχησαν στην προηγούμενη αναθεώρηση, οπότε χάθηκε χρυσή ευκαιρία να λήξει αυτή η ιστορική εκκρεμότητα. Ελπίζω ότι η σημερινή του ηγεσία θα επιμείνει στην ανάδειξη του θέματος, αποσαφηνίζοντας τη στάση της και διατυπώνοντας μια ολοκληρωμένη πρόταση που θα αποβλέπει –με όρους τιμής και σεβασμού στην θρησκευτική μας παράδοση– τόσο στην αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους όσο και στην αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας…

Γ. Ακούστηκαν βέβαια στον έως τώρα δημόσιο διάλογο, εν μέρει δε και στο Συμπόσιο, και άλλες προτάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, έστω και ως εν μέρει μόνον εφαρμόσιμες:

α. Για παράδειγμα θα ήταν δυνατόν, στο πλαίσιο του ισχύοντος –και μη αναθεωρήσιμου στο σημείο αυτό– πολιτεύματος της προεδρευόμενης δημοκρατίας, να καθιερωθεί άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (όπως π.χ. στην Πορτογαλία, την Αυστρία και την Φιλανδία), ακόμη και με μερική επαναφορά αρμοδιοτήτων που του αφαίρεσε η αναθεώρηση του 1986 (η οποία επαναφορά ούτως ή άλλως φαίνεται χρήσιμη, για την διασφάλιση «ελέγχων και ισορροπιών στο πλαίσιο της εκτελεστικής εξουσίας). Ωστόσο η άμεση εκλογή δεν είναι δυνατόν να συνδυασθεί με επαναφορά του συνόλου των αρχικών αρμοδιοτήτων, όπως υπονοούν κάποιοι, διότι τότε το πολίτευμά μας θα μετέπιπτε σε «ημιπροεδρική δημοκρατία», τύπου Γαλλίας, την οποία όμως αποκλείει ο μη αναθεωρήσιμος χαρακτήρας της διάταξης περί «προεδρευόμενης δημοκρατίας».
Κατά την άποψή μου, πάντως, άμεση εκλογή θα ήταν χρήσιμο να προταθεί μόνο αν δεν συμπληρώνεται η πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής, ως εναλλακτική λύση αντί των εκλογών, για την ενεργοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας.

β. Επίσης θεωρώ ότι στην κοινοβουλευτική μας παράδοση, όπως έχει διαμορφωθεί υπό το ισχύον (και επίσης μη αναθεωρήσιμο) κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν συνάδει η καθιέρωση πλήρους ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Με δεδομένο όμως ότι ο σχετικός προβληματισμός δεν στερείται βάσεως, τίποτε δεν αποκλείει την καθιέρωση ενός ειδικού περιορισμού (πχ ενός ποσοστού 5%), ως προς τα μέλη της Βουλής που θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκτελεστική εξουσία, όπως ισχύει στην Αγγλία.

Δ. Τέλος, επιμέρους αλλαγές μπορούν να γίνουν και σε άλλους τομείς, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση ότι δεν μπορούν να αρχίσουν μεταρρυθμιστικές τομές σε επίπεδο νομοθεσίας:
 Δεν χρειαζόταν, για παράδειγμα, νέα συνταγματική αλλαγή για να πραγματοποιηθούν οι σημαντικές τομές που έγιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση ή για να αποκατασταθεί η βάναυσα τρωθείσα αξιοκρατίας στη Δημόσια Διοίκηση. Επίσης, δεν προαπαιτείται αναθεώρηση ούτε για μια βαθιά τομή στο κράτος, προς την κατεύθυνση της επιτελικής διοίκησης, ούτε για την ριζική αναδιοργάνωση των ΔΕΚΟ αλλά ούτε και για μια σοβαρή αλλαγή στη δικαιοσύνη (που έχει ήδη δρομολογηθεί) ή στο Πανεπιστήμιο (που εκκρεμεί, αλλά με ορισμένες συνταγματικά ατυχείς, κατά την άποψή μου, προτάσεις).
Δεν χρειάζεται αναθεώρηση για την καθιέρωση εκλογικού νόμου που θα απαλλάξει την πολιτική ζωή από την καταδυνάστευση του σταυρού προτίμησης, ο οποίος οδηγεί, παρά τις όποιες τιμητικές εξαιρέσεις, στην άκρατη βουλευτοκρατία, στην έξαρση του πελατειασμού, στον εκμαυλισμό συνειδήσεων και στην καταθλιπτική επιρροή του μαύρου χρήματος και των διαπλεκόμενων συμφερόντων.
Ωστόσο, με την αναθεώρηση θα μπορούσαν ενδεχομένως να επισφραγισθούν, να θωρακισθούν ή να διευκολυνθούν περαιτέρω τέτοιες αλλαγές:
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποσαφηνισθεί ο ρόλος της αυτοδιοίκησης, ως ισότιμου προς την αποκεντρωμένη διοίκηση κρατικού θεσμού, προκειμένου να ξεπερασθούν αρτηριοσκληρωτικές αντιδράσεις της κεντρικής διοίκησης και του Συμβουλίου Επικρατείας. Επίσης θα μπορούσε να προβλεφθεί η δυνατότητα φορολογικής αποκέντρωσης, ως προς τους ΟΤΑ, αλλά και η καθιέρωση μιας μορφής νομοθετικής πρωτοβουλίας ως προς τους νέους θεσμικούς φορείς της αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (που θα αντικαταστήσουν την ΚΕΔΚΕ και την ΕΝΑΕ).
Θα μπορούσε επίσης να αποφασισθεί μια συνταγματική ενθάρρυνση της κοινωνίας των πολιτών, με συμβολικό κυρίως αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα, προκειμένου να ενισχυθούν, ιδίως, οι ποικίλες μορφές εθελοντισμού και εναλλακτικής πολιτικής συμμετοχής.
Θα ήταν ακόμη χρήσιμο, υπό κάποιες προϋποθέσεις και εφ’ όσον προηγηθούν άλλες αναγκαίες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, να διασφαλισθεί και συνταγματικά μια μεγαλύτερη ευελιξία στη λειτουργία των Πανεπιστημίων, χωρίς όμως να αναιρεθεί ο δημόσιος χαρακτήρας τους, καθώς και η αυτοδιοίκηση και το άσυλο, που αποτελούν μείζονες εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας (και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται αλλά και να ρυθμίζονται). Μια τέτοια ευέλικτη νομική μορφή θα επιτρέπει σε καταξιωμένα μη κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια του εξωτερικού να λειτουργήσουν χωρίς προβλήματα στην Ελλάδα, αν βέβαια υπάρξουν σχετικές σοβαρές προτάσεις, ενώ θα αποτρέπει, ταυτόχρονα, την μετατροπή της ανώτατης εκπαίδευσης σε μια μορφή πολυκέφαλου και αφερέγγυου ιδιωτικού ΙΕΚ.
Θα μπορούσαμε, επίσης, αντί να φθάσουμε στην ακραία και ξένη προς την συνταγματική μας παράδοση λύση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που εγκυμονεί ίσως περισσότερα προβλήματα από αυτά που καλείται να επιλύσει, να συζητήσουμε –ως επιστέγασμα μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στην δικαιοσύνη– μια αναθεωρητική πρόταση για την καθιέρωση κάποιων μορφών προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, από το ήδη προβλεπόμενο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, μετά από παραπομπή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του για την έκδοση των νόμων, που ενέχει, ούτως ή άλλως, και έλεγχο συνταγματικότητας).
Θα ήταν σκόπιμο, τέλος, να αναζητηθεί μια συνταγματική διατύπωση η οποία θα διασφαλίζει την εσωκομματική δημοκρατία, ως γενική αρχή που θα αποτρέπει τον κίνδυνο αυταρχικών και αρχηγικών παρεκτροπών, τόσο γενικά όσο και ως προς την ανάδειξη των υποψηφίων, ιδίως εν όψει και της επιβαλλόμενης, κατά τα ανωτέρω, κατάργησης του σταυρού προτίμησης (ο κίνδυνος αυτός, πάντως, προβάλλεται στο σημείο αυτό μάλλον καθ’ υπερβολήν –όταν δεν προβάλλεται υποβολιμαία…– διότι είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία ανάδειξης των υποψηφίων που θα οδηγήσει αναπόφευκτα τα κόμματα, εκόντα άκοντα, σε ενίσχυση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών τους)

Συμπερασματικά, ενώ υπάρχουν σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που μπορούν να προχωρήσουν με το ισχύον Σύνταγμα, είναι τουλάχιστον άκαιρο και μάλλον παραπλανητικό να μεταθέτουμε την πραγματοποίηση των απαιτούμενων αλλαγών στο μέλλον, με πρόσχημα την συνταγματική αναθεώρηση (το «στρίβειν δια του Συντάγματος» όπως έχει λεχθεί παραστατικά). Η κρίση είναι παρούσα και οι λύσεις για την αντιμετώπισή της πρέπει να αναζητηθούν και να δοθούν τώρα, διότι ενώ για τα οικονομικά μας αποδείχθηκε –ιδίως για τους ασθενέστερους– τραγωδία, για τα θεσμικά μπορεί πράγματι να αποδειχθεί ευκαιρία. Μια ευκαιρία που επιβάλλεται να αξιοποιηθεί αμέσως, στο μέγιστο δυνατό εύρος και με τη μέγιστη εφικτή συναίνεση, για να επισφραγισθεί αργότερα, στην ώρα της, με μια προσεκτική, μετρημένη και θεσμικά πρόσφορη συνταγματική αναθεώρηση. 
http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ-Κ. Χρυσόγονος-12 σκέψεις για μια Συνταγματική αναθεώρηση

Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

{Ο καθηγητής Κώστας Χρυσόγονος προτείνει δώδεκα σημεία μιας συνταγματικής αναθεώρησης που θα αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την περαιτέρω διολίσθηση προς τον εκφεουδαρχισμό του ελληνικού δημόσιου βίου. Το ζητούμενο τελικά είναι να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από ένα πολιτικό σύστημα επιφανειακά μόνο δημοκρατικό, όπως αυτό που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, σε ένα νέο και περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και κυρίως των κομμάτων}

 Ι. Εισαγωγή

Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Η απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές την άνοιξη του 2010 και η θέση της χώρας υπό καθεστώς ξένης κηδεμονίας, μέσω των «μνημονίων» και του μηχανισμού «στήριξης», αποτελούν μόνο το ορατό δια γυμνού οφθαλμού μέρος της κρίσης. Εκείνο που υποκρύπτεται είναι η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης του 1974 και του μοντέλου «ανάπτυξης», στηριγμένης σε δανεικά από το εξωτερικό και παντοειδείς κοινοτικές ενισχύσεις, το οποίο συνδέθηκε με το σύστημα αυτό. Η συμμετοχή της Ελλάδας ως ισότιμου εταίρου στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και μάλιστα στην εμπροσθο­φυλακή της, υπήρξε τις τελευταίες δεκαετίες ο κεντρικός άξονας της κυρίαρχης ιδεολογίας στον τόπο μας, το υποκατάστατο, κατά κάποιο τρόπο, της αείμνηστης Μεγάλης Ιδέας. Όπως το «όραμα της Ιωνίας» αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε τις δυνατότητες του ελληνισμού και οδήγησε στη μικρασιατική καταστροφή, έτσι και το ευρωπαϊκό όραμα αποδεικνύεται τώρα ότι υπερβαίνει τις δυνατότητες του μεταπολιτευ­τικού συστήματος και κινδυνεύει να μετατραπεί σε εφιάλτη.

ΙΙ. Η αναγκαιότητα της αναθεώρησης

Το πολιτικό μας σύστημα έχει επιφανειακή, θεσμική μόνο ομοιότητα προς εκείνα των άλλων κρατών - μελών της ευρωζώνης, τις οικονομίες των οποίων κλήθηκε να ανταγωνισθεί επί ίσοις όροις η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία, με τα γνωστά συντριπτικά αποτελέσματα. Το ελληνικό πολίτευμα είναι ένα παλίμψηστο. Κάτω από μια λεπτή συνταγματική επίστρωση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μετά βίας κρύβονται πραγματικές δομές φεουδαρχικού ή και απολυταρ­χικού χαρακτήρα. Ενδεικτικά μπορεί να επισημάνει κανείς το ογκώδες έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας και γενικότερα την ολοένα επιδεινούμενη αποθέσμιση ιδίως των «κομμάτων» εξουσίας, την κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων, την απουσία πρακτικού ελέγχου των χρηματικών ροών προς τα κόμματα και τους πολιτικούς, την ουσιαστική ποινική ασυδοσία των τελευταίων και την ισχυρή παρουσία πολιτικών δυναστειών σε όλα τα επίπεδα και κατεξοχήν στο κορυφαίο (του αρχηγού «κόμματος» εξουσίας και πρωθυπουργού). Ένα χαρακτηριστικό δείγμα, που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε κάπως τη διαφορά μας από τα ευρωπαϊκά δεδομένα, είναι η σύγκριση μεταξύ της κοινωνικής προέλευσης των δύο τελευταίων πρωθυπουργών μας (δηλαδή του σημερινού και του προκατόχου του, τρίτης και δεύτερης αντίστοιχα γενιάς γόνων των δύο κορυφαίων πολιτικών δυναστειών, που κυριαρχούν στον ελληνικό δημόσιο βίο τον τελευταίο μισό και πλέον αιώνα) και εκείνης των δύο τελευταίων ομοσπονδιακών καγκελαρίων της Γερμανίας (η Angela Merkel είναι θυγατέρα ιερέα από την πρώην Ανατολική Γερμανία, ενώ ο προκάτοχός της Gerhard Schroeder γιος στρατιώτη που σκοτώθηκε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο).
Ο δυναστισμός, εξάλλου, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου των διαπροσωπικών πελατειακών σχέσεων, πάνω στις οποίες είναι δομημένα το κράτος και η κοινωνία μας, με αποτέλεσμα να καθίσταται προσχηματική γενικότερα η λειτουργία των θεσμών. Το πελατειακό αυτό σύστημα, από τη φύση του αναξιοκρατικό και απαρχαιωμένο, συνιστά το κύριο ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Οι επαγγελματίες πολιτικοί έχουν αρχίσει εδώ και χρόνια να αποτελούν κάτι που μοιάζει με ιδιαίτερη κοινωνική τάξη και αρκετοί από αυτούς φαίνονται να διαμορφώνουν μια αντίστοιχη ταξική συνείδηση. Η τάξη αυτή εμφανίζει ημιφεουδαρχικά χαρακτηριστικά, είναι δηλ. το σημερινό αντίστοιχο της μεσαιωνικής τάξης των επαγγελματιών πολεμιστών - φεουδαρχών. Η πολιτική «τάξη» διατείνεται ότι προσωποποιεί τη δημοκρατία, εκπροσωπώντας τον λαό απέναντι στην κρατική εξουσία. Στην πραγματικότητα, όμως, και παρά την ύπαρξη αρκετών φωτεινών εξαιρέσεων, τα μέλη της στην πλειονότητά τους συμπεριφέρονται σαν ιδιοκτήτες της εξουσίας (και του δημόσιου χρήματος) και εκπρόσωποί της απέναντι στο θεωρητικά κυρίαρχο, αλλά πρακτικά υποταγμένο εκλογικό σώμα.


Η υποταγή αυτή επιτυγχάνεται με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτο, με τη σταδιακή οικοδόμηση επί δεκαετίες ολόκληρες ενός δαιδαλώδους συστήματος πελατειακών σχέσεων και προσωπικών εξυπηρετήσεων κάθε είδους. Και δεύτερο, με τον έλεγχο των διαπλεκόμενων μέσων μαζικής «ενημέρωσης» - επιβολής (ιδίως των μεγάλων, πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικών σταθμών), που προβάλλουν προνομιακά τα κόμματα εξουσίας, καταστρα­τηγώντας την επιταγή του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγ­ματος για αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων.
Το ελληνικό πρόβλημα ωστόσο δεν εντοπίζεται μόνο στα πρόσωπα, αλλά αφορά και τα κόμματα. Με αρκετή δόση υπεραπλούστευσης μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι στις λεγόμενες «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» υφίστανται δύο κύριοι ιδεότυποι πολιτικών, στον άξονα αριστεράς-δεξιάς. Ο ένας, που θα μπορούσε κάπως σχηματικά να ονομασθεί «αριστερή» πολιτική, είναι η επιβολή υψηλών φορολογικών και άλλων βαρών στις πιο εύπορες τάξεις, ώστε να χρηματοδοτηθούν μηχανισμοί κοινωνικής αναδιανομής υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων. Το μειονέκτημα είναι ότι έτσι μπορεί να προκληθούν φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, ύφεση και ανεργία. Ο άλλος είναι η «δεξιά» πολιτική, δηλαδή ο ταυτόχρονος περιορισμός φόρων και κοινωνικών παροχών. Το μειονέκτημα εδώ είναι ότι οι οικονομικά ασθενέστεροι είναι πάντα συντριπτικά περισσότεροι και, αν ξεπερασθούν κάποια όρια, η δυσαρέσκειά τους μπορεί να εκδηλωθεί με ανατρεπτικό τρόπο. Τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανίκανα να εφαρμόσουν με συνέπεια είτε «αριστερές» είτε «δεξιές» πολιτικές, υπό τον φόβο των μειονεκτημάτων αυτών. Έτσι προτιμούσαν έναν τρίτο δρόμο, τον δρόμο της ανευθυνότητας και της μετάθεσης των δύσκολων επιλογών στο μέλλον, μέσω του υπερδανεισμού, τον οποίο καθιστούσε για αρκετά χρόνια βατό η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη και η μυωπία τότε των κεφαλαι­αγορών. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η de facto απώλεια της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας και η ουσιαστική υποκατάσταση της ελληνικής κυβέρνησης από την περιβόητη «τρόικα».
Η ανάταξη της εθνικής οικονομίας και η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι εφικτή μόνο εφόσον αφυπνισθεί η ελληνική κοινωνία. Χρειαζόμαστε μια ανανέωση σε βάθος του πολιτικού σκηνικού, ώστε να επιτευχθεί ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός της χώρας, πολύ βαθύτερος από την μεταπολίτευση του 1974. Όλα αυτά αποτελούν βέβαια πρώτιστα ζήτημα πολιτικού πολιτισμού. Ωστόσο προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει μια ριζική συνταγμα­τική μεταρρύθμιση, μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος εντελώς διαφορετικής από τις προηγούμενες (του 1986, 2001 και 2008), η οποία θα αποσκοπούσε στην αναδόμηση της πολιτικής τάξης, των πολιτικών θεσμών και της δικαιοσύνης. Μια τέτοια αναθεώρηση θα έπρεπε να περιλάβει τουλάχιστον δώδεκα αλλαγές στο ισχύον Σύνταγμα.
 
ΙΙΙ. Έξι αλλαγές για την αναδόμηση της πολιτικής «τάξης»
 
Πρώτη αλλαγή θα έπρεπε να είναι η καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας, η υπέρβαση του οποίου θα συνεπάγεται αυτοδίκαια κώλυμα τόσο για την υποβολή νέας υποψηφιότητας όσο και για την εκλογή ως βουλευτή κάθε προσώπου που έχει υπερβεί ήδη το όριο αυτό (με σχετική προσθήκη νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 56 του Συντάγματος). Συζητήσιμο είναι το ακριβές ύψος του ορίου (ίσως κάπου μεταξύ 10 και 15 ετών) όπως και η τυχόν πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων για τους εν ενεργεία βουλευτές. Το κώλυμα τούτο θα έπρεπε πάντως να είναι απόλυτο (δηλ. να μην αίρεται με κανένα τρόπο για το υπόλοιπο του βίου) και γενικό (δηλ. να ισχύει για όλες τις εκλογικές περιφέρειες της χώρας)[14]. Θα μπορούσε έτσι να παρεμποδιστεί, σε κάποιον βαθμό, η «επαγγελματοποίηση» των πολιτικών και η μετατροπή τους σε μια ιδιαίτερη, ημίκλειστη κοινωνική κατηγορία, με οιονεί «αριστοκρατικά» χαρακτηριστικά. Η ιδέα αυτή δεν είναι βέβαια καινούρια. Από την εποχή της γαλλικής επανάστασης ο πρωτεργάτης της έννοιας της συντακτικής εξουσίας, Emmanuel Sieyès, είχε διαπιστώσει την αναγκαιότητα να συγκροτηθεί η αντιπροσωπευτική συνέλευση κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην υπάρχει περιθώριο να αναπτύξει συντεχνιακή νοοτροπία και να μην «εκφυλισθεί σε αριστοκρατία» (la néccesite de constituer l’ assemblée représentative elle-même sur un plan qui ne lui permette pas de se former un esprit de corps, et de dégénerer en aristocratie). Για τον λόγο αυτόν πρότεινε να μην είναι εκλόγιμοι εκ νέου οι αντιπρόσωποι του έθνους μετά τη λήξη της θητείας τους, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο ικανού χρόνου, ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών στα δημόσια πράγματα και να αποτρέπεται η ιδιοποίησή τους από έναν αριθμό οικογενειών[15]. Ακολουθώντας ένα παρεμφερές σκεπτικό το πρώτο γαλλικό Σύνταγμα του 1791 (τίτλος τρίτος, κεφάλαιο πρώτο, τμήμα ΙΙΙ, άρθρο 6) προέβλεψε ότι «τα μέλη του νομοθετικού σώματος μπορούν να επανεκλεγούν στο επόμενο και δεν μπορούν (να επανεκλεγούν) στη συνέχεια, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο μιας νομοθετικής (περιόδου)». Οι επαναστατικές αυτές ιδέες εγκαταλείφθηκαν αργότερα, με την επικράτηση πιο συντηρητικών επιλογών, αλλά δεν στερούνται πραγματικού αντικρίσματος. Πιο πρόσφατα εξάλλου, η 3η ευρωπαϊκή διάσκεψη κατά της διαφθοράς που συνήλθε το 1998 στη Μαδρίτη στα πλαίσια διαδικασιών του συμβουλίου της Ευρώπης πρότεινε ως ένα από τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της πολιτικής διαφθοράς τη θέσπιση γενικά χρονικών περιορισμών στην κατοχή δημόσιων αξιωμάτων.

Δεύτερη αλλαγή στο συνταγματικό μας κείμενο, σε συνέχεια και συμπλήρωση της προηγούμενης, θα έπρεπε να είναι η αναθεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 81, έτσι ώστε στο εξής κανείς να μη μπορεί να διοριστεί μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός, αν δεν είναι (εν ενεργεία) βουλευτής. Θα εξέλιπε έτσι το φαινόμενο των «δοτών» υπουργών και υφυπουργών, που καταλαμβάνουν τις θέσεις αυτές χωρίς να έχουν υποστεί επιτυχώς τη βάσανο της διεκδίκησης της λαϊκής ψήφου, με «απευθείας ανάθεση» από τον πρωθυπουργό - κομμα­τικό ηγεμόνα, και συνεπώς δεν εκφράζουν παρά μόνο την αυθαιρεσία του τελευταίου. Το κυριότερο όμως είναι ότι ο συνδυασμός του κωλύματος εκλογιμότητας, μετά τη συμπλήρωση ενός χρονικού ορίου βουλευτικής θητείας, με την απαγόρευση να διορισθεί μέλος της κυβέρνησης (άρα και πρωθυπουργός) όποιος δεν έχει τη βουλευτική ιδιότητα θα καθιστούσε πρακτικά ανέφικτη την πολυετή κατοχή του πρωθυπουργικού θώκου από το ίδιο πρόσωπο. Τούτο θα συνιστούσε στο εξής ογκώδες εμπόδιο για τη διαχρονική ταύτιση των κομμάτων εξουσίας με συγκεκριμένα πρόσωπα και/ή πολιτικές δυναστείες.
Παρενθετικά μπορεί να επισημανθεί εδώ ότι η παραπάνω σκέψη βρίσκεται στον αντίποδα προτάσεων για καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικού και υπουργικού αξιώματος, οι οποίες έχουν εισαχθεί στο παρελθόν στον δημόσιο διάλογο. Το επιχείρημα ότι ο βουλευτής-υπουργός καλείται να ελέγξει το έργο της κυβέρνησης όπου μετέχει και έτσι κρίνων και κρινόμενος ταυτίζονται ανεπίτρεπτα, παραβλέπει το γεγονός ότι στα περισσότερα κοινοβούλια της εποχής μας, και μεταξύ τους στο ελληνικό, υφίστανται σταθερές κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Συνεπώς εκ των πραγμάτων τον κύριο ρόλο στον κοινοβουλευτικό έλεγχο διαδραματίζει η κοινοβουλευτική μειοψηφία και όχι η πλειοψηφία. Γενικότερα άλλωστε αποτελεσματικός πολιτικά διαχωρισμός μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορεί, όπως αποδεικνύει η ιστορική εμπειρία, να επιτευχθεί παρά μόνο αν διαχωρισθεί και η νομιμοποιητική βάση τους, με την καθιέρωση διακριτών εκλογικών διαδικασιών (για την άμεση ανάδειξη από τον λαό αφενός των μελών του νομοθετικού σώματος και αφετέρου του αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας, που επιλέγει στη συνέχεια τους υπουργούς). Κάτι τέτοιο βρίσκεται όμως εκτός των ορίων της αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος, αφού η θεμελιώδης και μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 καθιερώνει το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής (και όχι προεδρικής ή έστω ημι-προεδρικής) δημοκρατίας.

Τρίτη προτεινόμενη αλλαγή είναι η κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στο σύνολό του. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναθέτουν αποκλειστικά στη Βουλή την πρωτοβουλία για τον καταλογισμό ποινικής ευθύνης στα μέλη της κυβέρνησης και τους υφυπουργούς για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά παρέκκλιση από τις ποινικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες και θα εφαρμόζονταν και για τους υπουργούς, αν δεν υφίστατο το άρθρο 86 Συντ. Υποτίθεται πως η παρεμβολή του νομοθετικού σώματος συνιστά «φραγμό στη δικαστικοποίηση της πολιτικής ζωής».
Ωστόσο θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι από την άποψη αυτή το άρθρο 86 παρ. 1 δεν προσθέτει τίποτε ουσιαστικό στην απορρέουσα ήδη από το ακαταδίωκτο του βουλευτή (άρθρο 62 παρ. 1 Συντ.) εγγύηση. Εάν ένας τέως υπουργός (αφού πρακτικά πρόκειται κυρίως για ευθύνη των τέως υπουργών) εξακολουθεί να μετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή, ώστε να τίθεται θέμα «δικαστικοποίησής» της, τότε κατά κανόνα θα έχει τη βουλευτική ιδιότητα και άρα θα απαιτούνταν οπωσδήποτε, αν δεν υπήρχε η ειδική ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ., η άδεια του κοινοβουλίου για τη δίωξή του. Εξάλλου εφόσον καταργηθούν οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί δεν θα τίθεται θέμα προστασίας πέρα από τα όρια του ακαταδίωκτου του βουλευτή.

Η τέταρτη αλλαγή θα έπρεπε να είναι η περιστολή του ακαταδίωκτου του βουλευτή, η εφαρμογή του οποίου έχει οδηγήσει στην πράξη σε πλήρη ποινική ασυδοσία, αφού η Βουλή δεν παρέχει σχεδόν ποτέ άδεια δίωξης, ακόμη και για αξιόποινες πράξεις καταφανώς άσχετες με την πολιτική δραστηριότητα των μελών της. Τούτο είχε ως συνέπεια καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο των εκάστοτε αντιδίκων των βουλευτών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ένα αντίδοτο εδώ θα μπορούσε να είναι η προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 62 του Συντάγματος, περίπου κατά το πρότυπο του άρθρου 57 του αυστριακού Συντάγματος. Το τελευταίο καθιερώνει, στην παρ. 2, τον γενικό κανόνα του ακαταδίωκτου των μελών της αυστριακής Εθνοσυνέλευσης για ποινικά αδικήματα αν δεν προηγηθεί άδεια του σώματος, αλλά κατ’ εξαίρεση η παρ. 3 επιτρέπει στις αρμόδιες (εισαγγελικές) αρχές την άσκηση δίωξης χωρίς τέτοια άδεια όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που καταφανώς στερείται κάθε συνδέσμου (offensichtlich in keinem Zusammenhang steht) με την πολιτική δραστηριότητά τους. Παρέχεται ωστόσο στον κατηγορούμενο και σ’ αυτή την περίπτωση η δυνατότητα να ζητήσει από την Εθνοσυνέλευση να αποφανθεί αντίθετα. Επιπρόσθετα θα μπορούσε να προβλεφθεί στο άρθρο 62 του Συντάγματος ότι η Βουλή αποφασίζει πάντοτε με ονομαστική ψηφοφορία, κι όχι απλώς με ανάταση χεριού ή έγερση και κατ’ εξαίρεση ονομαστικά, όπως προβλέπεται σήμερα (άρθρο 83 παρ. 7 Κώδικα Κανονισμού της Βουλής- Κοινοβ. Μέρος), προκειμένου οι βουλευτές να επιβαρύνονται ατομικά, κατά τον πλέον πανηγυρικό τρόπο, με το πολιτικό κόστος αρνήσεων παροχής της άδειας με συντεχνιακά κριτήρια.

Το πέμπτο σημείο μιας συνταγματικής αναθεώρησης με στόχο τη ριζική μεταβολή του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος θα ήταν η καταπολέμηση του φαινομένου της κατ’ ουσία εξαγοράς βουλευτικών εδρών από υποψήφιους που δαπανούν υπέρογκα χρηματικά ποσά στην προεκλογική τους εκστρατεία. Οι σχετικές διατάξεις των εδ. γ΄ και δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. έχουν καταστεί ανενεργές στην πράξη, αφού το προβλεπόμενο ειδικό όργανο, δηλ. η μικτή (από βουλευτές και δικαστές) επιτροπή του άρθρου 11 ν. 3023/2002 δεν ανταποκρίνεται στην αποστολή του[23] και δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή, για αντικειμενικούς λόγους (πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών μελών, έλλειψη ειδικών γνώσεων και μη αποκλειστική απασχόληση των μελών, ανυπαρξία εξειδικευμένου βοηθητικού - ελεγκτικού προσωπικού). Έστω όμως κι αν η επιτροπή ανασυγκροτηθεί και καταστεί λειτουργικότερη με πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη, δεν αποτελεί επαρκή εγγύηση για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών χιλιάδων υποψηφίων βουλευτών. Θα έπρεπε συνεπώς να προβλεφθεί, με την προσθήκη σχετικής νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 57 του Συντάγματος, η δυνατότητα υποβολής ένστασης από όποιον έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με απόφαση του τελευταίου, εφόσον ο βουλευτής έχει υπερβεί το νομοθετικά καθοριζόμενο όριο εκλογικών δαπανών.

Έκτο σημείο είναι η εξαφάνιση, πέρα από τους «δοτούς» υπουργούς, και των «δοτών» βουλευτών, δηλαδή η κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 54 Συντ. και του θεσμού των βουλευτών «επικρατείας». Η ύπαρξη βουλευτών δύο ταχυτήτων ενισχύει τα ηγεμονικά καθεστώτα μέσα στα πολιτικά κόμματα, αφού στην πράξη η κατάρτιση του ψηφοδελτίου «επικρατείας» αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του αρχηγού του κόμματος και, στην περίπτωση των κομμάτων εξουσίας, καταλήγει σε απευθείας ανάθεση βουλευτικού αξιώματος σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του. Συνεπώς η κατάργηση των βουλευτών Επικρατείας μπορεί να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού μας συστήματος. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο μοναδικός δημοκρατικά θεμιτός τρόπος ανάδειξης των προσώπων που στελεχώνουν το κοινοβούλιο είναι η ψήφος (σταυρός) ατομικής προτίμησης (άρθρο 65 της κωδικοποιημένης εκλογικής νομοθεσίας). Διεθνώς υφίσταται ποικιλία εκλογικών συστημάτων, τα οποία συνδυάζουν με διάφορους τρόπους τη δυνατότητα του ψηφοφόρου να επιλέξει μεταξύ τόσο κομμάτων όσο και προσώπων στις βουλευτικές εκλογές. Τέτοιο είναι, μεταξύ άλλων, το ισχύον στις εκλογές για την ανάδειξη της γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag) σύστημα, αφού εκεί προβλέπεται διαδικασία προκριματικών (εσωκομματικών) εκλογών υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο, ενώ περαιτέρω περιθώριο επίδρασης στη συγκρότηση της Ομοσπονδιακής Βουλής, σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα, παρέχει κατ’ αποτέλεσμα στους ψηφοφόρους η διπλή ψήφος, σε μονοεδρικές και πολυεδρικές περιφέρειες. Από τα όσα έχουν δει πάντως το φως της δημοσιότητας σε σχέση με προθέσεις του κοινού νομοθέτη να καταργήσει την ψήφο προτίμησης και να εισάγει ένα νέο εκλογικό σύστημα, κατά το πρότυπο, υποτίθεται, του γερμανικού, συνάγεται ότι θα πρόκειται μάλλον για ένα σύστημα ουσιωδώς διαφορετικό, το οποίο θα ενέχει σοβαρό κίνδυνο θεσμοποίησης και ολοκλήρωσης της εσωκομματικής ηγεμονίας, με την απώλεια κάθε πραγματικής πολιτικής οντότητας των βουλευτών.
 
ΙV. Τρεις αλλαγές για τον εκδημοκρατισμό των πολιτικών θεσμών

Οι έξι παρεμβάσεις στον θεμελιώδη νόμο της χώρας, οι οποίες προτάθηκαν παραπάνω, αναφέρονται κυρίως στο πολιτικό προσωπικό. Ριζική μεταρρύθμιση χρειάζεται όμως και στους πολιτικούς θεσμούς και στο ζήτημα αυτό αναφέρονται οι επόμενες τρεις (συν μία) προτάσεις.

Η έβδομη, από τις συνολικά δώδεκα, προτεινόμενη αλλαγή αφορά την καρδιά του πολιτικού συστήματος, τα πολιτικά κόμματα. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, τα περισσότερα από αυτά, και ιδίως τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο διακρίνονται για το έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας, αλλά και γενικότερα βρίσκονται σε πορεία αποθέσμισης (αφού τα καταστατικά τους εφαρμόζονται επιλεκτικά και πάντως όχι σε ό,τι αφορά τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και έτσι προσλαμβάνουν προσχηματικό χαρακτήρα[27]). Το κομβικό αυτό ζήτημα δεν μπορεί βέβαια να αντιμετωπισθεί ούτε αποκλειστικά ούτε καν κατά κύριο λόγο με συνταγματικές ή νομοθετικές ρυθμίσεις, αφού η οργά­νωση και λειτουργία των κομμάτων αντανακλά προεχόντως τον πολιτικό πολιτισμό μιας χώρας. Εξάλλου η επιβολή «της» εσωκομμα­τικής δημοκρατίας με κανόνες θεσπισμένους από το κράτος προσκρούει στο γεγονός ότι υπάρχουν περισσότερες της μιας θεωρήσεις για την έννοια της δημοκρατίας, ενώ εγγενείς δυσχέρειες υφίστανται και ως προς την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων για την ενδεχόμενη «παρεκβατική» αντίληψη ενός κόμματος περί δημοκρατίας. Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα η εσωκομματική δημοκρατία πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη (στο άρθρο 29 παρ. 1 εδ. α΄ Συντ.) αρχή, παραπληρωματικά προς την αρχή της μη επέμβασης του κράτους στα εσωτερικά των κομμάτων[28]. Ενόψει όμως και του μονόπλευρου προσανατολισμού της ελληνικής νομολογίας προς τη μη-επέμβαση[29], η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας χρειάζεται σαφέστερη και πληρέστερη κατοχύρωση. Ευκταίο μάλιστα θα ήταν τούτο να συνοδευτεί και με ρητή συνταγματική μνεία για τα καταστατικά των κομμάτων, αφού μέσω εκείνων ακριβώς μπορεί και πρέπει να εκφρασθεί η αντίληψη καθενός κόμματος για τη δημοκρατία και τη λειτουργία της στο εσωτερικό του, με την έννοια και της ανάληψης σχετικής αυτοδέσμευσης. Συνεπώς το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των οποίων οφείλει να ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως εξειδικεύονται στο καταστατικό καθενός από αυτά».
Εξίσου σοβαρό με την έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας και την αποθέσμιση των κομμάτων είναι το θέμα της αδιαφάνειας στην οικονομική τους διαχείριση. Από τους δημοσιευμένους ισολογι­σμούς τους προκύπτει ότι τα κόμματα, και ιδίως τα δύο μεγάλα, συντηρούνται χάρη στην κρατική επιχορήγηση και στα τραπεζικά δάνεια (κυρίως από την υπό κρατικό έλεγχο Αγροτική Τράπεζα) με εγγύηση τις επιχορηγήσεις των επόμενων ετών, ενώ οι φανερές εισφορές των μελών και φίλων τους καλύπτουν ασήμαντο μέρος των δαπανών τους. Πέρα από τα δηλωμένα έσοδα - έξοδα βέβαια είναι κοινό μυστικό ότι υπάρχουν μεγάλου ύψους αφανείς χρηματοδοτήσεις προς τα κόμματα από τον επιχειρηματικό κόσμο και αντίστοιχες αφανείς δαπάνες.
Σε μια δημοκρατία κάπως αντάξια του ονόματός της τα κόμματα οφείλουν να είναι οργανισμοί μέσω των οποίων η κοινωνία ελέγχει την εξουσία, πρώτιστα την πολιτική και κατ’ επέκταση και την οικονομική (αφού ο νομοθέτης θεσπίζει το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας). Στην πραγματικότητα όμως στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίστροφο: Τα κόμματα εξουσίας είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών και τα διαπλεκόμενα με αυτήν ιδιωτικά συμφέροντα επιβάλλουν τον έλεγχό τους στην κοινωνία. Γι’ αυτό και η χρηματοδότησή τους προέρχεται κατά μικρό μέρος από την κοινωνία, δηλαδή από τις φανερές συνεισφορές φίλων και μελών, και κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος από το κράτος και την ολιγαρχία των «αφανών» χρηματοδοτών. Η προνομιακή πρόσβασή τους στις δύο τελευταίες πηγές χρήματος τους παρέχει τεράστιο οργανωτικό πλεονέκτημα απέναντι σε οποιον­δήποτε νέο σχηματισμό θα μπορούσε να εκφράσει με πιο αυθεντικό τρόπο την κοινωνία.
Ο εκδημοκρατισμός της χώρας προϋποθέτει την επιβολή διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων, με κατάλληλες ρυθμίσεις στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας (π.χ. απαγόρευση κάθε συναλλαγής σε μετρητά και διοχέτευση όλων των χρηματικών ροών καθενός σε αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό, ονομαστικές μόνο συνεισφορές φίλων και μελών όχι ανώτερες ενός συγκεκριμένου ποσού σε ετήσια βάση κ.ά.). Η κύρωση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης κάποιου κόμματος προς τις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι η διάλυσή του ή η απαγόρευση των συνδυασμών του στις βουλευτικές εκλογές, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντιδημοκρατικό εξουσιαστικό περιορισμό του πολιτικού πλουραλισμού. Η κύρωση θα μπορούσε όμως να είναι η στέρηση ενός μέρους ή και ολόκληρης της κρατικής χρηματοδότησης του «παραβατικού» κόμματος. Σε συνέχεια συνεπώς της αναθεώρησης της παρ. 1 του άρθρου 29, θα ήταν χρήσιμο[32] να διευκρι­νισθεί στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι δικαίωμα στην κρατική ενίσχυση δεν έχουν όλα τα κόμματα αδιακρίτως. Ειδικότερα το εδ. α΄ της παραγράφου αυτής θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Κόμματα που συμμετέχουν στις βουλευτικές εκλογές έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει, εφόσον ανταποκρίνονται στις εγγυήσεις διαφάνειας του επόμενου εδαφίου». Παράλληλα χρειάζεται να ενισχυθούν οι εγγυήσεις αυτές από διαδικαστική άποψη με την ανάθεση του ελέγχου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αντί της αποδε­δειγμένα αναποτελεσματικής μικτής επιτροπής (βουλευτές - δικαστικοί λειτουργοί) του εδ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. (και του άρθρου 21 ν. 3023/2002). Το εδάφιο αυτό δεν έχει συνεπώς λόγο ύπαρξης και πρέπει να καταργηθεί και αντικατασταθεί με σχετική προσθήκη στο άρθρο 98 Συντ., όπως εκτίθεται παρακάτω (V). Ταυτόχρονα βέβαια πρέπει να απαλειφθούν οι τελευταίες οκτώ λέξεις του προηγούμενου εδαφίου γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 29 («με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου»).

Η όγδοη σκέψη αλλαγής αφορά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος και τον θεσμό του δημοψηφίσματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την προκήρυξη δημοψηφίσματος σύμφωνα με την παραπάνω συνταγματική διάταξη έχουν καταστρωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε πρακτικά σχεδόν να αποκλείεται η διεξαγωγή του, ειδικά μάλιστα μετά την αναθεώρηση του 1986[33]. Και τούτο διότι η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (απόλυτη αν πρόκειται για κρίσιμο εθνικό θέμα, κατά το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 44, και τριών πέμπτων, αν πρόκειται για ψηφισμένο νομοσχέδιο, κατά το εδ. β΄ της ίδιας), στις οποίες ανήκει πια η σχετική πρωτοβουλία και απόφαση, σχεδόν ποτέ δεν θα εύρισκαν λόγο να προκηρύξουν δημοψήφισμα, αφού έτσι ουσιαστικά θα εκχωρούσαν μέρος της εξουσίας τους. Ο θεσμός μπορεί και πρέπει να αναμορφωθεί έτσι ώστε να αποτελέσει πραγματικό αντίβαρο στην εξουσία αυτή και όργανο ελέγχου της από το εκλογικό σώμα[34]. Ως πηγή έμπνευσης για μια παρόμοια αναμόρφωση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η παράγραφος 42 του Συντάγματος της Δανίας, που προβλέπει την πρόκληση αρνητικού νομοθετικού δημοψηφίσματος ως δικαίωμα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας[35]. Αν και η δανική ρύθμιση είναι υπερφορτωμένη με περιττές για συνταγματικό κείμενο λεπτομέρειες, η κεντρική της ιδέα οδηγεί, δυνητικά τουλάχιστο, στην τόνωση της δημοκρατικής συνιστώσας του πολιτεύματος. Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι προκηρύσσεται δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο, εφόσον υποβληθεί σχετική γραπτή αίτηση από τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών της Βουλής (Folketing) μέσα σε μια σύντομη προθεσμία (τρεις εργάσιμες ημέρες από την ψήφισή του). Το νομοσχέδιο απορρίπτεται αν καταψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία όσων προσέλθουν στις κάλπες και εφόσον αυτοί δεν είναι λιγότεροι από το 30% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Αποκλείεται πάντως η υποβολή στη δοκιμασία αυτή του προϋπολογισμού, φορολογικών και συνταξιο­δοτικών νομοσχεδίων κ.ά. Ακόμη πιο προχωρημένο, προς την κατεύ­θυνση της εισαγωγής στοιχείων άμεσης δημοκρατίας, είναι το άρθρο 75 του ιταλικού Συντάγματος[36], όπου προβλέπεται η διεξαγωγή καταργη­τικού νομοθετικού δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία (όταν δηλ. ζητηθεί η κατάργηση νόμου, ή άλλης πράξης με ισχύ νόμου, από τουλάχιστον 500.000 ψηφοφόρους), και εκεί με την εξαίρεση ορισμένων αντικειμένων (φορολογικοί νόμοι, κύρωση διεθνών συμβάσεων κ.ά.). Η παρ. 4 του άρθρου 75 απαιτεί τη συμμετοχή της (απόλυτης) πλειοψηφίας όσων έχουν το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα και τη θετική ψήφο της (απόλυτης) πλειοψηφίας τους για την αποδοχή του ερωτήματος που τους τέθηκε (δηλ. για την κατάργηση του προσβαλλό­μενου νόμου). Το «προτέρημα» των νομοθετικών δημοψηφισμάτων, είτε εγγύτερα στη δανική είτε στην ιταλική εκδοχή, είναι ότι το ερώτημα είναι προκαθορισμένο, κατά κάποιο τρόπο, από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία ψήφισε το νομοσχέδιο ή το νόμο και δεν τίθεται αυθαίρετα από τους βουλευτές (συνήθως της αντιπολίτευσης) ή τους εκλογείς που υπογράφουν την αίτηση. Διασφαλίζεται έτσι μια εύλογη ισορροπία μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, με τελικό κριτή τον κυρίαρχο λαό.

Η ένατη αλλαγή που θα μπορούσε να συνεισφέρει προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού της ελληνικής πολιτείας θα ήταν η αναθεώρηση του εδ. στ΄ της παρ. 5 του άρθρου 74 Συντ. («σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή»). Το εδάφιο αυτό αδρανοποιεί ουσιαστικά την περιεχόμενη στα εδ. β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου απαγόρευση εισαγωγής για συζήτηση στη Βουλή νομοσχεδίων τα οποία περιέχουν διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους και περαιτέρω άσχετων με το τελευταίο προσθηκών ή τροπολογιών, αφού αναθέτει την κρίση (μόνο) στη Βουλή. Αποκλείει έτσι έμμεσα τον δικαστικό έλεγχο, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη άσχετων με το κύριο αντικείμενο του νόμου διατάξεων συνιστά πρόδηλα θέμα αναγόμενο στο περιεχόμενο του τελευταίου (και με την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 93 Συντ.), και όχι στα interna corporis του νομοθετικού σώματος. Η συνέπεια είναι ότι οι περισσότεροι νόμοι βρίθουν από άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους διατάξεις, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πειθήνια αποδέχεται τα κυβερνητικά νομοσχέδια και συχνά τα επιβαρύνει με άσχετες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής προερχό­μενες από τους βουλευτές. Η άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας προσλαμβάνει έτσι ενίοτε χαρακτηριστικά αδιαφάνειας και σπασμω­δικής αντίδρασης σε αιτήματα και πιέσεις διαφόρων ειδικών συμφε­ρόντων[37]. Η θεραπεία θα μπορούσε να είναι η αντικατάσταση του εδαφίου στ΄ με τη ρητή μνεία ότι η παράβαση των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 74 Συντ. υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο για νόμους ψηφισμένους μετά τη (μελλοντική) αναθεώρηση του Συντάγματος.

V. Τρεις αλλαγές στην οργάνωση της δικαιοσύνης

Πέρα από τις παθογένειες της πολιτικής «τάξης» και των πολιτικών θεσμών, η χώρα μας εξακολουθεί να υποφέρει και από ό,τι διαπρεπής θεωρητικός είχε προσφυώς ονομάσει πριν από αρκετά χρόνια «το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου»[38]. Ζητήματα αιχμής αποτελούν εδώ το έλλειμμα εσωτερικής ιδίως δικαστικής ανεξαρτησίας και το αναποτελεσματικό σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Η δέκατη επιμέρους παρέμβαση στο ισχύον συνταγματικό κείμενο θα έπρεπε λοιπόν να είναι η αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος. Θα ήταν χρήσιμη η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στην παρ. 5, με την οποία να διευκρινίζεται ότι δεν επιτρέπεται η θέσπιση περισσότερων της μιας ή δύο θέσεων αντιπροέδρου σε καθένα από τα τρία ανώτατα δικαστήρια. Ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων δεν εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες των τελευταίων, παρά μόνο την επιδίωξη των κυβερνώντων να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στη δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας συχνότερα το δέλεαρ της προαγωγής στις θέσεις εκείνες. Τα τμήματα των δικαστηρίων αυτών θα μπορούσαν να τελούν υπό την προεδρία του αρχαιότερου μέλους τους. Οξύ είναι ωστόσο το γενικότερο πρόβλημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας, ιδίως για την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 90 του Συντάγματος έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι, χωρίς να διασφαλίζει την αξιοκρατία, οδηγεί στον ασφυκτικό έλεγχο της δικαιοδοτικής συμπεριφοράς των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τον Άρειο Πάγο. Έτσι όμως τα ηλικιωμένα μέλη του τελευταίου, που για τον λόγο αυτόν εμφορούνται συνήθως στην πλειοψηφία τους από συντηρητικές νομικές και κοινωνικές αντιλήψεις, επηρεάζουν υπέρμετρα την απονομή της δικαιοσύνης. Θα ήταν επομένως χρήσιμη η αναθεώρηση των παραπάνω διατάξεων, κατά τρόπο ώστε να δοθεί στον κοινό νομοθέτη, ενδεχομένως με ειδικές προϋποθέσεις (π.χ. νόμος εφάπαξ εκδιδόμενος και ψηφισμένος με αυξημένη, πέρα και από την απόλυτη, πλειοψηφία), η δυνατότητα να θεσπίσει ένα, δεσμευτικό για τα κρίνοντα όργανα (ανώτατο δικαστικό συμβούλιο ή ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου), σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων τουλάχιστον για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις δικαστών και εισαγγελέων.

Η ενδέκατη αλλαγή θα ήταν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παρα­πάνω (IV) η προσθήκη νέας περίπτωσης η΄ στην παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος, με την οποία να συμπεριληφθεί στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων. Εξυπακούεται ότι, προκειμένου να έχει νόημα η προσθήκη αυτή θα πρέπει ο αρμόδιος σχηματισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου να υποστηριχθεί από εξειδικευμένο επιστημονικό υπαλληλικό προσωπικό και γενικότερα τη σχετική οργανωτική υποδομή.

Η δωδέκατη ενδεδειγμένη αλλαγή είναι η ενίσχυση της συνταγμα­τικής νομιμότητας με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το υφιστάμενο σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, με καταγωγή από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αποτελεί προφανή αναχρονισμό. Πρέπει και στη χώρα μας να αντιληφθούμε ότι η συνέχιση της ύπαρξης ενός αντισυνταγματικού νόμου, μετά τη δικαστική διάγνωση της αντισυνταγματικότητας αυτής, αποτελεί μείζονα ανωμαλία, υπονομευτική της όλης έννομης τάξης, καθώς και ότι τα συνταγματικά δικαιοδοτικά έργα είναι δυσβάστακτα για τα χωρίς ειδίκευση δικαστήρια. Χρειαζόμαστε επομένως ένα ειδικό συνταγματικό δικαιοδοτικό όργανο, ανάλογο εκείνων που λειτουργούν με επιτυχία εδώ και δεκαετίες στη μεγάλη πλειονότητα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών (όπως τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Γερμανίας, Ιταλίας και Ισπανίας, το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας κ.λ.π.). Αυτό πρέπει να έχει μόνιμη σύνθεση, από μέλη μακράς θητείας και αποκλειστικής απασχόλησης, εκλεγμένα με αυξημένη πλειοψηφία κυρίως από τη Βουλή, και να διαθέτει, εκτός από τις σημερινές αρμοδιότητες του ΑΕΔ, και την αρμοδιότητα ακύρωσης αντισυνταγματικής διάταξης νόμου, ύστερα από παραπομπή από οποιοδήποτε δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια διάταξη, κρίσιμη για τη διάγνωση επίδικης διαφοράς, είναι αντισυνταγματική. Ευκταίο θα ήταν επίσης να του ανατεθεί η δικαιοδοτική επίλυση διαφορών σχετικών με το κύρος της εκλογής και των ρυθμιστικών διαταγμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας[39].

VI. Η ανέφικτη αναθεώρηση

Μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την περαιτέρω διολίσθηση προς τον εκφεουδαρχισμό του ελληνικού δημόσιου βίου θα έπρεπε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δώδεκα σημεία που προαναφέρθηκαν (άρθρα 29, 44, 54, 56, 57, 62, 74, 81, 86, 90, 98, 100). Χρήσιμη, αν και όχι άμεσα αναγκαία, για την επίτευξη του ίδιου στόχου και γενικότερα για την προσαρμογή του Συντάγματός μας στα δεδομένα της εποχής μας, θα ήταν η επέκτασή της και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως στο άρθρο 3 προκειμένου να επιτευχθεί ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους, στο άρθρο 48 ώστε να καταργηθεί ή να συρρικνωθεί δραστικά ο πρόσφορος σε καταχρήσεις θεσμός της κατάστασης πολιορκίας, στο άρθρο 21, προκειμένου να κατοχυρωθεί ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για όσους δεν είναι ικανοί για εργασία και στερούνται οικονομικών πόρων κ.ά.
Όλα αυτά βέβαια αποτελούν, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον, απλά σχέδια επί χάρτου. Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένει κανείς από το πολιτικό μας σύστημα μια συνταγματική αναθεώρηση που θα συνέβαλε στην υπέρβασή του. Από την άλλη πλευρά, τις τάσεις εκφεουδαρχισμού της πολιτικής δεν τις τροφοδοτεί βέβαια το Σύνταγμα, αλλά οι πραγματικές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Αν αυτές μπορέσουν να αναταχθούν, μεταξύ άλλων με την επικράτηση δημοκρατικά οργανωμένων κομμάτων αρχών, με την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού χωρίς κληρονόμους, δοτούς, αγοραστές κ.ο.κ., τότε μια συνταγματική αναθεώρηση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά θα ερχόταν απλώς να επιβεβαιώσει τον συντελεσμένο στην πράξη εκδημοκρατισμό.
Το ζητούμενο για την κοινωνία μας είναι να αντικαταστήσει τις σημερινές ιεραρχικού-φεουδαρχικού τύπου πελατειακές πυραμίδες με θεσμοποιημένους πολιτικούς οργανισμούς, οι οποίοι θα αντιπροσωπεύουν την κοινωνία έναντι του κράτους και όχι το αντίστροφο.
Το ζητούμενο είναι ακόμη να τερματιστεί η αναπαραγωγή μιας ημίκλειστης τάξης επαγγελματικών της πολιτικής και να διαχωριστεί η δημόσια - πολιτική από την ιδιωτική - οικονομική εξουσία.
Το ζητούμενο τελικά είναι να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από ένα πολιτικό σύστημα επιφανειακά μόνο δημοκρατικό, όπως αυτό που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, σε ένα νέο και περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και κυρίως των κομμάτων.
http://www.constitutionalism.gr/html/ent/056/ent.2056.asp