Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω ἰσχυρὰν δεξιὰν καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω πλεξίδα τῶν τυράννων δολιοφρόνων . . . . καίω τῆς δεισιδαιμονίας τὸ βαρὺ βάκτρον. [Ἀν. Κάλβος]


******************************************************
****************************************************************************************************************************************
****************************************************************************************************************************************

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

****************************************************************************************************************************************

TO SALUTO LA ROMANA

TO SALUTO  LA ROMANA
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
****************************************************************************************************************************************

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

ΕΥΡΗΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΣΟΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗΝ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΙΑΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΘΕΜΕΛΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΝΕΥΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΜΟΜΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟΥ ΔΑΚΤΥΛΟΥ! ΙΔΕ:
Οι γίγαντες της Αιγύπτου – Ανήκε κάποτε το δάχτυλο αυτό σε ένα «μυθικό» γίγαντα
=============================================

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

4 Φεβρουαρίου 2013

Β. Βιλιάρδος - Ο ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΟΣ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΣ


Ο ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΟΣ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΣ: Ίσως να έχει έλθει ο καιρός που πρέπει να πάψουμε να περιμένουμε τα πάντα από τους πολιτικούς - ίσως πρέπει οι πολίτες, αντιστρέφοντας τους όρους, να αναζητήσουν οι ίδιοι τις λύσεις των προβλημάτων τους, συμμετέχοντας ενεργά στα κοινά

«Θα ήταν καταστροφικό, εάν κάποτε το ίδιο το χρήμα μετατρεπόταν σε εμπόρευμα», έχει πει προφητικά ο Αριστοτέλης. «Είναι το τέλος της Δημοκρατίας, όταν δύο μόνο κόμματα, με ελάχιστες ουσιαστικά πολιτικές διαφορές μεταξύ τους, όπως και αν αποκαλούνται κάθε φορά, νέμονται και μονοπωλούν την εξουσία, αλληλοδιαδεχόμενα», θα συμπλήρωναν οι πολίτες, συνειδητοποιώντας τι ακριβώς συμβαίνει.  

Άρθρο

Σε παλαιότερες εποχές, το Κοινοβούλιο ήταν η αντιπολίτευση της εκάστοτε κυβέρνησης – αυτό δηλαδή που έκρινε και έλεγχε τα εκάστοτε πεπραγμένα της, έτσι ώστε, μεταξύ άλλων, να μην ξεφεύγουν από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις (η μη τήρηση των οποίων θα έπρεπε να είναι σοβαρότατο ποινικό αδίκημα).

Σήμερα, το Κοινοβούλιο δεν έχει πλέον το ρόλο που είχε κάποτε, με αποτέλεσμα ο έλεγχος της κυβέρνησης να έχει ανατεθεί στην εκάστοτε αντιπολίτευση – κυρίως δε στην αξιωματική.

Όταν όμως το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν διαφέρει σημαντικά από το κυβερνών κόμμα, μπορούμε αλήθεια να μιλάμε για πραγματικό έλεγχο;

Από την άλλη πλευρά έχουν οι πολίτες, σαν απλοί ψηφοφόροι, πραγματικές εναλλακτικές δυνατότητες διακυβέρνησης; Πόσο μάλλον όταν κατηγορούνται για συνυπευθυνότητα και συνενοχή, αφού αυτοί επιλέγουν κάθε φορά το κόμμα που τους κυβερνάει;

Σε σχέση με τα ερωτήματα αυτά, στις περισσότερες ανεπτυγμένες δημοκρατίες του πλανήτη ανταγωνίζονται για την εξουσία, μόνο δύο κόμματα: μία μεγάλη Δεξιά παράταξη και μία αντίστοιχα μεγάλη Αριστερά. Το ίδιο το εκλογικό σύστημα επηρεάζει την ιδιαιτερότητα αυτή, αφού ενισχύει συνήθως τα μεγάλα κόμματα, με διάφορους άμεσους και έμμεσους τρόπους.

Τα δύο βασικά κόμματα τώρα, στην προσπάθεια τους να αυξήσουν την εκλογική τους δύναμη, έτσι ώστε να ανέλθουν στην εξουσία, έχουν γίνει περισσότερο ρεαλιστικά, πραγματιστικά καλύτερα και λιγότερο ιδεαλιστικά. Έτσι λοιπόν έχουν αμβλύνει σε μεγάλο βαθμό τα άκρα τους – τόσο τα δεξιά, όσο και τα αριστερά.

Δηλαδή, από τη μία πλευρά έχουν αποστασιοποιηθεί από τις αμιγείς δεξιές ή αριστερές προεκτάσεις τους, ανάλογα με το κόμμα, ενώ από την άλλη επεκτείνονται και τα δύο προς το κέντρο - προς τους μετριοπαθείς και συνήθως αναποφάσιστους ψηφοφόρους, οι οποίοι ουσιαστικά αποφασίζουν ποιος θα κερδίσει την πλειοψηφία στις εκάστοτε εκλογές.

Ακριβώς για το λόγο αυτό έχει πάψει πλέον να υπάρχει η παραδοσιακή κεντρώα παράταξη σε πολλές χώρες – αφού οι ψηφοφόροι της έχουν οδηγηθεί στις, μετριοπαθείς πια, μεγάλες παρατάξεις είτε της Δεξιάς, είτε της Αριστεράς.

Ίσως λοιπόν να είναι αυτός ο κρίκος που λείπει από το πολιτικό σύστημα – εάν θεωρήσουμε πως υπάρχει ανάγκη ύπαρξης του.Αυτός δηλαδή που πιστεύει στην πραγματικά φιλελεύθερη πολιτική, μακριά από το νεοφιλελευθερισμό, καθώς επίσης στη μικτή οικονομία – μακριά από την κεντρικά κατευθυνόμενη.    

Εκτός των δύο τώρα αυτών κομμάτων εξουσίας, υπάρχει η παραδοσιακή Αριστερά, το κομμουνιστικό κόμμα δηλαδή, καθώς επίσης η «εθνικοσοσιαλιστική» κατά κάποιον τρόπο δεξιά – παρατάξεις οι οποίες πιστεύουν στην κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία, η οποία δεν μπορεί να προκύψει μέσα από δημοκρατικές εκλογές, αλλά μόνο με επανάσταση ή πραξικόπημα.

Όλα τα υπόλοιπα κόμματα είναι υποομάδες των κεντρικών – ενώ προκύπτουν συνήθως είτε από πολιτικούς, οι οποίοι διαφωνούν με τις παρατάξεις που ανήκαν προηγουμένως, είτε από εγωκεντρικά, φιλόδοξα άτομα, με ιδιοτελείς επιδιώξεις.    

Η εξέλιξη τώρα κάποιων κομμουνιστικών κομμάτων στον ονομαζόμενο «κρατικό καπιταλισμό», όπως αυτός της Κίνας, ο οποίος οικονομικά δεν διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από τον εθνικοσοσιαλισμό, έχοντας μερκαντιλιστικές καπιταλιστικές δομές, είναι κάτι που σίγουρα θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον. 

Περαιτέρω στις δημοκρατίες, τα δύο μετριοπαθή πια κόμματα εξουσίας, η ήπια Δεξιά και η συμβατική ή ανανεωτική Αριστερά, εκπροσωπούν τυπικά τη φιλελεύθερη, μικτή Οικονομία – στην οποία τόσο το κράτος, όσο και οι ιδιώτες έχουν στην ιδιοκτησία τους διάφορες επιχειρήσεις (το κράτος συνήθως τις κοινωφελείς, τις μονοπωλιακές κερδοφόρες, καθώς επίσης τις στρατηγικές).

Σε ορισμένες περιπτώσεις βέβαια, κάτω από συνθήκες έκτακτης ανάγκης, οι οποίες προκαλούνται σκόπιμα, υιοθετούν τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή – σύμφωνα με την οποία τα πάντα πρέπει να ανήκουν σε «θεοποιημένους» ιδιώτες. Για την επιβολή της συγκεκριμένης πολιτικής θεωρείται σήμερα προτιμότερη η συμβατική Αριστερά – αφού τότε οι πολίτες αντιδρούν λιγότερο.

Ολοκληρώνοντας, το ότι δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας το καταλαβαίνουν οι ψηφοφόροι πάντοτε μετά τις εκλογές – όπου δυστυχώς σπάνια τηρούνται οι προεκλογικές δεσμεύσεις ή μένουν πιστά στην ιδεολογία τους.  

Η ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ     

Μεταξύ των δύο μετριοπαθών κομμάτων εξουσίας, υφίστανται παραδοσιακά τουλάχιστον τέσσερις βασικές διαφοροποιήσεις– οι οποίες χρησιμεύουν «εναλλακτικά» για την αντιμετώπιση των εκάστοτε κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων:

(α)  Η Δεξιά εμπιστεύεται περισσότερο τις δυνάμεις της αγοράς, προτιμά την ιδιωτική κατανάλωση για την ανάπτυξη από τις δημόσιες επενδύσεις, κάνει ελάχιστες σκέψεις σχετικά με τις εισοδηματικές ανισορροπίες, ενώ είναι περισσότερο εθνικιστική και λιγότερο αισιόδοξη, όσον αφορά τις διεθνείς συνεργασίες.

(β)  Αντίθετα, η Αριστερά πιστεύει στην κρατική ρύθμιση και στον έλεγχο των αγορών εκ μέρους του δημοσίου, στις δημόσιες επενδύσεις, στη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, ενώ είναι πιο πρόθυμη για διεθνείς συνεργασίες – ειδικά όσον αφορά τα θέματα περιβάλλοντος, εργασίας κλπ.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές όμως έχουν σε μεγάλο βαθμό αμβλυνθεί – με τη Δεξιά, ειδικά μετά την πρόσφατη κρίση, να μην εμπιστεύεται τόσο τις αγορές, καθώς επίσης με την Αριστερά να μην εμπιστεύεται απόλυτα τον κρατικό μηχανισμό, σε σχέση με τη ρύθμιση και τον έλεγχο των αγορών. Το ίδιο συμβαίνει και σε όλα τα άλλα επίπεδα, με αποτέλεσμα να αναφερόμαστε πλέον σε έναν κατά κάποιον τρόπο μονοπρόσωπο, μονοδιάστατο ή μονοσήμαντο δικομματισμό.

 

Απλούστερα, υπάρχουν μόνο δύο οικονομικά συστήματα: ο καπιταλισμός (ελεύθερη αγορά) και ο κομμουνισμός (κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας). Τα αντίστοιχα πολιτικά συστήματα είναι η Δημοκρατία για τον καπιταλισμό, καθώς επίσης ο Απολυταρχισμός (ολοκληρωτισμός) για τον κομμουνισμό (ο εθνικοσοσιαλισμός ή κρατικός καπιταλισμός αποτελεί ένα ιδιότυπο «μίγμα» των δύο παραπάνω, επιτρέποντας την ελεύθερη λειτουργία των επιχειρήσεων, σε κρατικά ελεγχόμενο περιβάλλον).

Όλα τα κόμματα τώρα, τα οποία πιστεύουν στη φιλελεύθερη, κοινοβουλευτική δημοκρατία, Αριστερά ή Δεξιά, είναι ουσιαστικά καπιταλιστικές παραλλαγές - με μεγαλύτερο ή μικρότερο δημόσιο τομέα, με αναβαθμισμένο ή περιορισμένο κοινωνικό κράτος, με καλύτερη ή χειρότερη αναδιανομή εισοδημάτων, με την εξουσία στα χέρια των ιδιωτικών μονοπωλίων (νεοφιλελευθερισμός) ή της πολιτικής (κομματοκρατία)  κοκ.   

Το ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαια γιατί ανέχονται οι πολίτες, στις δυτικές δημοκρατίες, ένα τέτοιο μονοσήμαντο σύστημα, το οποίο ουσιαστικά τους στερεί τη δημοκρατική επιλογή; Η απάντηση είναι απλή, όπως όλες οι απαντήσεις.

Η αιτία είναι το ότι πολιτικά ενεργοί είναι ελάχιστοι Πολίτες - οι επαγγελματίες πολιτικοί και οι κομματικές οργανώσεις. Όλοι οι υπόλοιποι ενδιαφέρονται λίγο, εάν όχι καθόλου, για τα κοινά, αρκούμενοι στην κενή και χωρίς νόημα κριτική των κυβερνώντων - με την οποία απλά επιτυγχάνεται η εναλλαγή των δύο κομμάτων στην εξουσία, η αποθράσυνση τους και πάρα πολλά άλλα.

Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα νέο πολιτικό κόμμα, αλλά την υιοθέτηση της άμεσης δημοκρατίας (άρθρο μας) από τα υφιστάμενα.

Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά το τεράστιο «έλλειμμα δημοκρατίας» που διαπιστώνεται, ενώ θα συμμετείχαν ενεργά όλοι οι Πολίτες στις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της χώρας τους, στη δημιουργία ενός ορθολογικού Κράτους Δικαίου, καθώς επίσης στην ανάπτυξη - χωρίς την οποία είναι αδύνατη η έξοδος από την κρίση.

Εναλλακτικά, εάν δεν υιοθετηθεί δηλαδή η άμεση δημοκρατία από τα υφιστάμενα κόμματα, θα χρειαζόταν ένα νέο κόμμα, με προγραμματική αρχή την αλλαγή πολιτεύματος - επειδή αυτού του είδους η αλλαγή απαιτεί τροποποίηση συνταγματικών διατάξεων.

Με στόχο τώρα να τεκμηριώσουμε σε κάποιο βαθμό την ανάγκη της σταδιακής υιοθέτησης της άμεσης δημοκρατίας, ως μοναδικής λύσης απέναντι στην γενικότερη πολιτική διαφθορά (Δεξιά και Αριστερά), θα χρησιμοποιήσουμε ένα μέρος από κάποιο παλαιότερο κείμενο μας (συμπεριλαμβάνεται στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας μας "Η κρίση των κρίσεων") - με το οποίο τότε αναρωτιόμαστε:

"Πως θα μπορούσε η Ελλάδα να γίνει η ωραιότερη, η πλουσιότερη, καθώς επίσης η πιο πολιτισμένη χώρα της Ευρώπης;".

Την ίδια εποχή (αρχές του 2009), είχαμε προβλέψει, με άρθρα μας στο ίδιο βιβλίο, το ξέσπασμα του 1ου Παγκοσμίου Οικονομικού Πολέμου, το είδος της ύφεσης (L), καθώς επίσης τη χρησιμοποίηση της Ελλάδας ως πειραματόζωου μίας νέας τάξης πραγμάτων (Τίτλος της ανάλυσης: Η ιδανική υποψήφια χώρα για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων εταίρων της Ευρωζώνης).

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ      

Σε γενικές γραμμές, η ακμή ενός λαού σαν τον δικό μας, θα μπορούσε να στηριχθεί στις τρείς παρακάτω προϋποθέσεις (η παρακμή, αντίστοιχα, στην παντελή έλλειψη τους):

(α)  Σε ένα σύνολο υγιών οικονομικών και πολιτικών θεσμών, οι οποίοι να καθορίζουν επακριβώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο να μπορούμε να αναπτυχθούμε, ανταγωνιζόμενοι με ίσους όρους. Το «σύστημα» δε που θα προκύπτει από αυτούς τους θεσμούς, οφείλει να είναι απλό, γρήγορο, διαφανές και εύκολα κατανοητό από όλους τους πολίτες. 

(β)  Σε ένα σύνολο συνειδητών πολιτών, το οποίο να κατανοεί επαρκώς τις αρχές της Οικονομίας και της Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, να έχει διαμορφώσει ένα χαρακτήρα συνεπή προς το συγκεκριμένο «τρόπο ζωής». Για παράδειγμα, να μην εξελίσσεται εις βάρος των άλλων, να μην συμπεριφέρεται όπως δεν θέλει να του συμπεριφέρονται, να μην επιβουλεύεται την ελευθερία των άλλων, να μην επιθυμεί αυτά που ανήκουν στους άλλους και να μην στηρίζει το βιοτικό του επίπεδο στα χρέη, αλλά στην παραγωγικότητα,

(γ)  Σε μία υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος (όχι απλά να διαχειρίζεται το δημόσιο πλούτο), καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα, να εμπνέει και να διδάσκει - να εκπαιδεύει δηλαδή τους κυβερνωμένους.  

ΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, τους Θεσμούς, πιστεύουμε ότι εξέλιξη μας σε μία πραγματική Δημοκρατία, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν «γνώμονα» πολιτικής σκέψης – ιδιαίτερα επειδή η μορφή του εκάστοτε πολιτεύματος διαμορφώνει και το χαρακτήρα των πολιτών. Σε γενικές γραμμές, η δημοκρατία αυτή οφείλει να έχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

(α)  Σεβασμό της ατομικότητας, υπακοή στους νόμους, ανεκτικότητα και πλήρη «συμβατότητα» με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς – της πλήρως ανταγωνιστικής δηλαδή, χωρίς μονοπώλια και ολιγοπώλια, με θεμέλιο στήριγμα τη μικρομεσαία επιχείρηση.  

Όπως γνωρίζουμε εμπειρικά, η δημοκρατία έχει την προοπτική να απελευθερώνει όλα τα αποθέματα ενέργειας ενός λαού,έχοντας σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας χώρας με πρωτοφανείς δυνατότητες. Το χαρακτηριστικό αυτό της Δημοκρατίας είναι σε πλήρη αντίθεση με τα αυταρχικά καθεστώτα, τα οποία «είναι υποχρεωμένα να επιβλέπουν τις αποκλεισμένες μάζες, υπονομεύοντας την πιθανή δύναμη τους».

(β)  Πλήρη έλεγχο των κυβερνόντων, σε σχέση με την τήρηση των προγραμμάτων τους, καθώς επίσης με τη διαχείριση των δημοσίων χρημάτων. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να εξασφαλίζεται από μία ανεξάρτητη Αρχή, υπό τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία όχι μόνο να ελέγχει, αλλά και να εποπτεύει το κυβερνών κόμμα, όσον αφορά τα νομοσχέδια, τους προϋπολογισμούς, τις προεκλογικές δεσμεύσεις κλπ. Τα μέλη της ανεξάρτητης αυτής Αρχής θα έπρεπε να διορίζονται με τυχαία κλήρωση μεταξύ αυτών που, έχοντας τις απαιτούμενες δεξιότητες και επιθυμώντας να συμμετέχουν στα κοινά, θα είχαν υποβάλει υποψηφιότητα.
  
(γ)  Αποδεκτή από όλους μέθοδο απονομής Δικαίου, χωρίς καμία εξαίρεση («ασυλία» των πολιτικών κλπ). Έτσι θα αποφεύγεται και εδώ το «ετεροβαρές ρίσκο», αυτό δηλαδή που ένα πρόσωπο αποφασίζει πόσο ρίσκο θα αναλάβει, ενώ κάποιο άλλο πρόσωπο πληρώνει το κόστος, όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν θετικά και καταλήξουν σε ζημίες. 

ΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη προϋπόθεση, τους «συνειδητούς πολίτες», διαπιστώνουμε αμέσως ότι δεν είναι οι πολιτικοί οι μοναδικοί ένοχοι για τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζουμε αλλά, μαζί με αυτούς, και εμείς οι ίδιοι.

Αναμφίβολα, λίγοι καταλαβαίνουμε τις αρχές της Δημοκρατίας, ενώ ακόμη πιο λίγοι προσπαθούμε να διαμορφώσουμε έναν χαρακτήρα, απόλυτα συνεπή με έναν τέτοιο «τρόπο ζωής». Διαφορετικά δεν θα περιμέναμε κάθε φορά από τα όποια πολιτικά κόμματα να μας προτείνουν ένα «πρόγραμμα διακυβέρνησης» που σχεδόν ποτέ δεν μελετάμε, αλλά θα συμμετείχαμε ενεργά στη δημιουργία του.

Εάν οι πολιτικοί δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουμε και εάν εμείς δεν συμμετέχουμε στα κοινά, είναι αδύνατον να βρεθούν οι σωστές λύσεις. Όσο δεν εμπιστευόμαστε στο μέσο πολίτη (στον εαυτό μας δηλαδή) τη διαχείριση της δημόσιας ζωής, τόσο χειρότερα θα γίνονται τα πράγματα - αφού θα καταφεύγουμε συνεχώς σε επαγγελματίες της πολιτικής, σε γραφειοκράτες και σε δήθεν ειδικούς, οι οποίοι θα αποσκοπούν μόνο στο δικό τους όφελος, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία μας να εμπιστευθούμε τους εαυτούς μας.

Τέλος, όσο επιτρέπουμε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να μας χειραγωγούν (αντί να μας διασκεδάζουν πολιτισμένα, να μας ενημερώνουν και να μας εκπαιδεύουν), αδυνατίζοντας τις υγιείς αντιστάσεις μας, κατατροπώνοντας τους «δημόσιους άνδρες» μας και υποδουλώνοντας μας, τόσο πιο επώδυνα θα γίνονται τα προβλήματα μας και τόσο πιο πολύ θα μειώνεται η αποδοτικότητα μας. Όλα τα πράγματα πρέπει να στηρίζονται σε κάποιες βάσεις, σε κάποια θεμέλια δηλαδή που δεν θα είναι εύκολο να «γκρεμιστούν» από κανέναν μας.

Η ανταγωνιστικότητα μας λοιπόν, η παραγωγικότητα και η δυναμικότητα μας, είναι αδύνατον ποτέ να αναπτυχθούν, εάν προηγουμένως δεν τοποθετηθούν τα απαιτούμενα θεμέλια. Τα συμφέροντα μας, υπό υγιείς βέβαια προϋποθέσεις, είναι απολύτως συνυφασμένα με τα συμφέροντα της χώρας μας, ενώ δεν μπορούμε να είμαστε ασφαλείς, επιτυχημένοι και ευτυχισμένοι, παρά μόνο εάν προηγηθεί η χώρα μας.

Ειδικά δε ο μέσος άνθρωπος, σε πλήρη αντίθεση με το «χαρισματικό», μπορεί να μεγαλουργήσει μόνο μέσω του μεγαλείου της χώρας του. «Όμως, μόνο μέσα σε μία δημοκρατία είναι πρόθυμοι οι άνθρωποι να υποστούν τις απαραίτητες θυσίες για την ευημερία της χώρας τους αφού, περισσότερο από ότι στα άλλα καθεστώτα, κατανοούν απόλυτα και αντιμετωπίζουν άφοβα την πραγματικότητα».

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ

Όσον αφορά την τελευταία προϋπόθεση, την υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία είναι η πλέον σημαντική, αφού μπορεί να αντισταθμίσει τις ενδεχόμενες αδυναμίες των άλλων δύο πυλώνων, έχουμε την άποψη ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς εκείνον τον ηγέτη που να μπορεί πραγματικά να πείθει, χωρίς να διατάζει, καθώς επίσης να προσελκύει δίπλα του (αφιλοκερδώς) τους ικανότερους των συμπολιτών του. 

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε τόσες ανασφάλειες και τόσα συμπλέγματα που μόνο κάτω από κάποιας μορφής «απολυταρχικό» χαρακτήρα μπορούμε να λειτουργήσουμε. Εκτός αυτού, για να μπορεί κανείς να πείσει, θα πρέπει να προηγηθεί η δική του πίστη στις ικανότητες του και στην ορθότητα των απόψεων του – κάτι που στην πράξη είναι εξαιρετικά δύσκολο.

Το χάρισμα όμως να διδάσκει ο ηγέτης τους ελεύθερους πολίτες της χώρας του (το εγγενές παράδοξο στη δημοκρατία είναι ότι οφείλει να δημιουργεί πολίτες ελεύθερους, αυτόνομους και αυτάρκεις, εξαρτώμενη παράλληλα από αυτούς), να τους εκπαιδεύει δηλαδή, έχοντας τις ικανότητες που απαιτεί αυτός ο ρόλος, είναι πολύ πιο δύσκολο να υπάρξει από το προηγούμενο.

Όμως, μόνο εάν ο ηγέτης διαθέτει αυτά τα χαρίσματα, έχοντας την επί πλέον ικανότητα να μπορεί να ανταπεξέρχεται με τον κίνδυνο της αστάθειας του πραγματικά δημοκρατικού πολιτεύματος, μπορεί να απελευθερώσει τις κρυμμένες δυνάμεις όλων των συμπολιτών του, οι οποίοι τότε θα συμμετέχουν εθελοντικά σε μία κοινή προσπάθεια, με στόχο να γίνει το κράτος τους η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη χώρα του κόσμου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, η εύρεση ενός τέτοιου ηγέτη, ακόμη και αν θα ήταν δυνατή μερικές φορές, δεν θα μπορούσε να εξασφαλισθεί μακροπρόθεσμα. Επομένως, πρόκειται για μία ουτοπική προσδοκία, για μία πολύ δύσκολα πραγματοποιήσιμη επιθυμία, η οποία είναι εξαιρετικά σπάνιο να συμβεί - ενώ δεν είναι λίγες οι χώρες που έχουν οδηγηθεί στην καταστροφή από την εκάστοτε πολιτική τους ηγεσία, η οποία άλλα υποσχόταν προεκλογικά και άλλα έπραττε μετεκλογικά.        

Συμπερασματικά λοιπόν, είναι απαραίτητη η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, με στόχο τη μακροπρόθεσμη επίλυση των προβλημάτων τους. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, εάν καταφέρουμε να εξελίξουμε ορθολογικά το πολιτικό μας σύστημα, καθώς επίσης να επικεντρωθούμε σε εκείνους τους τομείς της Οικονομίας που μπορούμε πραγματικά να αποδώσουμε, αυξάνοντας το ΑΕΠ μας παραγωγικά και όχι καταναλωτικά, τότε πραγματικά θα μεγαλουργήσουμε - επειδή η πατρίδα μας είναι αναμφίβολα μία πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη χώρα.

Ίσως λοιπόν να έχει έλθει ο καιρός που πρέπει να πάψουμε να περιμένουμε τα πάντα από τους πολιτικούς και τα κόμματα.Ίσως να πρέπει εμείς, αντιστρέφοντας τους όρους, να θέσουμε νέους προβληματισμούς και να αναζητήσουμε, με τη δική μας συμμετοχή, τις λύσεις στα προβλήματα μας.

Οδηγός μας οφείλει να είναι το κοινό συμφέρον, καθώς επίσης η πρόθεση μας όχι μόνο να διώξουμε τους εισβολείς ή/και να ξεφύγουμε από την κρίση, αλλά να γίνουμε «πάση θυσία» η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη χώρα της ΕΕ. - με τη βοήθεια της απελευθέρωσης των τεράστιων αποθεμάτων ενέργειας όχι μόνο των 5 εκ. εργαζομένων μας, αλλά ολόκληρου του Έθνους μας.

Αθήνα, 04. Φεβρουαρίου 2013
Facebook   Twitter   Linked in   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου