Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω ἰσχυρὰν δεξιὰν καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω πλεξίδα τῶν τυράννων δολιοφρόνων . . . . καίω τῆς δεισιδαιμονίας τὸ βαρὺ βάκτρον. [Ἀν. Κάλβος]


******************************************************
****************************************************************************************************************************************
****************************************************************************************************************************************

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

****************************************************************************************************************************************

TO SALUTO LA ROMANA

TO SALUTO  LA ROMANA
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
****************************************************************************************************************************************

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

ΕΥΡΗΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΣΟΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗΝ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΙΑΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΘΕΜΕΛΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΝΕΥΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΜΟΜΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟΥ ΔΑΚΤΥΛΟΥ! ΙΔΕ:
Οι γίγαντες της Αιγύπτου – Ανήκε κάποτε το δάχτυλο αυτό σε ένα «μυθικό» γίγαντα
=============================================

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

14 Απριλίου 2010

Οι Πρωταθλητές του Χρέους

Οι Πρωταθλητές του Χρέους
Οι τέσσερις μεγάλοι προβληματισμοί, τα δέκα από τα πλέον χρεωμένα κράτη και μία μερική παρουσίαση των διαφόρων «περιοχών» του πλανήτη, στην αρχή της δεύτερης φάσης του πρώτου παγκόσμιου οικονομικού πολέμου

Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία σειρά προβλημάτων - «απόρροια» της συγκέντρωσης πλούτου σε λίγους (το 10% των αμερικανικών νοικοκυριών κατέχει το 71% των πόρων, ενώ στο κατώτατο 40% του πληθυσμού αντιστοιχεί μόλις το 1%), της  μη ισορροπημένης κατανομής ελλειμμάτων/πλεονασμάτων (εντός της ΕΕ και παγκοσμίως), της χρηματοπιστωτικής κρίσης, της εσφαλμένης ενίσχυσης αρκετών τραπεζών (με έσοδα προερχόμενα από τους πολίτες) και της υπερχρέωσης πολλών κρατών - τα οποία αφορούν πολλές διαφορετικές «περιοχές» του πλανήτη:

(α)  Με ένα παγκόσμιο πρόβλημα «διαρθρωτικής» (δομικής) ανεργίας, το οποίο «ανάγεται» ήδη στο 2002, όσον αφορά τουλάχιστον τις Η.Π.Α. - μία πραγματική ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος, την οποία δεν μπόρεσε να «απασφαλίσει» το χαμηλό βασικό επιτόκιο που διατήρησε ο τότε πρόεδρος της Fed, ο κ. A. Greenspan, προκαλώντας, αντίθετα, την κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης.   

(β)  Με ένα Ευρωπαϊκό πρόβλημα συνοχής (έλλειψη αλληλεγγύης), το οποίο προκάλεσε ανεύθυνα η Γερμανία (λίγες ημέρες μετά την κατάθεση/έγκριση του προγράμματος σταθερότητας εκ μέρους της Ελληνικής κυβέρνησης, «σύσσωμος» ο γερμανικός τύπος συμπεραίνει ότι, η μείωση των δαπανών και η αύξηση των φόρων θα έχουν σαν αποτέλεσμα την «ενίσχυση» της οικονομικής αδυναμίας της Ελλάδας – η χώρα θα εισέλθει σε μία εκτεταμένη περίοδο ύφεσης, τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν και ο προϋπολογισμός της θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο).  

(γ)  Με ένα συναλλαγματικό πρόβλημα, στο οποίο συμμετέχουν οι Η.Π.Α., η Ευρωζώνη και η Κίνα (οι αγορές συναλλάγματος σήμερα είναι τόσο «άναρχες», όσο ποτέ, ενώ οι τιμές των νομισμάτων, όταν εξελίσσονται αυθαίρετα – κατά το παράδειγμα του δολαρίου, όπου ενώ «τυπώνονται» αφειδώς νομίσματα, η τιμή του παραδόξως αυξάνεται - θεωρούνται ωρολογιακές βόμβες στα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας, αφού με τη «βοήθεια» τους μπορεί κανείς να διεξάγει καταστροφικούς «εμπορικούς» πολέμους), καθώς επίσης

(δ)  Με ένα πρόβλημα «εθνικής αναξιοπιστίας» («απόγονο» της τραπεζικής αναξιοπιστίας – Lehman Brothers), το οποίο ξεκίνησε μεν από την Ελλάδα, αλλά αφορά πολλές Οικονομίες του πλανήτη (οι αγορές ήδη «υποψιάζονται» ότι, αρκετά κράτη έχουν χρησιμοποιήσει ανάλογα τη «δημιουργική λογιστική», με στόχο τη «σκιαγράφηση» μίας πιο ελκυστικής πιστοληπτικής «εικόνας» - εν όψει των διαρκώς αυξανόμενων δανειακών αναγκών τους). 

Όσον αφορά την υπερχρέωση των «δυτικών» Οικονομιών από την οποία, μεταξύ άλλων, πηγάζουν τα τέσσερα παραπάνω κεντρικά προβλήματα, ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει την εξέλιξη του δημοσίου χρέους, σε σχέση με το ΑΕΠ, για δέκα επιλεγμένες «δυτικές» Οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας:

Πίνακας Ι: Δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ (ποσοστιαία), Ποσοστό αύξησης μεταξύ των ετών 2010 και 2008

Χώρες
2008
2009
2010
Αύξηση





Γερμανία
65,90
73,10
76,70
+16%
Ιαπωνία
196,60
218,60
227,00
+15%
Η.Π.Α.
70,40
84,80
93,60
+33%
Μ. Βρετανία
52,00
68,60
80,30
+54%
Ιρλανδία
44,10
65,80
82,90
+88%
Ελλάδα
99,20
112,60
124,90
+26%
Ιταλία
105,80
114,60
116,70
+10%
Ισπανία
39,70
54,30
66,30
+67%
Γαλλία
67,40
76,10
82,50
+22%
Λετονία*
19,50
33,20
48,60
+149%
Πηγή: ΜΜ (ΕΕ, ΔΝΤ)                                                                    Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
* Η τεράστια αύξηση του δημοσίου χρέους της Λετονίας, επιβεβαιώνει τις καταστροφικές «παρενέργειες» του ΔΝΤ

Αναλυτικότερα και όσον αφορά τα επί μέρους κράτη, διακρίνουμε τα παρακάτω:

Γερμανία: Σύντομα το δημόσιο χρέος της θα πλησιάσει το 1,7 τρις € (εξωτερικό χρέος 4,5 τρις $ το 2007). Εν τούτοις, το επιτόκιο για το ομόλογο του γερμανικού δημοσίου (3%), θεωρείται ως βάση υπολογισμού των ομολογιακών επιτοκίων της Ευρωζώνης. Η χώρα, στην προσπάθεια περιορισμού των ελλειμμάτων της, έχει εισάγει στο Σύνταγμα της μία «διάταξη» (η μοναδική χώρα που το εφαρμόζει μέχρι σήμερα είναι η Ελβετία), η οποία θα απαγορεύει, από το 2016 και μετά, την δημιουργία διαρθρωτικών ελλειμμάτων – την συνταγματική υποχρέωση καλύτερα για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, χωρίς λειτουργικές ζημίες.   

Σημειώνουμε εδώ ότι στη Γερμανία, «Δίκαιο» θεωρείται αυτό που συμφέρει το Κράτος [...................] 
Ιαπωνία:  Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη (5.103 δις $ ΑΕΠ) είναι, από πολλά χρόνια τώρα, ο αδιαφιλονίκητος παγκόσμιος «πρωταθλητής» των χρεών. Για την αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης, συνέχεια της μακρόχρονης ύφεσης που πλήττει τη χώρα ήδη από τη δεκαετία του 90, η κυβέρνηση της Ιαπωνίας έχει ψηφίσει πρόσφατο την ενίσχυση της Οικονομίας της, με το τέταρτο μεγάλο πακέτο μέτρων. Εν τούτοις, οι διεθνείς αγορές χρηματοδοτούν το τεράστιο χρέος της, με επιτόκιο ύψους μόλις 1,4%.

Η.Π.Α.:  Η χώρα δεν θεωρείται «υποψήφια» χρεοκοπίας, κυρίως λόγω της μεγάλης φορολογικής βάσης της, καθώς επίσης του νομίσματος της – παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Φυσικά, η μέγιστη δυνατή αξιολόγηση της (ΑΑΑ) είναι εκτός κινδύνου – πόσο μάλλον όταν οι «τρείς αδελφές» (Fitch, Moody’s, S&P), οι οποίες αποφασίζουν μονοπωλιακά για την τύχη των επιτοκίων, ουσιαστικά της ανήκουν. Εν τούτοις, η συνεχής «εκτύπωση» νέων χαρτονομισμάτων, όπως και η βοήθεια που παρέχει το κράτος τόσο στις υπερχρεωμένες τράπεζες, όσο και στην πραγματική Οικονομία (μέτρα στήριξης τεραστίων διαστάσεων), προκαλεί την ανησυχία των παγκοσμίων αγορών. Το έλλειμμα της ξεπερνάει το 10% του ΑΕΠ (υπολογίζεται στο 1,5 τρις $ το 2009, έναντι ΑΕΠ 13,75 τρις $), ενώ η μείωση του προγραμματίζεται για μετά το 2012.  

Μ. Βρετανία:  Το έλλειμμα του προϋπολογισμού της για το 2009 ξεπέρασε το 12% του ΑΕΠ (2,47 τρις $ ΑΕΠ - 10,45 τρις $ εξωτερικό χρέος). Έτσι, παρά το ότι η χώρα ανήκει στον διεθνή «όμιλο» με τις καλύτερες πιστωτικές αξιολογήσεις (ΑΑΑ), είναι η μοναδική που εμφανίζει ένα ερωτηματικό πριν από τη «βαθμολογία» της. Η Μ. Βρετανία, στη «σκιά» ενός υψηλού δημόσιου χρέους, απέναντι σε ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία, καθώς επίσης ενός τεράστιου εξωτερικού χρέους (δημόσιο και ιδιωτικό) που υπερβαίνει το 400% του ΑΕΠ της (παγκόσμια πρωταθλήτρια), φαίνεται να επικροτεί (αν όχι να υποδαυλίζει) τις «κεφαλαιακές» επιθέσεις εναντίον της Ευρωζώνης (μέσω της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας εν πρώτοις), προσπαθώντας να παραμείνει «υπό την αιγίδα» των Η.Π.Α. – παραδοσιακός σύμμαχος και συνοδοιπόρος τους   

Ιρλανδία:  Ο «κελτικός τίγρης», η «πάλαι ποτέ» χώρα-παράδειγμα ανάπτυξης της Ευρωζώνης, καθαιρέθηκε απότομα από την περίοπτη θέση της. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο φαίνεται να είναι υπεύθυνος ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της. Η κυβέρνηση της εγγυήθηκε όλες τις καταθέσεις των τραπεζών, κρατικοποίησε τις μεγαλύτερες από αυτές και ίδρυσε μία υπερμεγέθη, «κακή τράπεζα» (bad bank), στην οποία «αποθήκευσε» όλες τις «χρηματοπιστωτικές» ζημίες. Φοβούμενη την επερχόμενη αδυναμία πληρωμών, μείωσε δραστικά τις δαπάνες της, εν μέσω παγκόσμιας/τοπικής ύφεσης, με αποτέλεσμα να «πληγεί» η Οικονομία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Η υψηλή αξιολόγηση της έχει ήδη υποτιμηθεί, η κρίση στην αγορά ακινήτων της έχει μεγεθυνθεί και η ανεργία τείνει να καταστρέψει τα οφέλη από τα δραστικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση της.    

Ελλάδα:  Παρά το ότι η οικονομική ανάπτυξη της έχει ελάχιστα μειωθεί, θεωρείται το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της Ευρωζώνης, κυρίως επειδή η καινούργια κυβέρνηση της «διόρθωσε» το προβλεπόμενο έλλειμμα στο διπλάσιο του προβλεπομένου (12,7%). Το αποτέλεσμα αυτής της παραδοχής ήταν να αμφισβητηθεί ακόμη και η συγκεκριμένη, η «παροιμιώδης» καλύτερα διόρθωση, καθώς επίσης η αξιοπιστία της στατιστικής καταγραφής των μεγεθών της. Η συζήτηση σχετικά με το εάν οφείλει να διασωθεί η Οικονομία της χώρας από τη χρεοκοπία, εκ μέρους της ΕΕ, ευρίσκεται στο απόγειο της. Εν τούτοις, δεν είναι ακόμη ο Ευρωπαίος πρωταθλητής των χρεών, αφού προηγείται (2009) η Ιταλία, ενώ η συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ είναι μόλις 2,6% (για σύγκριση, η επαπειλούμενη με χρεοκοπία Καλιφόρνια, συμμετέχει στο αμερικανικό ΑΕΠ με 13%, χωρίς φυσικά να αντιμετωπίζεται «εχθρικά» από τις Η.Π.Α., όπως η Ελλάδα από την ΕΕ).

Ουσιαστικά, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση, αφού δεν έχει επηρεαστεί ακόμη από αυτήν (τράπεζες, ανεργία, ακίνητα, ρυθμός ανάπτυξης). Επικεντρώνεται στο δημόσιο τομέα, ο οποίος φαίνεται ότι αποτελεί την κυριότερη πηγή της σπατάλης των 10 δις € (τόσο περίπου είναι και το «υπερβάλλον» κόστος του δημοσίου), με τα οποία χρεωνόταν ετήσια η χώρα τα τελευταία 30 χρόνια, καθώς επίσης στην «ελλειμματική» παραγωγικότητα (άρθρο μας: ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ: Η τεράστια κρυφή ανεργία, ενσωματωμένη στο κόστος εργασίας της χώρας μας, οφείλει να καταπολεμηθεί άμεσα, εάν θέλουμε να αποφύγουμε τα χειρότερα  3/12/2009 )  

Δυστυχώς η Ελλάδα ευρίσκεται αντιμέτωπη με μία απίστευτη επίθεση εκ μέρους του Τύπου – ειδικά του αγγλοσαξονικού, αλλά και του γερμανικού ο οποίος, στα πλαίσια της «αποστολής» του, επιδιώκει την παραδειγματική συμμόρφωση της με τις «επιταγές» του «Δικαίου του Ισχυρότερου». Ενοχοποιείται ακόμη και για το ότι η προηγούμενη κυβέρνηση της, με τη βοήθεια της Goldman Sachs, παραποίησε τα στοιχεία που έδινε προς την Κομισιόν, έτσι ώστε να αποκρύψει το πραγματικό ύψος του ελλείμματος της (πηγή: MM 06.02.10). [...............]
  
Ιταλία: Παρά το ότι έχει «παραδοσιακά» υψηλό δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ της, φαίνεται ότι δεν επιδεινώνεται η θέση της, λόγω της «συγκράτησης» των δαπανών της. Για να μην αυξηθεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού της, βοήθησε πολύ λιγότερο τις τράπεζες της και ενίσχυσε ελάχιστα την οικονομική της ανάπτυξη. Έτσι λοιπόν αυξήθηκε περιορισμένα το δημόσιο χρέος της, εις βάρος όμως της Οικονομίας της, η οποία φαίνεται να αποδυναμώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Εν τούτοις, δεν διακινδύνευσε την πιστωτική αξιολόγηση της, ενώ «επέτρεψε» την είσοδο αφορολόγητων κεφαλαίων των Πολιτών της.

Σημειώνουμε εδώ ότι, στην ΕΕ οι 27 χώρες δεν έχουν ίσα δικαιώματα ψήφου, αλλά αντίστοιχα («βαρύτητα» ψήφου) του μεγέθους τους – για παράδειγμα και κατ’ αναλογία, η ψήφος ενός μεγάλου Ιταλού επιχειρηματία, θα έπρεπε να μετράει πολλαπλά, σε σχέση με έναν απλό, λιγότερο ευκατάστατο πολίτη. Στον πίνακα που ακολουθεί αναφέρεται η «βαρύτητα» της ψήφου της εκάστοτε χώρας, στο συμβούλιο των 27, από τον οποίο διαπιστώνεται ότι η Ιταλία ανήκει στο «κλαμπ των τεσσάρων»: 
  
Πίνακας ΙΙ: Βαρύτητα ψήφου των χωρών της  ΕΕ (για παράδειγμα, η Γαλλία  έχει 29 από τις συνολικά 345 ψήφους, ενώ το Λουξεμβούργο 4 - δηλαδή επτά φορές λιγότερες) 
Γερμανία
29
Σουηδία
10
Μ. Βρετανία
29
Αυστρία
10
Γαλλία
29
Σλοβακία
7
Ιταλία
29
Δανία
7
Ισπανία
27
Φιλανδία
7
Πολωνία
27
Ιρλανδία
7
Ρουμανία
14
Λιθουανία
7
Ολλανδία
13
Λετονία
4
Ελλάδα
12
Σλοβενία
4
Τσεχία
12
Εσθονία
4
Βέλγιο
12
Κύπρος
4
Ουγγαρία
12
Λουξεμβούργο
4
Πορτογαλία
12
Μάλτα
3
Βουλγαρία
10
Σύνολο
345
Πηγή: EE (σύμβαση της Νίκαιας). 

Η χρηματική εισφορά βέβαια της κάθε χώρας στα ταμεία της Ε.Ε. δεν διέπεται από αντίστοιχη «βαρύτητα», ανάλογη δηλαδή με το μέγεθος τους - όλες οι χώρες «συνεισφέρουν» το ίδιο ποσοστό επί του ΑΕΠ τους. Δεν έχει καθιερωθεί λοιπόν μία «προοδευτική κλίμακα εισφορών», ανάλογη ίσως με αυτήν της μειωμένης φορολόγησης των ασθενέστερων, σε σχέση με τους εισοδηματικά ισχυρότερους (άρθρο μας: ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ: Μία διακρατική, προοδευτική «φορολογική» κλίμακα, θα ήταν ίσως η ιδανική «κοινωνική» λύση για την εξομάλυνση των ανισορροπιών και την επίτευξη της ισότητας εντός της Ε.Ε.  16/10/2009 )
  
Ισπανία:  Η πιστοληπτική της ικανότητα υποβαθμίστηκε ήδη πριν από ένα χρόνο, παρά το χαμηλό συγκριτικά δημόσιο χρέος της. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η ύφεση που προκάλεσε, «συγκρούστηκε» με την κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της (πάνω από 1 εκ άνεργοι μόνο από την πτώση των τιμών των ακινήτων) και την μεγάλη επιδείνωση του εξωτερικού χρέους της (τριπλασιάστηκε μεταξύ των ετών 2003/2007), με αποτέλεσμα μία τεράστια αύξηση της ανεργίας από 8% στο 20% - με δυσοίωνες προοπτικές ακόμη και για το 2010 (άρθρο μας: ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ: Αναφορές στην Ισλανδική, στην Ιρλανδική και στην Ισπανική κρίση, οι οποίες αναδεικνύουν όχι μόνο το σημερινό, αλλά, κυρίως, το μελλοντικό πρόβλημα του συνόλου των κρατών της Ενωμένης Ευρώπης και της ΕΚΤ  11/1/2010).   

Γαλλία:  Παρά το ότι η κυβέρνηση της ήταν ανέκαθεν υπέρ μίας λιγότερο αυστηρής χρηματοοικονομικής πολιτικής της Ευρώπης, ενός λιγότερο «σφικτού» προγράμματος σταθερότητας, τελικά ακολούθησε το γερμανικό δρόμο της συντηρητικής αντιμετώπισης της Οικονομίας. «Ψήφισε» μόνο τα αναγκαία μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ σχεδιάζει τη μείωση του δημοσίου χρέους της από το 2011.

Λετονία: Το παράδειγμα της μικρής αυτής χώρας (18,6 δις $ ΑΕΠ το 2007) αποδεικνύει ότι, το χαμηλό δημόσιο χρέος δεν είναι απαραίτητα η «σωτηρία», απέναντι σε μία ενδεχόμενη χρεοκοπία. Η οικονομική της ανάπτυξη, όπως αυτή απεικονίζεται από την εξέλιξη του ΑΕΠ, μειώθηκε κατά 18% - η μεγαλύτερη πτώση που διαπιστώθηκε σε μία ευρωπαϊκή χώρα. Η τεράστια χρέωση του ιδιωτικού τομέα της και η σύνδεση του νομίσματος της με το Ευρώ, οδήγησαν τη Βαλτική χώρα στη «μέγγενη», με αποτέλεσμα να είναι σήμερα στον «ορό» του ΔΝΤ και της ΕΕ, χρηματοδοτούμενη και από τους δύο. Έναντι της συντονισμένης αυτής διπλής βοήθειας, η χώρα έχει υποχρεωθεί σε δραστική μείωση των δαπανών της, γεγονός που επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την «υφεσιακή» κρίση της Οικονομίας της (επιβεβαιώνεται δυστυχώς ο κανόνας, ο οποίος «επιτάσσει» τη «βορά» του μικρού ψαριού, από το μεγάλο).              

Περαιτέρω η Βραζιλία, η πλέον βαρύνουσα χώρα της Λατινικής Αμερικής, φαίνεται να μένει σχετικά ανεπηρέαστη από την κρίση, όπως και η Ρωσία, αφού οι Οικονομίες τους στηρίζονται από τις υψηλές τιμές των ενεργειακών αποθεμάτων τους, οι οποίες ενισχύθηκαν από τα «προγράμματα διάσωσης» - κυρίως της ΕΕ και των Η.Π.Α. Τα «φιλόδοξα» αυτά προγράμματα διάσωσης (περί το 1,5 τρις $), δεν κατευθύνθηκαν στην πραγματική Οικονομία από τις τράπεζες που τα «διαχειρίσθηκαν», αλλά στις χρηματιστηριακές αγορές – ειδικά σε αυτές των πρώτων υλών, εξακοντίζοντας τις τιμές τους στα ύψη (μόνο η τιμή του χαλκού αυξήθηκε κατά 150%).

Η Ινδία, με μία ελλειμματική οικονομία, στην κυριολεξία αποστασιοποιημένη από τις διεθνείς διαμάχες, συμπεριφέρεται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο στις προκλήσεις της αγοράς, επιλέγοντας μία ήρεμη και μάλλον αθόρυβη ανάπτυξη. Η Ελβετία αγωνίζεται με όλα τον πλούτο και την εσωτερική συνοχή της, απέναντι στις τεράστιες επιθέσεις που δέχεται από τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Η.Π.Α., προσπαθώντας να διατηρήσει «εν ζωή» τον ισχυρότατο τραπεζικό κλάδο της (σχεδόν οκταπλάσιος του ΑΕΠ της), όπως και τη βαρύτητα/ανεξαρτησία του νομίσματος της.

Τέλος η Κίνα, την οποία θα έπρεπε ενδεχομένως να θεωρήσει κανείς σαν μία πενταπλάσια σε πληθυσμό Αμερική στην αρχή της ανοδικής πορείας της (ας μην ξεχνάμε ότι η άνοδος των Η.Π.Α. στηρίχθηκε στην τεράστια εσωτερική αγορά, για την ανάπτυξη της οποίας απλά προηγήθηκαν οι εξαγωγές), πιέζει τα μέγιστα όλες τις «δυτικές» οικονομίες. Οι «πιέσεις» προέρχονται τόσο από το νόμισμα της, το οποίο επιμένει να διατηρεί εξαιρετικά υποτιμημένο για την ενίσχυση των εξαγωγών της, όσο και από τις χαμηλές αμοιβές των εργαζομένων της, καθώς επίσης από τα τεράστια πλεονάσματα του εμπορικού ισοζυγίου της (μία δεύτερη, παρόμοια «ολοκληρωτική» Γερμανία στην Ασία) τα οποία, ενισχυόμενα από τη μεγάλη ταμειακή ρευστότητα της, εντείνουν την ανισορροπία και αυξάνουν ανησυχητικά τους (υπαρκτούς) κινδύνους μίας καταστροφικής, ξαφνικής κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος.   

Στον πίνακα που ακολουθεί αναφέρονται τα βασικά μεγέθη των πέντε παραπάνω Οικονομιών οι οποίες, με μεγάλη εξαίρεση την Ινδία, είναι στο σύνολο τους πλεονασματικές.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: ΑΕΠ σε δις $, Κατά κεφαλή εισόδημα σε δολάρια, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά επί του ΑΕΠ, Εξωτερικό χρέος σε δις $, Εμπορικό Ισοζύγιο (Εξαγωγές μείον εισαγωγές) σε δις $

Χώρες/Στοιχεία
Βραζιλία
Ρωσία
Ινδία
Κίνα
Ελβετία






ΑΕΠ
1.269,00
1.251,00
894,10
2.879,00
407,70
Κατά κεφ. Εισ.
9.700
14.600
2.700
5.300
39.800
Δημόσιο Χρέος
43,90
7,00
58,80
18,90
50,20
Εξωτερ. Χρέος
230,30
384,80
165,40
363,00
1.340,00
Εμπορ. Ισοζ.
43,60
104,60
-83,30
303,60
11,40
                                                                         Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

[.........]     

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)-- Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

Πολίτης και πολιτεία: Οι καινούργιοι [οικονομικοί] εχθροί των κρατών

Πολίτης και πολιτεία: Οι καινούργιοι εχθροί των κρατών

«Πόσα χρήματα μένουν τελικά στο πορτοφόλι μας;», αναρωτιούνται όλο και πιο συχνά οι Πολίτες. «Οι Γερμανοί φορολογούμενοι πληρώνουν όλο και υψηλότερα ποσά στα ταμεία της χώρας τους - φορολογούνται δηλαδή δυσανάλογα, σε σχέση με τις υπηρεσίες που τους ανταποδίδονται», διαβάζουμε στα διάφορα ΜΜΕ της μεγαλύτερης οικονομικής δύναμης της Ευρώπης.
«Γιατί αλήθεια συνεχίζει να υπάρχει αυτή η περίεργη, η παράδοξη μάλλον εχθρότητα των Πολιτών απέναντι στα κράτη τους, παρά το ότι μόλις διέσωσαν από τη χρεοκοπία πολλές «ιδιωτικές» τράπεζες και, μαζί με αυτές, τις περιουσίες όλου του πληθυσμού τους; «Ο ιδιωτικός τομέας είναι λιγότερο διεφθαρμένος και περισσότερο αποδοτικός», διακηρύσσει ο «θέσει αειφόρος» μονοπωλιακός καπιταλισμός - αυτός δηλαδή που ισχυρίζεται ότι εξασφαλίζει την συνεχή, ομαλή και ισορροπημένη εξέλιξη της Οικονομίας. Είναι όμως έτσι, ή μήπως έχουμε άλλες απαιτήσεις από το δημόσιο και άλλες από τον ιδιωτικό τομέα; Δεν πρέπει να είναι έντιμος ο ηγέτης-πολιτικός για το λαό του; - όταν μία αντίστοιχη εντιμότητα του ηγέτη-manager δεν απαιτείται από κανέναν, ενώ θα απέβαινε συχνά καταστροφική για την  επιχείρηση του;
 Γιατί συμφωνούν εκπληκτικά τόσο πολλοί άνθρωποι με την τοποθέτηση ότι, «ληστεύονται από το κράτος», παρά το ότι το ποσοστό της φορολόγησης τους, από ιστορικής πλευράς, είναι (στατιστικά) μάλλον χαμηλότερο;
  «Μήπως επειδή οι στατιστικές δεν δείχνουν την πραγματική εικόνα», θα απαντούσαμε, «επειδή οι μέσοι όροι και οι συνήθεις οικονομικοί δείκτες μέτρησης, είναι χειραγωγημένοι, λανθασμένοι ή, έστω, δυσανάλογα κατανεμημένοι; - για παράδειγμα, μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών, μέσω της φοροαποφυγής» και εν μέρει συμπλήρωμα του ελλείμματος από τις μικροεπιχειρήσεις, από τους μισθωτούς και από τα ίδια τα δανειζόμενα κράτη; Μήπως επειδή έσωσαν μεν οι κυβερνήσεις τις τράπεζες, συνεχίζοντας να τους πληρώνουν τόκους για τα δάνεια τους (!), αλλά οι Πολίτες πλήρωσαν τελικά το κόστος, όπως πληρώνουν και τους τόκους; Το δημοψήφισμα που απαίτησαν και κατάφεραν οι Πολίτες της Ισλανδίας, οι οποίοι δεν συμφωνούν με τη ανάληψη εκ μέρους τους των οφειλών των τραπεζών, δεν είναι αρκετά εύγλωττο»; (βέβαια επίσης εύγλωττη ήταν και η σημερινή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της από τη Fitch - ένα μάλλον δυσάρεστα "εκβιαστικό" μέτρο, εν όψει του δημοψηφίσματος). 
 Περαιτέρω, γιατί διαμαρτύρεται αλήθεια ένας γνωστός γερμανός φιλόσοφος, σε σχέση με την «εθνικοφορολογική ημισοσιαλιστική επίθεση», όπως ο ίδιος την αποκαλεί; Γιατί άραγε διακηρύσσει την ανάγκη μίας «φορολογικής αντίστασης των Πολιτών» και απαιτεί από το κράτος τη χρηματοδότηση των εθνικών αναγκών του, όχι πλέον μέσω των «καταναγκαστικών» φόρων, αλλά μέσω των «εθελουσίων πληρωμών» των Πολιτών του; Ο φιλόσοφος γνωρίζει φυσικά ότι, εάν οι «απαιτήσεις» του γίνονταν πραγματικότητα, εάν δηλαδή οι Πολίτες δεν εξαναγκάζονταν στην πληρωμή φόρων, τότε το κράτος, έχοντας αισθητά λιγότερα έσοδα, δεν θα μπορούσε πιθανότατα να εκπληρώσει τα κοινωνικά «καθήκοντα» του - σύμφωνα με τις επιθυμίες των Πολιτών. Τα εκπληρώνει όμως σήμερα, πόσο μάλλον στο μέλλον;
  Συνεχίζοντας, γιατί αναγνωρίζει ο γάλλος συγγραφέας M.Houellebecq, στο βιβλίο με τον τίτλο «Εχθροί του λαού» ότι ο ίδιος, λόγω της υψηλής φορολογικής του επιβάρυνσης στη Γαλλία και των, συνδεδεμένων με αυτήν, περιορισμών των ατομικών του ελευθεριών, «μετανάστευσε» στο εξωτερικό (φυσικά στην Ιρλανδία, 15% φόρος εισοδήματος), ενώ τα συναισθήματα «ενοχής» από αυτήν του την ενέργεια είναι «μηδενικά, απολύτως μηδενικά»; Δεν είναι αλήθεια «μηδενικά» και τα συναισθήματα ενοχής των επιχειρηματιών που μεταφέρουν τις εταιρείες τους σε «ανταγωνιστικές» φορολογικά χώρες, όπως η Βουλγαρία (10% φόρος) ή άλλες, αφού η εξασφάλιση όσο το δυνατόν περισσότερων ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων «εντέλλεται» από τον καπιταλισμό;    
 «Είναι μήπως το «μη αλληλέγγυο» πνεύμα της εποχής, αυτό που στέκεται απέναντι μας ή, ίσως, οι γνωστές, αμετανόητες «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές;» αναρωτιέται ο «μέσος νους». Πραγματικά ευρίσκονται οι απόψεις των σύγχρονων φιλοσόφων και των συγγραφέων, όπως των παραπάνω, τόσο κοντά σε αυτούς που πιστεύουν ακράδαντα στην ελεύθερη αγορά, η οποία «εξισώνει» την περιορισμένη φορολογική επιβάρυνση με την αυξημένη ελευθερία; Πόσο μάλλον χωρίς να ενδιαφέρεται για το ότι, μέσα από αυτήν, από την ελεύθερη αγορά δηλαδή, δημιουργούνται άκρως επικίνδυνες «υπερβολές» (φούσκες), ενώ «καταπατώνται» πλήθος κοινωνικές αξίες, από την υπερισχύουσα, ψυχρή και ανελέητη λογική της; Απλά και μόνο περισσότερη ελευθερία, μέσα από ένα πολύ «λιγότερο» κράτος;
Όχι, τόσο απλά δεν μπορεί κανείς να αποδεχθεί τις αντιρρήσεις των «εχθρών των κρατών» ή των «εχθρών του λαού», οι οποίοι επιμένουν ότι, οι ατομικές ελευθερίες περιορίζονται όλο και περισσότερο από τις συνεχείς, ανθρώπινες παρεμβάσεις στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς – από τις εθνικές κυβερνήσεις από την «γραφειοκρατική αγορά» (συλλογικές συμβάσεις κλπ), καθώς επίσης από την ισχύ των πολυεθνικών εταιρειών και των τραπεζών («too big to fail» κλπ).
 Πέρα από τα «σύνορα» των κομμάτων, οι περισσότεροι άνθρωποι συμφωνούν ότι, η «προσφορά» πρέπει ξανά να ανταμείβεται. Η απόδοση και η ανταπόδοση δεν ισορροπούν πλέον για πολλούς - ανεξάρτητα από το εάν βρίσκονται στην κορυφή, στο μέσον ή στο κάτω μέρος της εκάστοτε κοινωνικής πυραμίδας. Αφού λοιπόν, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης και κοινωνικής θέσης, τόσοι πολλοί άνθρωποι αισθάνονται το ίδιο, δεν μπορεί παρά να «υποψιαστεί» κανείς ότι η «εχθρότητα» θα οφείλεται σε κάποια άλλη, περισσότερο «ρεαλιστική» αιτία.
 Πραγματικά λοιπόν: Ακόμη και αν δεν σπαταλούταν από την Πολιτική κανένα «φορολογικό» ή «ασφαλιστικό» Ευρώ, ακόμη και αν εξαφανιζόταν εντελώς η «διαφθορά», ακόμη και αν το κράτος χρησιμοποιούσε έξυπνα, αλάνθαστα ίσως όλα τα έσοδα του, επιτυγχάνοντας περισσότερη ασφάλεια και σταθερότητα για τους Πολίτες του, φροντίζοντας τόσο για την «παραγωγική ελευθερία», όσο και για τις ίσες δυνατότητες εξέλιξης τους, πολλοί άνθρωποι θα λάμβαναν σήμερα λιγότερες υλικές ανταμοιβές από τα κράτη τους - συγκριτικά με αυτά που πληρώνουν σε φόρους και λοιπές κρατήσεις. Το γεγονός αυτό οφείλεται στα χρέη του παρελθόντος και στους αυξανόμενους τόκους τους, με τους οποίους επιβαρυνόμαστε πια όλοι μας.
  «Όταν γεννήθηκα, το 1965» αναφέρει ένας άλλος γερμανός συγγραφέας, «οι δαπάνες για τους τόκους των δανείων της χώρας μου αντιπροσώπευαν μόλις το 1,8% του προϋπολογισμού της. Τον τελευταίο χρόνο ήταν πάνω από το 14% - με αυξητικές τάσεις. Οι τόκοι, ύψους περίπου 40 δις €, αποτελούν τη δεύτερη υψηλότερη δαπάνη του προϋπολογισμού – μόνο η επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών προηγείται. Τα χρήματα δε αυτά πηγαίνουν στις τράπεζες (τις οποίες έσωσαν οι κυβερνήσεις!), για τη χρηματοδότηση των χρεών ύψους 1.000 δις €, τα οποία έχει συσσωρεύσει μόνο το κράτος (τα ομοσπονδιακά κρατίδια και οι δήμοι έχουν τα δικά τους χρέη) τα τελευταία 40 χρόνια. Επομένως, λείπουν τα χρήματα για την «φορολογική ανταποδοτικότητα» προς τους Πολίτες.
 «Ένας μικρός λογαριασμός μπορεί να περιγράψει καλύτερα το δράμα της εποχής μας», συνεχίζει ο γερμανός συγγραφέας, «Τον περασμένο χρόνο, τα έσοδα του κράτους ήταν περίπου 270 δις €, ενώ τα έξοδα του 280 δις €. Το έλλειμμα χρηματοδοτήθηκε με την λήψη νέου δανείου. Την ίδια στιγμή, πληρώθηκαν στις τράπεζες 40 δις € τόκοι – ούτε ένα Ευρώ για την αποπληρωμή των δανείων, για χρεολύσια δηλαδή. Εάν αφαιρέσει κανείς τα 40 δις € από τις συνολικές δαπάνες της κυβέρνησης, οι φορολογούμενοι εισέπραξαν ανταποδοτικά, έναντι των 270 δις € που πλήρωσαν στο κράτος, υλικές υπηρεσίες ύψους μόλις 240 δις €. Χωρίς δε το νέο δάνειο των 10 δις €, θα εισέπρατταν ακόμη λιγότερα - 230 δις €». 
 Όπως φαίνεται λοιπόν και από άλλες ισχυρότερες χώρες, όταν εισέλθει κανείς στον «καθοδικό σπειροειδή κύκλο» των χρεών, δύσκολα πια μπορεί να ξεφύγει. Όσο πιο πολύ δε η επιβάρυνση των τόκων περιορίζει τις δυνατότητες χειρισμού των προβλημάτων μίας χώρας, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο μίας βραχυπρόθεσμης ανάληψης νέων χρεών, με στόχο να εξισώσει τη διαταραγμένη ισορροπία της «ανταποδοτικότητας» των φορολογικών εσόδων - της εξομοίωσης του «δούναι και λαβείν» δηλαδή, το οποίο προσδιορίζει την οικονομική σχέση της Πολιτείας με τους Πολίτες της.
 Τι κάνει το κράτος λοιπόν για να αποκρύψει ότι οι Πολίτες λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που προσφέρουν, φορολογούμενοι; Απλούστατα δανείζεται κάθε φορά το ποσόν που του λείπει, έτσι ώστε να αναβάλλει την αίσθηση της μειούμενης ανταποδοτικότητας εκ μέρους της πλειοψηφίας του πληθυσμού – όλων αυτών δηλαδή που εξαρτώνται από τη σωστή λειτουργία του κράτους.
 Όμως, όσο αναβάλλει κανείς μία τέτοια «εκμυστήρευση», όσο και αν προσπαθεί δηλαδή να αποκρύψει την πραγματικότητα (υπενθυμίζουμε το άρθρο μας: «Διασπορά ψευδών ελπίδων»), είναι αδύνατον να το συνεχίζει «επ’ αόριστον». Τα νέα χρέη προστίθενται «ανελέητα» στα παλαιότερα, οι τόκοι αυξάνονται συνεχώς, τα χρεολύσια «αναζητούν» την εξόφληση τους και το πρόβλημα «διογκώνεται», σε βαθμό που όλο και πιο δύσκολα ελέγχεται. Όταν δε αυξηθούν τα βασικά επιτόκια, κάτι που θα συμβεί αργά ή γρήγορα, τότε θα πάψει πια, «άπαξ και δια παντός», να απωθείται έντεχνα το πρόβλημα στο «υποσυνείδητο», σαν να μην υπάρχει καν. Η απόσταση μεταξύ της απόδοσης φόρων και της ανταποδοτικότητας τους θα διευρύνεται συνεχώς και δεν θα μπορεί πλέον να διατηρείται κρυφή.
 Θα μπορούσε κανείς βέβαια να αντιτείνει ότι, τα υλικά οφέλη δεν είναι το παν. Η κοινωνική ειρήνη, η εσωτερική και η εξωτερική ασφάλεια, καθώς επίσης η ύπαρξη ενός «λειτουργικού» Κράτους Δικαίου, συνιστούν μια δημόσια προσφορά, η οποία αξίζει πολύ περισσότερο από κάθε τι άλλο. Μία τέτοια τοποθέτηση σίγουρα ισχύει και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποτιμηθεί.
 Όμως, από την άλλη πλευρά, χωρίς σταθερά έσοδα, το κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτού του είδους τα κοινωνικά οφέλη – επίσης όχι τα σωστά σχολεία, την αναγκαία μόρφωση του πληθυσμού, την ιατρική περίθαλψη, τις υποδομές, την απονομή δικαιοσύνης, τις συντάξεις και τόσα άλλα. Η υπερχρέωση του κράτους, καθώς επίσης η αυξημένη επιβάρυνση των τόκων απειλούν, ήδη σήμερα, την κοινωνική ειρήνη και τη συνοχή – όχι μόνο αυτήν που ονομάζουμε γενικά «δικαιοσύνη των επομένων γενεών». Εκτός των άλλων, «υποθάλπει» την «νομιμοποίηση» του «κοινωνικού καπιταλισμού» και της ελεύθερης αγοράς – έμμεσα δε και αυτήν της ίδιας της Δημοκρατίας.
 Η υπερχρέωση λοιπόν του εκάστοτε κράτους και οι αυξημένοι τόκοι των δανείων, λειτουργούν «διαβρωτικά» στη σχέση των Πολιτών με την Πολιτεία. Πολύ περισσότερο, όσο μειώνεται η εμπιστοσύνη των Πολιτών απέναντι στο κράτος τους, τόσο πιο πολύ αντιδρούν στην πληρωμή φόρων και κρατήσεων - επιδεινώνοντας το ήδη υπάρχων πρόβλημα. Οι υψηλότεροι δε «ονομαστικοί» φόροι (πραγματικοί είναι αυτοί που εισπράττονται και όχι αυτοί που ανακοινώνονται), κυρίως όμως αυτοί που υπερβαίνουν τα όρια ανοχής/αντοχής  των Πολιτών, «υποδαυλίζουν» επικίνδυνα την παραοικονομία - γεγονός που δυστυχώς λειτουργεί αντίθετα στις «φοροεισπρακτικές» προσδοκίες των κρατών.  
  Οφείλει λοιπόν η Πολιτεία να είναι πάρα πολύ προσεκτική τόσο με τη φορολόγηση, όσο και με τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, ενεργώντας χωρίς καμία καθυστέρηση και χωρίς να επιτρέψει στον εαυτό της απολύτως κανένα σφάλμα. Είναι ασφαλώς υποχρεωμένη να αναρωτηθεί, εάν τα μέσα που χρησιμοποιεί για την εξασφάλιση της οικονομικής  σταθερότητας και της ανάπτυξης, τα οποία όμως επίσης χρηματοδοτεί μέσω της ανάληψης νέων χρεών, συντελούν πράγματι στη λύση του προβλήματος και δεν εξελίσσονται σε αναπόσπαστο μέρος του.
 Ας μην ξεχνάμε ότι, ακόμη και οι «εχθροί του κράτους» ή «οι εχθροί του λαού», δεν θα αντιμετώπιζαν τους φόρους ή τις κρατήσεις σαν περιορισμό των δικαιωμάτων και της ελευθερίας τους, εάν ένα σωστά χρηματοδοτούμενο κράτος φρόντιζε για την οικονομική ανάπτυξη, έδινε τις ευκαιρίες εξέλιξης και εγγυούταν την ασφάλεια των Πολιτών του.
 Εξειδικεύοντας στην Ελλάδα, το πρόβλημα του δημοσίου χρέους και των «κοινωνικών» επιπτώσεων του, είναι σαφώς μεγαλύτερο από το αντίστοιχο άλλων «δυτικών» χωρών – πόσο μάλλον της Γερμανίας. Οi πίνακες που ακολουθούν, «διαγράφουν» το μέγεθος του, όσο ίσως τίποτα άλλο, χωρίς να χρειάζονται περιττά λόγια και «περίπλοκες» ερμηνείες «ειδικών»:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: ΕΣΟΔΑ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ


ΕΣΟΔΑ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 2010
ΠΟΣΟΣΤΑ  100%


Πιστωτικά έσοδα (δανεισμός)
41,50
Φόρος Εισοδήματος
17,30
Φ.Π.Α.
17,00
Φόροι κατανάλωσης
10,80
Λοιποί άμεσοι φόροι
5,70
Μη φορολογικά έσοδα
3,10
Λοιποί έμμεσοι φόροι 
2,30
Μη τακτικά έσοδα
1,50
Φόροι στη περιουσία
0,90
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΕΞΟΔΑ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ


ΔΑΠΑΝΕΣ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 2010
ΠΟΣΟΣΤΑ  100%


Μισθοί και συντάξεις
28,50
Χρεολύσια
21,20
Ασφάλιση, Περίθαλψη, Κοινωνική προστασία*
17,50
Τόκοι
14,10
Λειτουργικές και λοιπές δαπάνες
10,40
Αποδιδόμενοι πόροι
5,30
Εξοπλιστικά προγράμματα
2,20
Λοιπές δαπάνες
0,80
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών     Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
* Στην ασφάλιση περιλαμβάνεται και ποσόν 550 εκ. € που δίνεται σε ομόλογα δημοσίου 

Όταν το 41,50% του προϋπολογισμού προέρχεται από νέα πιστωτικά έσοδα (δανεισμό), ενώ η εξόφληση του παλαιότερου δανεισμού (χρεολύσια) είναι μόλις 21,20% - με μισθούς ΔΥ, ασφάλιση, συντάξεις, και τοκοχρεολύσια να υπερβαίνουν το 81% των συνολικών δαπανών του ελληνικού δημοσίου, τότε καταλαβαίνουμε πολύ εύκολα ότι δεν μένει σχεδόν τίποτα που να μπορεί να λειτουργήσει «ανταποδοτικά» προς τους Πολίτες - διατηρώντας ανέπαφη την κοινωνική ειρήνη και την συνοχή της χώρας.   
 Επίσης, όταν οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων είναι κατά μέσον όρο 2.725 € μηνιαία (το 33% περίπου των «πρωτογενών δαπανών» του προϋπολογισμού και συζητούνται αυξήσεις!!), ενώ οι αντίστοιχοι του ιδιωτικού τομέα υπολογίζονται στα 740 € (περίπου 4 φορές χαμηλότερα), με τις μέσες συντάξεις στην Ελλάδα να αποτελούν το 95,7% της προηγούμενης αμοιβής του εργαζομένου (στην αρκετά πλουσιότερη Γερμανία μόλις το 43%), το μέλλον δεν διαγράφεται «ευοίωνο», εάν δεν υπάρξει άμεση λύση – γράφοντας «λύση» δεν εννοούμε βέβαια τη λήψη νέων δανείων, με υπέρογκους τόκους, «μέτρα ΔΝΤ» και γερμανικούς ελέγχους.    
 Εν πρώτοις λοιπόν, η μοναδική «κοινή» λύση για όλες της Ευρωπαϊκές χώρες είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο ελεγχόμενος πληθωρισμός (αύξηση της ποσότητας χρήματος Μ3, διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων, διολίσθηση του € όπως πρόσφατα η Στερλίνα κλπ) εκ μέρους της Ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας - αφού διαφορετικά δεν μειώνονται «από κοινού» τα χρέη, δεν «διαχειρίζονται» εύκολα οι μισθοί, δεν καλύπτονται μακροπρόθεσμα τα τεράστια ελλείμματα, δεν αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα και δεν εξυγιαίνεται ο παραγωγικός μηχανισμός. Επί πλέον, η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού ΔΝΤ, Ευρωπαϊκών εταιρειών αξιολόγησης, Ευρωομολόγων κλπ, καθώς επίσης η πραγματική, η πολιτική δηλαδή ένωση ισότιμων μεταξύ τους κρατών.
 Ειδικά όσον αφορά τη χώρα μας, αλλά και αρκετές άλλες ελλειμματικές, το σημαντικότερο ίσως από όλα τα παραπάνω, είναι το «άνοιγμα» των ευρωαγορών για τα προϊόντα της (μέσω του οποίου και μόνο θα μπορούσε να διορθωθεί το «καταστροφικό» εμπορικό ισοζύγιο της), στο οποίο θα συνέβαλε ουσιαστικά η αύξηση της κατανάλωσης των πλεονασματικών χωρών. Σε κάθε περίπτωση κυρίως της Γερμανίας, η οποία είναι «πρωταθλητής» στις αποταμιεύσεις του ιδιωτικού τομέα και στις μειωμένες δαπάνες διαβίωσης - με τις εξαγωγές να αποτελούν πλέον το 47% του ΑΕΠ της, όταν τη δεκαετία του 1990 ήταν μόλις το 20% (291 δις € εκτός Ευρώπης και 703 δις € εντός – ήτοι, πάνω από το 70%).
 Άλλωστε κάποια στιγμή θα διαπιστώσει έντρομη ότι, δεν μπορεί μόνο να εισπράττει από την Ευρώπη, έχοντας αφαιρέσει έμμεσα (υψηλό Ευρώ, εξουδετέρωση του παραγωγικού ιστού κλπ) από πολλές χώρες τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους (άρθρο μας: «Ο αδύναμος κρίκος»). Θα συνειδητοποιήσει λοιπόν ότι δεν έχει νόημα να πουλάει, χωρίς να εισπράττει - όπως επίσης ότι η Οικονομία της δεν είναι ισορροπημένη, αφού στηρίζεται ελάχιστα στην εσωτερική κατανάλωση. Ίσως τότε να καταλάβει ότι, δεν είναι εύστοχο, πόσο μάλλον «ευρωπαϊκά» έντιμο, να ανοίγει εργοστάσια μόνο στην Κίνα ή σε άλλες ανάλογες χώρες, λειτουργώντας στην Ευρώπη μόνο «εμπορικά» - εισπρακτικά δηλαδή και καθόλου παραγωγικά.   
  Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως δεν πρέπει η Ελλάδα να λειτουργήσει «προσθετικά» - παράλληλα και αυτόνομα δηλαδή, χωρίς να περιμένει «παθητικά» βοήθεια από τους «εταίρους» της (την οποία δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι θα λάβει τελικά - πολύ περισσότερο μετά τη σημερινή δήλωση του διευθύνοντος οικονομολόγου της Ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας: «Η ΕΚΤ απορρίπτει τη βοήθεια της ΕΕ προς την Ελλάδα»).
 Η «τυπική» υποτίμηση, την οποία έχει απόλυτη ανάγκη για την επανεκκίνηση της Οικονομίας της (το νόμισμα μίας χώρας είναι ουσιαστικά το παραγόμενο προϊόν της - το € είναι το ανταλλακτικό μέσον και τίποτα άλλο), θα μπορούσε να είναι «εθελούσια» - όχι απαραίτητα «επιβεβλημένη» από τρίτους (για παράδειγμα, σε σχέση με την ήδη υπάρχουσα ουσιαστική υποτίμηση του «Ελληνικού €», για ένα φόρεμα στη χώρα μας πληρώνουμε 100 €, όταν για το ίδιο ακριβώς στη Γαλλία πληρώνουμε κάτω από 70 €).
 Οι διάφορες αμοιβές (μισθοί, κέρδη, συντάξεις, επιδόματα, υπερωρίες κλπ), δεν είναι υποχρεωτικό να μειώνονται τεχνητά (πληθωριστικά), εάν οι Πολίτες, οι συνδικαλιστές, καθώς επίσης η κυβέρνηση τους, διαθέτουν κοινή λογική, σοβαρότητα και ενήλικη ωριμότητα. Οι τιμές των εξαγωγικών προϊόντων της χώρας θα μπορούσαν να μειωθούν, εάν αποφασιζόταν άμεσα η επιδότηση των θέσεων εργασίας ειδικά των εξαγωγικών «παραγωγικών» εταιρειών, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες.
  Η πράσινη ανάπτυξη θα μπορούσε να αποβεί «βιομηχανικά» ωφέλιμη και για την Ελλάδα, εάν δεν προσανατολιζόταν μόνο στη χρήση της, αλλά, κυρίως, στην παραγωγή της (εργοστάσια ηλιακής ενέργειας κλπ - όπως η Γερμανία, οι Η.Π.Α. και όλοι οι άλλοι). Η γραφειοκρατία, ο «αδιάφθορος» έλεγχος, το άνοιγμα των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα το κλείσιμο τους («δεύτερη ευκαιρία» κλπ), θα μπορούσε κάλλιστα να απλοποιηθεί - εύκολα και γρήγορα, χωρίς κόστος.
 Οι Πολίτες με τη σειρά τους θα μπορούσαν να περιορίσουν το κόστος διαβίωσης τους (ειδικά εδώ οι Έλληνες την εξεζητημένη, νεόπλουτη συμπεριφορά και τα καταναλωτικά συμπλέγματα τους), χωρίς να περιμένουν να τους επιβληθεί από τα γεγονότα - στηρίζοντας με τις αποταμιεύσεις τους την Οικονομία της χώρας τους. Επίσης με τα «Εθνικά Ομόλογα», στην ενδεχόμενη έκδοση των οποίων είναι προφανώς αντίθετες οι τράπεζες (υπενθυμίζουμε ένα πρόσφατο άρθρο ενός Έλληνα τραπεζίτη, σχετικό με το ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να καλύψει εσωτερικά τις πιστωτικές ανάγκες της – μόλις 60 δις € για το 2010!). Επίσης, θα μπορούσαν να καλύπτουν τις ανάγκες τους, με τα προϊόντα των δικών τους παραγωγών, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα τους και βοηθώντας τους να δημιουργήσουν περισσότερες, νέες θέσεις εργασίας - οι οποίες θα λειτουργούσαν προσθετικά στην εσωτερική κατανάλωση και «αφαιρετικά» στις δαπάνες (επιδόματα ανεργίας κλπ) του κράτους.       
 Η Ελληνική Ναυτιλία θα μπορούσε να «επαναπατρισθεί», καθώς επίσης να γίνει ξανά «εμπορική», αντί απλά «μεταφορική», εάν της δινόταν το όραμα και η ευκαιρία. Ο Τουρισμός θα μπορούσε να αναπτυχθεί ποιοτικά, «καταπολεμώντας» τη «στρεβλή εποχικότητα» του - μειώνοντας επομένως τόσο το κόστος λειτουργίας, όσο και τις τιμές του. Η Εκπαίδευση θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη, εάν οι καθηγητές δεν απέβλεπαν μόνο στα φροντιστήρια, διδάσκοντας πρακτικά «μαθήματα παραοικονομίας» - η ιατρική περίθαλψη επίσης. Τέλος, οι «ιθύνοντες» θα μπορούσαν να προέρχονται και από την ιδιωτική Οικονομία, έτσι ώστε να μην χαρακτηρίζονται ως «ερασιτέχνες» από τα ξένα ΜΜΕ – πόσο μάλλον για να κατανοούν σωστά τις δύσκολες συνθήκες, ενεργώντας και θεσμοθετώντας όχι μόνο συνετά, αλλά και πρακτικά, χωρίς συνεχείς παλινωδίες και «τρομοκρατικά φορολογικά χτυπήματα».  
 Υπάρχουν λοιπόν ήπιοι, ορθολογικοί και εφικτοί τρόποι να λυθούν κάποια από τα προβλήματα της χώρας «με ίδια μέσα», χωρίς να «αποδημήσει» από την Ευρωζώνη, χωρίς καινούργιο δανεισμό, χωρίς άσκοπα ψέματα και χωρίς να διαταραχθεί εγκληματικά η κοινωνική συνοχή με «καταναγκαστικά», δυσβάστακτα, αψυχολόγητα, ατελή, διαβρωτικά και ανεύθυνα μέτρα, τα οποία απλά και μόνο θα «επέφεραν» το τελειωτικό χτύπημα σε μία εγκληματικά αποβιομηχανοποιημένη Οικονομία - γεγονός για το οποίο είμαστε όλοι μας οι κύριοι υπεύθυνοι.
 Απαιτείται όμως, σήμερα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή, μία υψηλής ποιότητας ηγεσία (στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση), η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος, καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα εντός και εκτός της χώρας της, να μην υποκύπτει σε πιέσεις, να εμπνέει, να δίνει όραμα και να διδάσκει.
 Βασίλης Βιλιάρδος-- Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

Η ιδιαιτερότητα των προβλημάτων ρευστότητας μίας χώρας του €

Η ιδιαιτερότητα των προβλημάτων ρευστότητας μίας χώρας του €
Επειδή η χρεοκοπία μίας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης δεν μπορεί να θεωρηθεί «ιδιωτικό» θέμα της, πόσο μάλλον όταν οι «εθνικές» νομισματικές δυνατότητες «ύστατης» άμυνας της (διολίσθηση του νομίσματος, πληθωρισμός, υποτίμηση κλπ), έχουν πλέον «εκχωρηθεί» στην Κομισιόν (ΕΚΤ), το μεγαλύτερο ίσως ερώτημα είναι το πώς θα αντιδρούσε η Ε.Ε., εάν βρισκόταν κάποτε αντιμέτωπη με την προοπτική ενός τέτοιου ενδεχομένου. Περαιτέρω, το πώς θα ενεργούσε στη συνέχεια, μετρώντας προφανώς τις επιπτώσεις στη δομή της, στην εικόνα της, στο μέλλον της (ιδίως στην υπό εξέλιξη πολιτική ένωση της), καθώς επίσης στα υπόλοιπα, υγιή μέλη της.
Τέλος, το πόσο συνετά, συνειδητά, υπεύθυνα και «εμπρόθεσμα» θα λάμβανε τα μέτρα του το επαπειλούμενο με πτώχευση και «αποπομπή» μέλος – ειδικότερα δε, το εάν η κυβέρνηση του θα επέλεγε την αποσιώπηση  του προβλήματος απέναντι στους Πολίτες, τον εκφοβισμό τους ή την αντικειμενική ενημέρωση και ενεργή συμμετοχή τους στην έγκαιρη επίλυση του. Αναλύοντας σε γενικές γραμμές το θέμα, τις συνέπειες καλύτερα ενός ενδεχομένου πτώχευσης και αποπομπής για όλους τους «συμμετέχοντες», διαπιστώνουμε τις εξής «ιδιαιτερότητες»:
 (α)  Η κοινή αντιμετώπιση όλων των μελών είναι θεσμοθετημένη, μέσα από ειδική ρήτρα της ευρωπαϊκής οδηγίας («no-bail-out», άρθρο 103). Ούτε η Ε.Ε., ούτε καμία άλλη χώρα-μέλος της, δεν μπορεί να δεσμευθεί, ή να εγγυηθεί εκ των προτέρων, την πληρωμή υποχρεώσεων μίας άλλης χώρας – δεν επιτρέπεται επί πλέον να επέμβει καμία χώρα σαν «τριτεγγυήτρια», όταν μία άλλη αντιμετωπίζει προβλήματα πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της. Ειδικά δε στην περίπτωση που μία χώρα-μέλος δανείζει απλά μία άλλη, είναι υποχρεωμένη να υπολογίσει μόνη της το πιστωτικό ρίσκο, το αντίστοιχο επιτόκιο και τις λοιπές συνθήκες παροχής δανείου. 
 (β)  Το άρθρο 119 επιτρέπει τη «βοήθεια» μίας χώρας της Ε.Ε. που αντιμετωπίζει προβλήματα πληρωμής των υποχρεώσεων της, με τη μορφή παροχής δανείων – γεγονός που συνέβη με τις πιστώσεις που δόθηκαν στις Ουγγαρία, Λετονία και Ρουμανία. Εν τούτοις, κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά για τις χώρες του Ευρώ, στις οποίες δεν επιτρέπεται ούτε καν η παροχή υπεραναλήψεων από την ΕΚΤ ή τις εθνικές κεντρικές τράπεζες (για παράδειγμα, από την ΤτΕ). Επίσης δεν επιτρέπεται η παροχή δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (Ε.Τ.Ε.), η οποία υποχρεούται να χρηματοδοτεί μόνο συγκεκριμένα επιχειρηματικά σχέδια και όχι οφειλές του δημοσίου (άλλωστε τα κράτη-μέλη είναι μέτοχοι της Ε.Τ.Ε. και κάτι τέτοιο θα ήταν εναντίον των απαγορεύσεων που πηγάζουν από τη ρήτρα «bail-out»).     
 (γ)  Το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας μίας χώρας της Ε.Ε. αποτελεί προφανώς πρόβλημα για όλα τα μέλη της, σε σχέση με τη δική τους αξιοπιστία. Από τη μία πλευρά, κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε σημαντικά το κόστος δανεισμού των υπολοίπων, αφού για πρώτη φορά θα «τιμολογούταν» από τις χρηματαγορές το ρίσκο της πτώχευσης μίας χώρας της Ε.Ε. Η πιστοληπτική τους ικανότητα θα αξιολογούνταν χαμηλότερα και τα επιτόκια δανεισμού τους θα αυξάνονταν, με σημαντικά επακόλουθα για τη ρευστότητα τους. Επίσης, η ισοτιμία του Ευρώ θα «αδυνάτιζε» για μία μεγάλη χρονική περίοδο, ενώ θα δυσχεραινόταν η διεκδίκηση της αποδοχής του € σαν παγκοσμίου αποθεματικού νομίσματος (ή, έστω, η προοπτική μίας «βαρύνουσας» συμμετοχής του στο καλάθι των νομισμάτων-χρυσού που πιθανότατα θα αντικαταστήσουν το δολάριο). Από την άλλη πλευρά βέβαια, ή χρεοκοπία ενός μέλους θα έμοιαζε με την «πολιτική» παραδοχή της πλήρους αποτυχίας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
 (δ)  Η δυνατότητα της έκδοσης Ευρωπαϊκών Ομολόγων, η οποία προτάθηκε από την Ιταλία, δεν έγινε αποδεκτή από την Ε.Ε. Παρά το ότι το επιτόκιο ενός τέτοιου ομολόγου θα ήταν χαμηλότερο από αυτό που πληρώνει η πλειοψηφία των χωρών-μελών, εν τούτοις θα ήταν υψηλότερο από αυτό που κοστίζει στη Γερμανία (3%), η οποία υπολόγισε (και δεν το αποδέχθηκε) ότι για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα επί πλέον θα επιβαρυνόταν με το ποσόν των 3 δις € ετησίως («βάση» υπολογισμού το δημόσιο χρέος της το 2007).
  Ίσως εδώ είναι σκόπιμο να αναφέρουμε μία μικρή παράγραφο από βιβλίο-μελέτη του Keynes: «… ο Γερμανός δεν καταλαβαίνει και δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα, παρά μόνο τον εκφοβισμό, ότι δεν δείχνει καμία γενναιοδωρία ή ενδοιασμό στις διαπραγματεύσεις, ότι δεν υπάρχει πλεονέκτημα που δεν θα κοιτάξει να εκμεταλλευθεί και κανένα σημείο στο οποίο δεν θα ξέπεφτε χάριν του κέρδους, ότι είναι άνευ τιμής, περηφάνιας ή οίκτου. Ως εκ τούτου δεν πρέπει ποτέ να διαπραγματεύεσαι με ένα Γερμανό ή να συμφιλιώνεσαι μαζί του – πρέπει να του υπαγορεύεις…..(η Γερμανία θα μπορούσε να) εξακοντίσει ξανά ενάντια στη Γαλλία το μεγαλύτερο πληθυσμό της, τις ανώτερες πλουτοπαραγωγικές πηγές της και την τεχνική της δεξιότητα».       
 (ε)  Η μοναδική δυνατότητα χρηματοδότησης μίας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας που «προαναγγέλλουν» τη χρεοκοπία της, είναι η λήψη δανείου από μία ή περισσότερες άλλες (bilateral credit). Στην περίπτωση αυτή, η Κομισιόν έχει τη δυνατότητα να μεσολαβήσει για την «οργάνωση» του δανείου, έτσι ώστε να «στηρίξει» με την αξιοπιστία και με τις γνώσεις της την όλη διαδικασία. Δεν εξετάζουμε εδώ την πιθανότητα «εισόδου» του ΔΝΤ στη χώρα, αφενός μεν επειδή θεωρούμε τις μεθόδους του καταστροφικές, ειδικά σε περιόδους ύφεσης, αφετέρου δε λόγω της ουσιαστικής καθοδήγησης του από τις Η.Π.Α. – γεγονός που μάλλον προδιαθέτει αρνητικά την Ε.Ε.      
 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ
 Κατ’ αρχήν, η έξοδος μίας χώρας από τη ζώνη του Ευρώ δεν σημαίνει ταυτόχρονα τη μη συμμετοχή της στην Ε.Ε. Περαιτέρω, τα προβλήματα ρευστότητας ενός μέλους, ιδιαίτερα το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας, συνιστούν μία τεράστια παράβαση του «συμφώνου σταθερότητας», η οποία πιθανόν θα αιτιολογούσε την «εθελουσία αποπομπή» του: να υποχρεωθεί δηλαδή το προβληματικό κράτος στην υποβολή της «παραίτησης» του, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα τη σχετική «άμβλυνση» των συνεπειών της χρεοκοπίας της συγκεκριμένης χώρας (με την έννοια που «εκφράζεται» χαρακτηριστικά από την παροιμία: «καλύτερα ένα οδυνηρό τέλος, παρά μία οδύνη δίχως τέλος), για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη και τη μελλοντική σταθεροποίηση τους.
Φυσικά, κάτι τέτοιο ουσιαστικά δεν προβλέπεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η «εθελουσία έξοδος» όμως προβλέπεται για πρώτη φορά ρητά από τη συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία έγινε πρόσφατα αποδεκτή από όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. – βλέπε http://europa.eu/lisbon_treaty/glance/index_el.htm). Αναλυτικότερα, οι «συνέπειες» για αμφοτέρους τους συμβαλλομένους έχουν ως εξής:
 (α)  Εξετάζοντας εν πρώτοις τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα της εξόδου από την Ευρωζώνη για το κράτος-μέλος (όσο μπορεί κανείς να θεωρήσει «πλεονέκτημα» κάτι τέτοιο, αφού ουσιαστικά θα ήταν μία επανεκκίνηση των €-ενταξιακών διαπραγματεύσεων από μηδενικό σημείο), σε γενικές γραμμές θα ήταν κυρίως «νομισματικής φύσης» (υποτίμηση του νέου νομίσματος, τεχνητός πληθωρισμός για τη μείωση του δημοσίου χρέους κλπ). Θα μπορούσαμε επίσης να προσθέσουμε και τις δυνατότητες δανεισμού του «εξερχόμενου» μέλους από την Ε.Ε., ενώ θα υπήρχαν και διάφορα άλλα οφέλη (ισοτιμία ανταλλαγής νομίσματος με Ευρώ, κερδοφόρα «ανταλλαγή» ομολόγων κλπ), που θα προέκυπταν κυρίως από τη διαπραγμάτευση της «εξόδου» με την Ε.Ε.
 (β)  Οι «οικονομικές συνέπειες» της εξόδου ενός κράτους-μέλους για την Ε.Ε. είναι ανάλογες με το μέγεθος της Οικονομίας του. Η επαναφορά του αρχικού νομίσματος στη χώρα που εξέρχεται (για παράδειγμα, της δραχμής στην Ελλάδα), σημαίνει την ανταλλαγή του με το Ευρώ. Ανεξάρτητα όμως από την ισοτιμία ανταλλαγής που αποφασίζεται, είναι πολύ πιθανόν οι ιδιοκτήτες του Ευρώ, οι Πολίτες δηλαδή της χώρας που παύει να είναι μέλος της Ευρωζώνης, να «ξεφύγουν» από την ανταλλαγή και να διατηρήσουν στην κατοχή τους τα αποταμιευμένα €. Επειδή λοιπόν δεν θα επιστραφούν αρκετά € στην κεντρική τράπεζα της εν λόγω χώρας, δεν θα μπορέσει αυτή με τη σειρά της να εξοφλήσει τις οφειλές της απέναντι στο Ευρωπαϊκό Σύστημα των Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) – που όμως διατηρεί σαν εγγύηση (και θα παρακρατήσει «καταναγκαστικά») το σχετικά χαμηλό ποσοστό συμμετοχής της «τοπικής» κεντρικής τράπεζας στην ΕΚΤ.
 (γ)  Επόμενο πρόβλημα της μειωμένης εξόφλησης του ΕΣΚΤ από τη χώρα που εξέρχεται για τις υπόλοιπες χώρες, είναι η δημιουργία πληθωριστικών συνθηκών, οι οποίες υπολογίζονται από τη διαφορά του ποσοστού αλλαγής του - μειωμένου από την έξοδο της χώρας - ΑΕΠ της Ευρωζώνης και του ποσοστού της (μειωμένης) επιστροφής της «χρηματικής ποσότητας» των Ευρώ (προφανώς, η «ελλειμματική» ποσότητα χρημάτων στη χώρα που εξέρχεται, «καλύπτεται» διαχρονικά με την εκτύπωση νέων χαρτονομισμάτων από την κεντρική της τράπεζα, παρά το ότι δεν τα ανταλλάσσουν άμεσα οι Πολίτες που «παρακρατούν» τα Ευρώ).
 Μειώνεται δηλαδή το ΑΕΠ της Ευρωζώνης, ενώ δεν μειώνεται αντίστοιχα η ποσότητα των χρημάτων (€) που κυκλοφορούν, αφού δεν απορροφάται και δεν «καταστρέφεται» το σύνολο τους από την ΕΚΤ. Ένεκα τούτου, ο «πληθωρισμός εξόδου» μίας μικρής χώρας, είναι σχεδόν αμελητέος για όλες τις υπόλοιπες, ενώ μίας μεγάλης (όπως για παράδειγμα της Ιταλίας, η οποία διαθέτει πολλαπλάσια ποσότητα € από αυτήν της Ιρλανδίας), είναι εξαιρετικά επικίνδυνος.
 Ανεξάρτητα με το παραπάνω θέμα, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ το ότι, η μείωση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης που ευρίσκεται σε εξέλιξη, λόγω της παρούσης χρηματοπιστωτικής κρίσης (γύρω στο -5% για τη Γερμανία κλπ), σε συνδυασμό με την αύξηση (αντί της αντίστοιχης μείωσης) της ποσότητας των χρημάτων ένεκα (1) των μέτρων στήριξης της οικονομίας (2) της νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών  και (3) της παγίδας ρευστότητας που προκαλούν οι τράπεζες, μας «προειδοποιεί» (Ε.Ε., Η.Π.Α. κ.α.) για πολύ μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις στο μέλλον - στην περίπτωση που η ανάκαμψη ακολουθήσει (εάν) καθυστερημένα. 
 (δ)  Τα μειονεκτήματα της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη για την ίδια είναι το λιγότερο καταστροφικά. Κατά την άποψη μας, ισοδυναμεί στην κυριολεξία με την καταδίκη της σε θανατική ποινή – με την εν ψυχρώ εκτέλεση της. Ακόμη και η προοπτική, η διαφαινόμενη πιθανότητα δηλαδή της εξόδου μίας χώρας από τη ζώνη του Ευρώ, θα δημιουργούσε από πολύ πριν τεράστιες πιέσεις (πωλήσεις) στις αγορές κρατικών ομολόγων, γεγονός που θα είχε σαν αποτέλεσμα μία υπερβολική άνοδο των επιτοκίων τους (spread - πτώση της αγοραστικής τους αξίας). Ήδη διαπιστώνουμε όσον αφορά την Ελλάδα, ανάλογες (αν και ανεπαίσθητες ακόμη) «κινήσεις», οι οποίες δυστυχώς «ερμηνεύονται» λανθασμένα από μεγάλο μέρος του Τύπου και της Κοινής Γνώμης (όχι όμως από την αγορά ομολόγων και το χρηματιστήριο). 
 Οι παγκόσμιες χρηματαγορές θα αξιολογούσαν πολύ δυσμενέστερα τον κίνδυνο χρεοκοπίας και θα δυσκόλευαν κατά πολύ την παροχή νέων δανείων στο «εξερχόμενο» κράτος (αγορά καινούργιων ομολόγων του δημοσίου). Επί πλέον, είναι σχεδόν βέβαιη η συνεχής υποτίμηση του εθνικού νομίσματος της χώρας που εξέρχεται, με καταστροφικές συνέπειες για τις τράπεζες και τους εισαγωγείς της, οι οποίοι, συμβεβλημένοι σε όρους Ευρώ, θα βρισκόταν αντιμέτωποι με τεράστιες διακυμάνσεις της ισοτιμίας του εθνικού τους νομίσματος, γεγονός που θα τους δημιουργούσε δυσανάλογες ζημίες, προβλήματα ρευστότητας κλπ.
 (ε)  Τα μειονεκτήματα της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη, τόσο για την Ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά (ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων κλπ), όσο και για την πολιτική της ένωση, είναι επίσης καταστροφικά.
 Από η μία πλευρά δηλαδή, οι «πληθωριστικοί κίνδυνοι εξόδου» μίας χώρας για την Ε.Ε., οι οποίοι προέρχονται από τη μειωμένη επιστροφή προς την ΕΚΤ της ποσότητας των χαρτονομισμάτων (€) που ανταλλάσσονται, καθιστά υποχρεωτική την επιβολή ελέγχων διακίνησης κεφαλαίων (ειδικά όταν πρόκειται για μία μεγάλη χώρα, όπως για παράδειγμα την «παραπαίουσα» Ιταλία), με στόχο την προστασία της Ευρωζώνης από την «παράνομη» εισροή των μη νόμιμα παρακρατηθέντων από τους Πολίτες χαρτονομισμάτων (€), καθώς επίσης έλεγχο και περιορισμό των εξαγωγών των υπολοίπων μελών της Ευρωζώνης προς τη χώρα που εξέρχεται από αυτήν, έτσι ώστε να εμποδιστεί η «ανεξέλεγκτη» εκροή «περιουσιακών στοιχείων» (ΑΕΠ) των υπολοίπων χωρών – η εκροή δηλαδή «περιουσιακών στοιχείων» (παραγομένων προϊόντων κλπ), μέσω της ανταλλαγής τους με μη νόμιμα €.
 Από την άλλη πλευρά, αφενός μεν οι απλήρωτες οφειλές της εξερχόμενης χώρας προς τις υπόλοιπες, αφετέρου δε οι ενδεχόμενες απαιτήσεις αποζημιώσεων των υπολοίπων κρατών εναντίον της, θα μπορούσαν να επιβαρύνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το πολιτικό «κλίμα» της Ε.Ε.  Είναι επομένως φανερό το ότι, η έξοδος μίας χώρας δεν θα έθετε σε κίνδυνο μόνο τη Νομισματική Ένωση, αλλά, επί πλέον, τη διαδικασία «αφομοίωσης» της πραγματικής οικονομίας της Ε.Ε. και την πολιτική κατανόηση όλων των μελών (27) μεταξύ τους.   
 Κλείνοντας, θεωρούμε ότι οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης που τυχόν επαπειλούνται από τόσο σοβαρούς κινδύνους, οφείλουν να ενημερώνουν άμεσα, σωστά και αντικειμενικά τους Πολίτες τους, να συστήνουν αποτελεσματικές, εξειδικευμένες επιτροπές χειρισμού τέτοιου είδους προβλημάτων (εάν δεν θέλουν φυσικά να επιστρέψουν οι χώρες τους, εντελώς απομονωμένες από τις υπόλοιπες, σε συνθήκες διαβίωσης του παρελθόντος), καθώς επίσης να τα τοποθετούν χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση, ανεξαρτήτως κόστους, σε πρώτη προτεραιότητα.
 Βασίλης Βιλιάρδος--- Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

Οι βασικές αιτίες της χρεοκοπίας ενός κράτους & τα αποτελέσματα της

  Οι βασικές αιτίες της χρεοκοπίας ενός κράτους & τα αποτελέσματα της

Τον τελευταίο καιρό ευρίσκεται κανείς όλο και πιο συχνά «αντιμέτωπος» με μία «πεποίθηση» που κυριαρχεί παντού, σε σχέση με τον κίνδυνο χρεοκοπίας της χώρας μας. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα έχει ήδη «πτωχεύσει», ενώ αρκετοί κατακρίνουν, θεωρούν ένοχους καλύτερα για την πιθανή «χρεοκοπία», τις κυβερνήσεις μας. Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων και οι κυβερνώντες, ενοχοποιούν την «προδιάθεση» των ελευθέρων επαγγελματιών, καθώς επίσης των μικρομεσαίων κυρίως επιχειρήσεων μας στη φοροδιαφυγή.
Δυστυχώς, ελάχιστοι «ενοχοποιούν» τη συνεχώς διευρυνόμενη επέκταση και τη «στρατηγική» φοροαποφυγή κάποιων ελληνικών και διεθνών πολυεθνικών (για παράδειγμα, στο έτος 2008, σύμφωνα με δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας, η ΕΧΑΕ, ιδιοκτήτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, με κέρδη 105 εκ. € πλήρωσε φόρο 13 εκ. € - δηλαδή πραγματικός συντελεστής 12,4% αντί 25%, ενώ η ΤΙΤΑΝ, με κέρδη 113,29 εκ. €, πλήρωσε φόρους 7,3 εκ. € - πραγματικός συντελεστής 6,47% κλπ), τη «δυσλειτουργία» της δημόσιας διοίκησης, η οποία κάποτε κυβερνάει αυθαίρετα, «ερήμην» δηλαδή των εκάστοτε πολιτικών, καθώς επίσης τη συνεχή «εκποίηση» των κερδοφόρων, κρατικών ή ιδιωτικών, επιχειρήσεων μας.
 Θεωρώντας ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος μίας χρεοκοπίας, ο οποίος είναι βέβαια υπαρκτός για κάθε επιχείρηση και για κάθε κράτος, είναι ακριβώς η ολοκληρωτική επικράτηση αυτής της «πεποίθησης» η οποία, εκτός των άλλων, δυσχεραίνει τα μέγιστα τις κυβερνήσεις (όπως άλλωστε και τις επιχειρήσεις) στη λήψη των απαιτούμενων διορθωτικών, «αντιθετικών» καλύτερα μέτρων και αντιμετωπίζοντας τη χώρα σαν μία «δική μας» υπερμεγέθη επιχείρηση, από τη σωστή λειτουργία της οποίας εξαρτάται απόλυτα το μέλλον όλων μας (δεν πρόκειται ασφαλώς να μεταναστεύσουμε, για να αποφύγουμε τις συνέπειες), θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε σε γενικές γραμμές το θέμα της «πτώχευσης» ενός κράτους.   
 ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ
 Κατ’ αρχήν, η χρεοκοπία ενός κράτους είναι ουσιαστικά η επίσημη εξαγγελία της κυβέρνησης του, με την οποία καθιστά διεθνώς γνωστή την αδυναμία της να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της χώρας της (εξ ολοκλήρου, ενός μέρους ή των τόκων τους). Επίσης η «στάση πληρωμών», στην οποία εκ των πραγμάτων υποχρεώνεται (άδεια ταμεία, αδυναμία πρόσθετου δανεισμού), ανεξάρτητα από το εάν έχει προηγηθεί ή όχι κάποια επίσημη ανακοίνωση.
 Περαιτέρω, η κυριότερη αιτία της χρεοκοπίας ενός κράτους (όπως και μίας επιχείρησης) είναι αναμφίβολα η υπερχρέωσή του (οι πολεμικές συρράξεις και οι επαναστατικές αλλαγές πολιτεύματος – για παράδειγμα, η μη πληρωμή των χρεών της Γαλλίας των Βουρβόνων από τη γαλλική επανάσταση -  είναι άλλοι λόγοι), η οποία μπορεί να προέλθει:
  (α)  από την κερδοσκοπική επίθεση εναντίον του εθνικού νομίσματος (κίνδυνος που σε μία χώρα της Ευρωζώνης δεν υφίσταται, λόγω του κοινού νομίσματος),
 (β)  από την αρνητική οικονομική συγκυρία στις χρηματαγορές, η οποία μπορεί να καταστήσει αδύνατο ακόμη και τον «υγιή», τον εγγυημένο δηλαδή δανεισμό της (ένας κίνδυνος υπαρκτός σήμερα – παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εν εξελίξει - ακόμη και για μία χώρα της Ευρωζώνης αφού, σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απαγορεύεται να αγοράζει ομόλογα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης),
 (γ)  σαν αποτέλεσμα μίας «σειράς ετών» ελλειμματικών προϋπολογισμών, κατά τη διάρκεια των οποίων το κράτος δαπανούσε περισσότερα από όσα εισέπραττε, ενώ χρηματοδοτούσε τα ελλείμματα του με συνεχώς αυξανόμενα δάνεια (ομόλογα) από τους πολίτες, από τις τράπεζες, από επενδυτές και από άλλα κράτη,
 (δ)  από το συνδυασμό, από την χρονική «συνύπαρξη» δηλαδή των παραπάνω διαφορετικών αιτιών (από την ταυτόχρονη εμφάνιση της δεύτερης και της τρίτης αιτίας, όσον αφορά μία χώρα της Ευρωζώνης).
 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ
 Η πτώχευση ενός κράτους επιβαρύνει τους πάσης φύσεως πιστωτές του, το ίδιο το κράτος, την Οικονομία του και τους Πολίτες του. Αναλυτικότερα, διακρίνουμε τα εξής:
 (α)  Όπως είναι φυσικό, οι πιστωτές ενός κράτους χάνουν εξ’ ολοκλήρου ή ένα μέρος αυτών που του έχουν δανείσει, καθώς επίσης τους τόκους των χρημάτων τους. Συχνά βέβαια, στα πλαίσια διεθνών διαπραγματεύσεων, συμφωνείται η πληρωμή ενός ποσοστού των χρεών (για παράδειγμα, στη γνωστή κρίση της Αργεντινής οι πιστωτές έχασαν μέχρι και το 75% των απαιτήσεων τους), η αποπληρωμή των οποίων «ρυθμίζεται» διαφορετικά, συνήθως ανάλογα με το «είδος» των πιστωτών (εσωτερικού, εξωτερικού, ιδιώτες, κράτη κλπ).
 (β)  Όταν πτωχεύσει ένα κράτος, μηδενίζει (περιορίζει σημαντικά) τις υποχρεώσεις του απέναντι στους πιστωτές του - γεγονός που «ελαφρύνει» τον προϋπολογισμό του, τόσο κατά το ποσόν των τόκων, όσο και των δόσεων επιστροφής των δανείων (χρεολυσίων). Το ίδιο το κράτος «επιβαρύνεται» κυρίως λόγω της απώλειας της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας του, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τον πιστοληπτικό του «θάνατο». Δηλαδή, το κράτος δεν είναι πλέον σε θέση να δανείζεται από τις χρηματαγορές, πόσο μάλλον με λογικά επιτόκια.
 (γ)  Τα αποτελέσματα της χρεοκοπίας ενός κράτους στην Οικονομία του είναι καταστροφικά. Αμέσως μετά ακολουθεί
     * μία πολύ μεγάλη τραπεζική κρίση (οι τράπεζες είναι συνήθως αυτές που κατέχουν σημαντικό μέρος των ομολόγων δημοσίου, τα οποία υποχρεούνται να «αποσβέσουν»),
    * μία εκτεταμένη οικονομική κρίση (η εσωτερική ζήτηση μειώνεται, οι επενδυτές αποσύρουν μαζικά το σύνολο των χρημάτων τους, η παραγωγή συρρικνώνεται, ο πληθωρισμός «καλπάζει», το χρηματιστήριο καταρρέει, η αγορά των ακινήτων επίσης, λόγω απουσίας αγοραστών κλπ) και
    * μία νομισματική κρίση (οι ξένοι επενδυτές «αποφεύγουν» για μεγάλο χρονικό διάστημα τη «χρεοκοπημένη» Οικονομία).        
 (δ)  Ή χρεοκοπία ενός κράτους σημαίνει πρακτικά για τους Πολίτες του τη μείωση των αποταμιεύσεων τους, είτε επειδή είναι πιστωτές του κράτους τους, είτε επειδή το νόμισμα υποτιμάται ραγδαία (δεν ισχύει για τις χώρες του Ευρώ), ενώ δεν προλαβαίνουν να κάνουν αναλήψεις από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Η έμμεση επιβάρυνση τους όμως από τα καταστροφικά αποτελέσματα στην Οικονομία του κράτους (τράπεζες, επιχειρήσεις κλπ) είναι πολύ πιο επώδυνη, κυρίως λόγω της υψηλής ανεργίας που ακολουθεί, καθώς επίσης της απώλειας όλων σχεδόν των κοινωνικών παροχών (παιδεία, υγεία κλπ) που απολάμβαναν.
  ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΠΟΦΥΓΗΣ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ
 Συνεχίζοντας, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες για να αποφύγει ένα κράτος την οριστική του χρεοκοπία. Εάν όμως δεν υπάρξει, από αρκετό χρονικό διάστημα πριν το «μοιραίο», η ανάλογη σοβαρότητα, καθώς επίσης η απόλυτη «συναίνεση» των εργαζομένων, των συνδικάτων, των επιχειρήσεων και των πολιτικών κομμάτων του, είναι εξαιρετικά δύσκολο να έχουν θετικό αποτέλεσμα. Σε γενικές γραμμές είναι οι εξής:
 (α)  Η δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών, όπου «ύστατος» στόχος τους είναι ο περιορισμός των κοινωνικών παροχών, ενώ προέχει η ελαχιστοποίηση των διαφόρων ενισχύσεων-επιδοτήσεων (μέτρα στήριξης, φοροελαφρύνσεις κλπ), καθώς επίσης των μισθών και άλλων εξόδων που συνιστούν μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης του ετήσιου προϋπολογισμού (οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων θεωρούνται ανελαστικοί - δεν μπορούν να μειωθούν δηλαδή, επειδή προστατεύονται από συλλογικές συμβάσεις, αλλά ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων μπορεί να περιορισθεί σημαντικά).
 (β)  Η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων, καθώς επίσης η επιβολή νέων φόρων σε όλους ανεξαιρέτως τους Πολίτες (επιχειρήσεις) της χώρας (η αυθαίρετη επιλογή κάποιων «πλουσίων» φορολογουμένων και η εσφαλμένη, η «απατηλή» δηλαδή παρουσίαση της έκτακτης φορολόγησης τους σαν «αναδιανεμητικό μέτρο», οδηγεί συνήθως σε αντίθετα αποτελέσματα).   
 (γ)  Ο «τεχνητός» πληθωρισμός, μέσω των χαμηλών επιτοκίων (όπως στις Η.Π.Α. σήμερα και όχι μόνο) και η αύξηση της ποσότητας των χρημάτων στην αγορά, χωρίς αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ, καθώς επίσης η υποτίμηση (διολίσθηση) του νομίσματος (οι «λύσεις» αυτές δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στις χώρες της Ευρωζώνης).
 (δ)  Η δυσμενέστερη όλων ίσως είναι η επιβολή «καταναγκαστικών μέτρων» εκ μέρους της κυβέρνησης, επί πλέον των συνήθων φορολογικών. Δηλαδή, οι ειδικοί φόροι εις βάρος της ατομικής περιουσίας των Πολιτών, καθώς επίσης των επιχειρήσεων (εδώ αιτιολογούνται οι «απαιτήσεις» των κυβερνήσεων για πλήρη καταγραφή, στις φορολογικές δηλώσεις, όλων των περιουσιακών στοιχείων των φορολογουμένων), οι οποίοι επιβάλλονται «καταναγκαστικά» από το κράτος, χωρίς τη συμφωνία τους και χωρίς να έχουν «προ-αναγγελθεί» στον ετήσιο προϋπολογισμό.
 (ε)  Η χειρότερη μέθοδος όλων, ο πλέον λανθασμένος κυβερνητικός χειρισμός δηλαδή, είναι κατά την άποψη μας η «φυγή προς τα εμπρός» (front running), με την οποία ουσιαστικά επιδιώκεται η μείωση των δημοσίων χρεών ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (όχι σαν απολύτου μεγέθους και ανεξαρτήτως του ύψους των δαπανών), μέσω της αύξησης του ίδιου του ΑΕΠ. Ο κίνδυνος αυτός είναι κατά πολύ πιο αυξημένος, όταν η «δομή» μίας χώρας (διαρθρωτικά προβλήματα, ανελαστικά μεγέθη, διεθνής ανταγωνισμός, μικρές εξαγωγές, μειωμένη παραγωγικότητα, χαμηλή ανταγωνιστικότητα κλπ), υποδηλώνει την αντικειμενική αδυναμία της να αυξήσει ορθολογικά το παραγόμενο ετήσιο προϊόν της.
Τέλος, ουσιαστικά ένα κράτος θεωρείται επίσημα χρεοκοπημένο, μόνο εάν οι Πολίτες του επιδείξουν «ανυπακοή» - εάν «επαναστατήσουν» δηλαδή και εμποδίσουν την εφαρμογή των καταναγκαστικών και λοιπών μέτρων που επιβάλλονται από την κυβέρνηση τους (σε μία χώρα του Ευρώ από την Κομισιόν, μέσω της εθνικής κυβέρνησης).               
 ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΧΡΕΟΚΟΠΙΩΝ
 Ιστορικά παραδείγματα κρατικών πτωχεύσεων υπάρχουν πάρα πολλά (από το έτος 1750 και μετά, 64 χώρες έχουν χρεοκοπήσει σε 70 διαφορετικές περιπτώσεις – κάποιες περισσότερο από μία φορά), μεταξύ των οποίων της Γερμανίας (χρεοκόπησε το 1923 και το 1948), της Αυστρίας (1811), της Δανίας (1813), της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1876), της Σοβιετικής Ένωσης (1918, όπου αρνήθηκε να αποπληρώσει τα χρέη της τσαρικής Ρωσίας), της Ισπανίας (1557, 1575 και 1596), της Ρωσίας (1998), της Αργεντινής (2002), της Ισλανδίας (2007) κ.α.
 Ειδικά όσον αφορά την Ισλανδία, στα πλαίσια της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης κρατικοποιήθηκαν οι τρείς μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, οι οποίες είχαν συνολικές υποχρεώσεις ίσες με το 900% τους ισλανδικού ΑΕΠ. Στις 16 Οκτωβρίου του 2008 όμως, η κυβέρνηση της χώρας δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εξοφλήσει ένα ληξιπρόθεσμο ομόλογο μίας από αυτές (Glitnir Bank), ύψους 750 εκ. $ - γεγονός που σήμαινε ταυτόχρονα αδυναμία πληρωμών εκ μέρους της Ισλανδίας. Εν τούτοις, η χώρα δεν χρεοκόπησε «τυπικά», επειδή το ομόλογο δεν είχε εκδοθεί από την ίδια, αλλά από την τράπεζα που αναγκάσθηκε να κρατικοποιήσει για να μη χαθεί η αξιοπιστία στο τραπεζικό της σύστημα (μαζικές αναλήψεις, καταγγελία δανείων κλπ).      
 ΔΕΙΚΤΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ
 Υπάρχουν αρκετοί, διαφορετικοί δείκτες μέτρησης του κινδύνου της χρεοκοπίας μίας χώρας, οι οποίοι «χρησιμοποιούνται» τόσο από την ίδια «προληπτικά», όσο και από τις διεθνείς εταιρείες αξιολόγησης (για τον καθορισμό της πιστοληπτικής ικανότητας της, με βάση την οποία υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, τα επιτόκια των ομολόγων του δημοσίου). 
  (α)  Ένας σημαντικός δείκτης του κινδύνου χρεοκοπίας μιας χώρας, είναι η καθαρή θέση της – η αξία δηλαδή των περιουσιακών στοιχείων της που απομένει, εάν αφαιρέσουμε τις υποχρεώσεις της (η «μέτρηση» της καθαρής θέσης στη Γερμανία είναι υποχρεωτική από το Σύνταγμα της – στην Αυστρία μετρείται τακτικά, ενώ μόνο στην Ελβετία υπάρχει ένα ειδικό «φρένο δανεισμού», το οποίο εμποδίζει την υπερχρέωση της χώρας).
 (β)  Ένας δεύτερος δείκτης είναι η πορεία (διαχρονικά) και το ύψος των επιτοκίων που πληρώνει μία χώρα για τα δάνεια που λαμβάνει. Όταν δεν ξεπερνούν πολύ το επιτόκιο μίας ισχυρής Οικονομίας (στην Ε.Ε. η Γερμανία με 3%), θεωρείται ότι δεν «υποδηλώνουν» κίνδυνο χρεοκοπίας (η Αργεντινή πλήρωνε, λίγο πριν πτωχεύσει, 40 ποσοστιαίες «μονάδες βάσης» - δηλαδή πάνω από 40% ).    
 (γ) Επόμενος βασικός δείκτης είναι το ποσοστό των δημοσίων χρεών μίας χώρας, σε σχέση με το ΑΕΠ της αφού, όσο μεγαλύτερο εμφανίζεται, τόσο πιο πιθανή είναι η χρεοκοπία της (το 125% που υπολογίζεται για τη χώρα μας το 2010, είναι πολύ πάνω από το όριο ασφαλείας – 60%). Επίσης, το ποσοστό του εξωτερικού χρέους της σε σχέση με το ΑΕΠ (στη Μ. Βρετανία υπερβαίνει το 400%!). 
 (δ)  Άλλοι δείκτες είναι η ρευστότητα, το ισοζύγιο πληρωμών, η ευκολία διάθεσης των δημοσίων ομολόγων, το έλλειμμα του προϋπολογισμού σε σχέση με το ΑΕΠ (η Ε.Ε. επιβάλλει το «σεβασμό» ενός ανώτατου ορίου 3%), οι εξαγωγές σε σχέση με το ΑΕΠ (υποδηλώνουν την ανταγωνιστικότητα μίας Οικονομίας), το ποσοστό των καταναλωτικών δαπανών που συμβάλλουν στο ΑΕΠ (στις Η.Π.Α. υπερβαίνει τα 75%, ενώ στη Γερμανία είναι αρκετά χαμηλότερο από το 50%), οι συνολικές αποταμιεύσεις των Πολιτών, τα χρέη των ιδιωτών, καθώς επίσης τα διαρθρωτικά και λοιπά προβλήματα της Οικονομίας (διαφθορά, γραφειοκρατία, απαρχαιωμένες δομές, μη ευέλικτη αγορά εργασίας κ.α.).   
 (ε)  Επί πλέον σημαντικοί δείκτες είναι ο δανεισμός των επιχειρήσεων (εξαιρετικά επικίνδυνος στην Ελλάδα, όπου οι μεταχρονολογημένες επιταγές πλησιάζουν το 150% του ΑΕΠ, όταν σε άλλες χώρες δεν υφίσταται καν αυτός ο όρος), η χρηματιστηριακή αξία (κεφαλαιοποίηση) όλων των εισηγμένων επιχειρήσεων της χώρας (είναι θετικό να ξεπερνούν το δημόσιο χρέος της – στην Ελλάδα υπολογίζεται σήμερα γύρω στα 92,5 δις €, έναντι δημοσίου χρέους 300 δις €) και η έκθεση των εγχώριων τραπεζών σε πιστωτικούς κινδύνους - η Αυστρία θεωρείται «ύποπτη» χρεοκοπίας, επειδή οι τράπεζες της έχουν δανείσει στα κράτη της Α. Ευρώπης ποσό που υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ της χώρας (άλλες «ύποπτες» χώρες, εκτός της Ανατολικής Ευρώπης και εκτός αυτών που έχουμε ήδη αναφέρει – Ιταλία, Μ. Βρετανία - είναι η Ιρλανδία και η Ισπανία).
 Βασίλης Βιλιάρδος
    Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου 

Στην αγκαλιά του ΔΝΤ!

Στην αγκαλιά του ΔΝΤ!

Εκτύπωση
imf2Σε πλήρη αποτυχία οδηγεί η στρατηγική του «γεμάτου πιστολιού», που απέτρεψε μεν μια ανεξέλεγκτη αναταραχή στην αγορά χρήματος, ίσως και με τη μαζική φυγή καταθετών από τις τράπεζες: είναι χαρακτηριστικό, ότι το υπουργείο Οικονομικών πανηγυρίζει επειδή κατάφερε χθες να δανεισθεί για ένα χρόνο με 4,85%, την ώρα που, για παράδειγμα, η DeutscheTelekom ανακοίνωνε ότι έκλεισε δάνειο 15 ετών με επιτόκιο 4,8%!
Την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος, ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, εμφανίσθηκε χθες ικανοποιημένος για την έκβαση της δημοπρασίας εντόκων, επειδή καταγράφηκε τεράστια υπερκάλυψη του ζητούμενου ποσού από τις προσφορές των τραπεζών –κυρίως ελληνικών.
Όμως, η Ελλάδα δεν παύει να δανείζεται με κόστος πενταπλάσιο της Γερμανίας, ακόμη και για βραχείες περιόδους, αν και –υποτίθεται ότι- η αγορά έχει πεισθεί για το αδιανόητο μιας ελληνικής στάσης πληρωμών μέσα στον επόμενο χρόνο, για τον οποίο είναι βέβαιο πλέον ότι είναι έτοιμο να… εκπυρσοκροτήσει ανά πάσα στιγμή το μπαζούκας των 45 δις. ευρώ.
Από το 1% στο 4,85%...
Το κόστος δανεισμού ακόμη και για περιόδους 6-12 μηνών είναι υπερδιπλάσιο ακόμη και από τις ήδη αστρονομικές αποδόσεις των εντόκων της τελευταίας έκδοσης, του περασμένου Ιανουαρίου. Τότε, το Δημόσιο είχε δανεισθεί με 2,20% για ένα χρόνο, δηλαδή με επιτόκιο που ήδη ήταν υπερδιπλάσιο από το κόστος δανεισμού με αντίστοιχη έκδοση στα τέλη του 2009, όταν και η Ελλάδα δανειζόταν με έντοκα με κόστος κάτω από 1%, όπως όλες οι χώρες της Ευρωζώνης.
Δηλαδή, παρά τις διακηρύξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις δεσμεύσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και την αμέριστη συμπαράσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρά την ανακοίνωση από το υπ. Οικονομικών θεαματικά μειωμένου ελλείμματος (-40%) στο πρώτο τρίμηνο και παρότι η ελληνική χρεοκοπία στο κοντινό μέλλον έχει οριστικά αποτραπεί, τα επιτόκια δανεισμού συνεχίζουν να κατακτούν νέες κορυφές.
Πάντως, στην πραγματικότητα, το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι διαφορετικό και παραμένει αναπάντητο το ερώτημα αν έχει κατορθώσει να το λύσει: «Δεν είναι το θέμα αν πουλάς έντοκα», λέει στο Bloomberg διαχειριστής μεγάλου κεφαλαίου της Σκωτίας, με ενεργητικό άνω των 100 δις. δολ. «Το πρόβλημα είναι αν μπορούν να πουλήσουν τίτλους μεσαίας διάρκειας και αν μπορούν να πουλήσουν αρκετούς για να αποφύγει η Ελλάδα μια μερική στάση πληρωμών».
Στο υπουργείο Οικονομικών ανησυχούν για τις μεγάλες εκδόσεις ομολόγων του Μαΐου, καθώς το «καπέλο» σε ένα επιτόκιο ετήσιου ή εξαμηνιαίου δανεισμού μπορεί να γίνει ανεκτό, αλλά δεν θα είναι βιώσιμος για την Ελλάδα ένας υψηλότοκος δανεισμός, που θα γεννά μόνιμες επιβαρύνσεις του κονδυλίου των τόκων στον προϋπολογισμό. Αυτό ακριβώς έχει τονίσει, άλλωστε, και οΠρωθυπουργός κατ’ επανάληψη.
Ο οικονομικός αναλυτής της BNP Paribas, Πολ Μόρτιμερ Λι, προεξοφλεί, σε μια διεισδυτική οικονομική ανάλυσή του, ότι η γερμανική στρατηγική «του μπαζούκας που είναι έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει κατά των κερδοσκόπων» είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, όπως ακριβώς κατέληξε σε αποτυχία η προσπάθεια του τέως υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζον Πόλσον, να αποτρέψει τις επιθέσεις στις δύο ημικρατικές στεγαστικές τράπεζες, Freddie Mac και Fannie Mae, χρησιμοποιώντας το «μπαζούκας» των κρατικών ενισχύσεων που είχε εγκρίνει τότε το Κογκρέσο.
Το μπαζούκας ήταν… πυροσβεστήρας
Ο Μόρτιμερ τονίζει, ότι στην πραγματικότητα η γερμανική ηγεσία, στην προσπάθειά της να σώσει την Ελλάδα, χωρίς να υποστεί το πολιτικό κόστος μιας ενίσχυσης ασθενέστερου κράτους, έχει δημιουργήσει ένα σχέδιο στήριξης που ισοδυναμεί με πυροσβεστήρα, όχι με μπαζούκας. «Και ο πυροσβεστήρας είναι χρήσιμος, μόνο αν χρησιμοποιείται», τονίζει ο Μόρτιμερ, εξηγώντας με τον τρόπο αυτό γιατί οι αγορές εξακολουθούν να διατηρούν για την Ελλάδα κόστος δανεισμού που υποδηλώνει άμεσο κίνδυνο χρεοκοπίας.
Οι αγορές δεν γνωρίζουν, επισημαίνει αναλυτής, πότε ακριβώς θα τεθεί σε ισχύ ο μηχανισμός, αν δηλαδή η Ελλάδα θα περιμένει να φθάσει στο παρά πέντε μιας «προβληματικής» έκδοσης ομολόγων, ή αν θα ζητήσει τη βοήθεια στο… και πέντε. Δεν είναι σαφές, επίσης, πόσο γρήγορα θα ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός, ή αν θα επιβληθούν πρόσθετοι όροι από το ΔΝΤ. Γι’ αυτό και η αγορά εξακολουθεί να ασκεί αφόρητη πίεση στην Ελλάδα, εξωθώντας την κυβέρνηση να στείλει επιστολή στο ΔΝΤ, για να ενεργοποιηθεί άμεσα ο μηχανισμός και να φανεί αν και πώς ακριβώς θα λειτουργήσει.
Η μόνη λύση για να τελειώσει η ελληνική περιπέτεια, σύμφωνα με τον  Μόρτιμερ, θα ήταν να στείλει ήδη μέσα στην εβδομάδα αυτή η Ελλάδα μια επιστολή στο ΔΝΤ, να οριστικοποιηθούν οι όροι δανεισμού και να αρχίσουν οι εκταμιεύσεις. Αλλιώς, οι «εμπρηστές» θα συνεχίσουν να ανάβουν φωτιές στην ελληνική αυλή, μέχρι να επιτύχουν οριστικά τη χρήση του… πυροσβεστήρα.
Ο πρώην επικεφαλής των οικονομολόγων του ΔΝΤ, Σάιμον Τζόνσον, έχει αφήσει σαφώς να εννοηθεί, ότι η Ελλάδα είναι μόνο το πρώτο βήμα στο σχέδιο των αγορών και έχει ζητήσει να τεθεί άμεσα σε εφεδρεία αντίστοιχος μηχανισμός και για τη στήριξη της Πορτογαλίας, που θα είναι ο επόμενος στόχος. Τελικά, όπως εκτιμούν οι αναλυτές, οι αγορές πιέζουν για αυτό ακριβώς που ισοδυναμεί με τον εφιάλτη της Γερμανίας: να καλυφθούν με εγγύηση των Γερμανών φορολογουμένων τα ομόλογα όλων των ασθενέστερων οικονομιών της Ευρωζώνης.
Δύο ταχύτητες, ίδιες εγγυήσεις…
Έτσι, θα δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων δύο ταχυτήτων απόδοσης, αλλά με κοινά χαρακτηριστικά ρίσκου: στην περιφέρεια, οι αποδόσεις θα είναι πολύ υψηλές, σε σχέση με τα ομόλογα των χωρών του «πυρήνα», αλλά το ρίσκο θα είναι σχεδόν ταυτόσημο, αφού θα καλύπτονται από την εγγύηση «μη πτώχευσης», που θα παρέχει ο μηχανισμός στήριξης.
Φανερό είναι, ότι αν αυτό το σενάριο τελικά επαληθευθεί, θα έχει δημιουργηθεί ένα νέο σκηνικό και στη διεθνή αγορά συναλλάγματος, όπου το ευρώ θα πάψει να είναι πλέον ένα σκληρό νόμισμα, αφού ουσιαστικά τα υπερβολικά χρέη των αδύναμων οικονομιών θα εξυπηρετούνται με μέτρα πολιτικής που θα ισοδυναμούν με άφθονη κυκλοφορία χρήματος από την Φραγκφούρτη. Αν ο στόχος των Αμερικανικών τραπεζών του Λονδίνου, όταν άρχισαν τις πιέσεις στην Ευρωζώνη, με πρώτο στόχο την Ελλάδα, ήταν να αποτρέψουν την πλήρη… «κουρελοποίηση» του δολαρίου με το πριόνισμα του ευρώ, θα τον έχουν επιτύχει.
Βέβαια, προς το παρόν τίποτα δεν έχει κριθεί. Η Γερμανία μπορεί να έκανε το πρώτο, εξαιρετικά διστακτικό βήμα, συμφωνώντας να στηρίξει την Ελλάδα, αλλά ήδη οι αντιδράσεις που εκδηλώνονται στο εσωτερικό είναι καταιγιστικές και η καγκελάριος Μέρκελ δεν θα τολμήσει καν να περάσει το θέμα για έγκριση από τη Βουλή. Η σύγκρουση αγορών και πολιτικής θα είναι ενδιαφέρουσα και με πολλές, απρόβλεπτες ανατροπές στη διαδρομή…
http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2010-04-13-21-49-14-2010041322058/