Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω ἰσχυρὰν δεξιὰν καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω πλεξίδα τῶν τυράννων δολιοφρόνων . . . . καίω τῆς δεισιδαιμονίας τὸ βαρὺ βάκτρον. [Ἀν. Κάλβος]


******************************************************
****************************************************************************************************************************************
****************************************************************************************************************************************

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.

ΑΙΘΗΡ ΜΕΝ ΨΥΧΑΣ ΥΠΕΔΕΞΑΤΟ… 810 σελίδες, μεγέθους Α4.
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

****************************************************************************************************************************************

TO SALUTO LA ROMANA

TO SALUTO  LA ROMANA
ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
****************************************************************************************************************************************

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

ΕΥΡΗΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΟΣΟΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗΝ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΙΑΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΘΕΜΕΛΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΝΕΥΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΜΟΜΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟΥ ΔΑΚΤΥΛΟΥ! ΙΔΕ:
Οι γίγαντες της Αιγύπτου – Ανήκε κάποτε το δάχτυλο αυτό σε ένα «μυθικό» γίγαντα
=============================================

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

.

.
κλικ στην εικόνα

5 Απριλίου 2010

Δημοκρατία και το ζήτημα πολέμου/ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις (1)

Παναγιώτης Ήφαιστος


ΕΤΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ, 2.500 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ
Δελφοί, Ιούλιος 2005 - Διεθνές Συμπόσιο 2-5 Ιουλίου 2005
 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ-ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

 Δημοκρατία και το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις - 
«Democracy and the question of war and peace in international relations».

Αναθεωρημένο κείμενο του παρόντος βρίσκεται δημοσιευμένο στο Γιαλλουρίδης Χρ. (επιμ.), Η Περικλέους  Δημοκρατία στον 21ο αιώνα (Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών - Σιδέρης, Αθήνα 2006)


 ======================================================


Η σχέση δημοκρατίας και πολέμου δεν είναι μια ευθύγραμμη υπόθεση.
            Το κυριότερο ιστορικό πρότυπο δημοκρατικού πολιτεύματος, η Αθηναϊκή Πολιτεία, για παράδειγμα, όχι μόνο ασκούσε ηγεμονική πολιτική, αλλά επιπλέον, όταν οι Μήλιοι αρνήθηκαν να γίνουν υποτελείς τους όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης  «σκότωσαν όσους Μηλίους ενήλικους έπιασαν, κι έκαναν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. Το νησί το αποικίσανε οι ίδιοι στέλνοντας αργότερα πεντακόσιους αποίκους»[1]. Η σύγκρουση της Αθήνας εξάλλου με άλλα κράτη συμπεριλάμβανε δημοκρατίες όπως τα Μέγαρα, η Αμφίπολις και η Μαντίνεια (συνολικά καταγράφονται τριάντα συγκρούσεις με άλλες δημοκρατικές Πόλεις).
            Πιο πρόσφατες ιστορικές εμπειρίες επιβεβαιώνουν επίσης ότι όχι μόνο πολεμούν[2] αλλά ενίοτε με τρόπο που δεν συνάδει με τον πολιτικό πολιτισμό των ανθρώπων[3]. Η αμερικανική κοινωνία και οι κυβερνήσεις του αμερικανικού κράτους του 18ου και 19ου αιώνα –αναμφίβολα μιας μεγάλης και δημοκρατικής Πολιτείας τότε, όπως και σήμερα–, καταπολέμησαν τους αυτόχθονες κατοίκους της Βόρειας Αμερικής στο όνομα του «πεπρωμένου του έθνους». Το αμερικανικό κράτος επεκτάθηκε προς τον Νότο προς Δυσμάς και προς τα Βόρεια, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλη την Βόρεια Αμερική στην μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της ιστορίας[4].
            Προς το τέλος αυτής της περιόδου η επέκτασή τους έφθασε μέχρι τις Φιλιππίνες. Πολεμικές προετοιμασίες, απειλές και πόλεμοι έλαβαν χώρα μεταξύ πολλών δημοκρατιών των δύο τελευταίων αιώνων. Μεταξύ άλλων: ΗΠΑ-Αγγλία το 1861 και 1895-6, Γαλλία-Αγγλία το 1898, Γαλλία-Γερμανία το 1923, Αγγλία-ΗΠΑ το 1812, ΗΠΑ-Ισπανία το 1898 και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος[5]. «Πόλεμος», όμως δεν είναι μόνο η άσκηση φυσικής βίας στις διακρατικές σχέσεις.
            Υπάρχει επιπλέον ένα μεγάλο φάσμα κρατικών δράσεων όπου αν και δεν ασκείται άμεσα φυσική βία αφενός οι συνέπειες είναι εξίσου καταστροφικές και αφετέρου παραβιάζουν το γράμμα και το πνεύμα τόσο των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου όσο και των δεσμευτικών προνοιών της συλλογικής ασφάλειας.
            Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και οι δυτικές δυνάμεις υπονόμευσαν τις δημοκρατικές διαδικασίες άλλων κρατών[6] για να τα θέσουν υπό τον στρατηγικό τους έλεγχο, ενώ υπό το πρίσμα στρατηγικών υπολογισμών οι ΗΠΑ διεξήγαγαν ένα μακρόχρονο πόλεμο στο Βιετνάμ που συμπεριλάμβανε επιθέσεις κατά κρατών που  βρίσκονταν στον περίγυρο του Βιετνάμ.
            Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αλλά και μετά,  σχεδόν όλα τα κράτη ενεπλάκησαν σε ενέργειες υπό την μορφή συγκαλυμμένων ενεργειών των μυστικών υπηρεσιών.
            Προς το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, λίγο πριν την τελική επανένωση της Γερμανίας, οι ηγέτες δύο δημοκρατικών κρατών, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, συναντήθηκαν και συζητούσαν τόσο διμερή πυρηνική συνεργασία όσο και πιθανές άλλες αντιδράσεις που κατ’ αυτούς θα δημιουργούσε η ενωμένη δημοκρατική Γερμανία[7]. Μπορεί να μην έφθασαν στο σημείο πολεμικής σύγκρουσης ή –απ’ ότι τουλάχιστον είναι γνωστό μέχρι στιγμής– επιχειρησιακής προετοιμασίας για κάτι τέτοιο. Παραμένει όμως το εξαιρετικά σημαντικό γεγονός ότι υπήρξε ένταση και εξισορροπητικές διπλωματικές κινήσεις που δεδηλωμένα είχαν ως αίτιο το κυριότερο αίτιο πολέμου, δηλαδή τον φόβο άνισης ανάπτυξης λόγω Γερμανικής επανένωσης.
            Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990 έλαβαν χώρα πολλές συγκρούσεις στα Βαλκάνια. Αυτές οι συγκρούσεις συμπεριλάμβαναν πολέμους τόσο μεταξύ δημοκρατικών καθεστώτων όσο και επεμβάσεις. Οι επεμβάσεις στην «καλύτερη» περίπτωση τύγχαναν αμφιλεγόμενης «έγκρισης» του Συμβουλίου Ασφαλείας (οφειλόμενες σε συγκυριακές και εφήμερες συγκλίσεις συμφερόντων των μονίμων μελών[8]) και στην «χειρότερη» περίπτωση ήταν παντελώς παράνομες.
            Καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, εξάλλου, τα δυτικά δημοκρατικά κράτη και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία επανειλημμένα εξέπεμπαν απειλές χρήσης βίας και έκαναν συνεχείς επιδείξεις στρατιωτικής ισχύος για να επιτύχουν διπλωματικά αποτελέσματα.
            Η κορύφωση των ηγεμονικών και επιθετικών ενεργειών στις οποίες συμμετείχαν πολλά δημοκρατικά κράτη παρατηρήθηκε στην κρίση περί το Ιράκ στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το 2003, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και μερικά ακόμη δημοκρατικά κράτη, παρά την αντίθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, διεξήγαγαν ένα επιθετικό πόλεμο κατά του Ιράκ. Όλες οι αιτιάσεις περί κατοχής όπλων μαζικής παραγωγής εκ μέρους του Ιράκ –αφ’ εαυτού αμφιλεγόμενες ως λόγος επιθετικής ενέργειας[9]– αποδείχθηκαν εκ των υστέρων λανθασμένες ή και σκόπιμα κατασκευασμένες[10] για να νομιμοποιηθεί η επιθετική τους στάση.

Με δεδομένη την ορθότητα της Κλαουζεβιτσιανής ρήσης ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα[11]» Οι πολεμικές ενέργειες των δημοκρατικών δυτικών κοινωνιών, επιπλέον, συχνά λαμβάνουν ποικίλες μορφές που δεν συνεπάγονται, κατ’ ανάγκη, άσκηση φυσικής βίας. Οι περιπτώσεις άσκησης εξαναγκασμών μέσω απειλών εφάμιλλων της άσκησης πολεμικής βίας ως προς τις συνέπειές της είναι πολλές και για τον προσεκτικό παρατηρητή της διεθνούς πολιτικής σχεδόν καθημερινές.
            Το 2003 και 2004, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ αλλά και μερικά ευρωπαϊκά κράτη άσκησαν αφόρητες πιέσεις κατά ενός μικρού δημοκρατικού κράτους μέλους της ΕΕ, της Κυπριακής Δημοκρατίας, για να καταργηθεί και να αντικατασταθεί με ένα νέο κράτος στο οποίο θα επιβαλλόταν πολιτικό καθεστώς που θα παραβίαζε κατάφωρα την διεθνή νομιμότητα, τις δημοκρατικές αρχές, τις πάγιες συνταγματικές αρχές που ισχύουν σε όλα τα ευνομούμενα κράτη[12], τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και τις Συμβάσεις για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας[13]. Το θέμα αυτό αποτελεί μεταξύ πολλών άλλων παραδειγμάτων, σημαντικό περιπτωσιολογικό πλαίσιο μελέτης του γεγονότος που μόλις θίξαμε, ότι δηλαδή πέραν της άσκησης φυσικής βίας παρατηρούνται εφάμιλλης σημασίας διπλωματικές και πολιτικές ενέργειες καθώς επίσης και παράνομες συγκεκαλυμμένες παρεμβάσεις[14] από δημοκρατίες κατά άλλων δημοκρατιών κατά παράβαση της διεθνούς νομιμότητας, των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, της Συνθήκης της Γενεύης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[15].


Ο πόλεμος δεν συναρτάται με το πολιτικό καθεστώς των κρατών αλλά με τα αίτια πολέμου που δυναμιτίζουν την διεθνή τάξη και τους διεθνείς θεσμούς. Ακόμη πιο σημαντικό, υπεύθυνοι για τα αίτια πολέμου είναι τα κατά συγκυρία ηγεμονικά κράτη τα περισσότερα από τα οποία ήταν, είναι και μάλλον θα συνεχίσουν να είναι εξόχως δημοκρατικά[16]. Υπογραμμίζοντας αυτές τις πτυχές σημαίνει ότι η συζήτηση για τον πόλεμο και την ειρήνη δεν αφορά προτιμήσεις καθεστωτικών προτύπων, αυθαίρετους χαρακτηρισμούς περί του «θεμιτού» ή «αθέμιτου» χαρακτήρα των συμφερόντων του ενός ή άλλου κράτους, πρόκριση του ενός ή του άλλου πολιτισμού ως προτιμητέου υπόβαθρου των πολιτειακών συστημάτων ή θρησκευτικές και πολιτισμικές κατηγοριοποιήσεις με σκοπό την μονοπώληση του δημοκρατικού ιδεώδους.

Η επιστημονική συζήτηση αναφορικά με την σχέση του πολέμου με το είδος των πολιτειακών καθεστώτων των πολιτισμένων κρατών[17], για να είναι αντικειμενική και βάσιμα αξιολογικά ελεύθερη, απαιτείται να εδράζεται στις οντολογικά θεμελιωμένες «κανονιστικές» αρχές[18] του διεθνούς δικαίου, στους καταστατικούς χάρτες των θεσμών συλλογικής ασφάλειας και των υπόλοιπων συνθηκών που αποτελούν τις κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων στις διακρατικές σχέσεις, εν ολίγοις στις αρχές που συν-αποτελούν την διεθνή νομιμότητα. Άλλη αντικειμενική βάση συζήτησης δεν υπάρχει εκτός και αν εννοούμε ότι η αυθαίρετη πολιτικοποίηση της επιστημονικής συζήτησης από εισροές υποκειμενικών και/ή ιδιοτελών κριτηρίων ωφελεί τους ανθρώπους και τα κράτη. Αξιολογικών προεκτάσεων εκτιμήσεις για την συμπεριφορά των κρατών και για το εσωτερικό τους πολιτειακό καθεστώς απαιτείται να πειθαρχούνται από αυτές τις οντολογικά θεμελιωμένες κανονιστικές αρχές και από τις υπόλοιπες συμπεφωνημένες συμπαρομαρτούσες ρυθμίσεις όπως οι συμβάσεις περί τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
            Μια τέτοια αναλυτική-επιστημολογική πειθαρχία –και ταυτόχρονα επιστημονική δεοντολογία– είναι αναγκαία επειδή το διεθνές σύστημα είναι ένα σύστημα κυρίαρχων κοινωνιών οντολογικά θεμελιωμένο και κανένα άλλο διεθνές καθεστώς δεν υπάρχει για να το αντικαταστήσει ή να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση αντικειμενικής κρίσης. Συντομογραφικά, διενέξεις και πόλεμοι υπάρχουν επειδή υπάρχουν αίτια πολέμου που εμποδίζουν αφενός την εφαρμογή των αρχών του διεθνούς δικαίου και των καταστατικών διατάξεων των διεθνών θεσμών και αφετέρου λειτουργούν ανασταλτικά στην συνομολόγηση και εφαρμογή Συμβάσεων που προάγουν τον ανθρώπινο πολιτικό πολιτισμό και την διεθνή δικαιοσύνη.
            Υποστηρίζοντας λοιπόν την θέση ότι ο πόλεμος δεν σχετίζεται με τα πολιτειακά καθεστώτα των πολιτισμένων κρατών –και εξ ορισμού, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου οπότε και πρέπει να επιληφθεί το Συμβούλιο Ασφαλείας, όλα τα κυρίαρχα κράτη μέλη του ΟΗΕ θεωρούνται πολιτισμένα εάν δεν παραβιάζουν αυτές τις αρχές[19]–, σημαίνει ότι αναζητούμε τα αίτια των διεθνών διενέξεων για τα οποία κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει σοβαρά και αντικειμενικά ότι δεν ευθύνονται και δεν εμπλέκονται φιλελεύθερα δημοκρατικά κράτη. Πέραν ιστορικών αναφορών, περιπτωσιολογικών θεμελιώσεων και εξεζητημένων επιστημονικών τεκμηριώσεων η συχνή εμπλοκή δημοκρατικών κρατών σε αναθεωρητικές πολεμικές δραστηριότητες που παραβιάζουν την διεθνή νομιμότητα είναι πασίδηλη διυποκειμενική γνώση και γεγονός ορατό καθημερινά ακόμη και με γυμνό οφθαλμό.

Μια σοβαρή, αξιολογικά ελεύθερη και περιεκτική συζήτηση του ζητήματος «δημοκρατία και πόλεμος» οριοθετείται θεματικά ως εξής:
            α) Περιγραφή του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και διάγνωση  των κύριων αιτιών των ανταγωνισμών και των διενέξεων που δυσχεραίνουν την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, των καταστατικών διατάξεων των διεθνών θεσμών και συνολικά της διεθνούς νομιμότητας.
            β) Αναζήτηση του τρόπου που συνδέονται οι οντολογικά θεμελιωμένες αρχές του διεθνούς δικαίου και των συμπαρομαρτούντων θεσμών με τις συμπεριφορές λόγω δομής, μορφής και χαρακτήρα του εσωτερικού πολιτειακού συστήματος ενός κράτους[20]. Αν ασφαλώς στοιχειοθετείται ύπαρξη αιτίων που σχετίζονται με το εσωτερικό πολιτικό καθεστώς –είτε των κρατών με φιλελεύθερο καθεστώς είτε των υπολοίπων– που οδηγούν σε τέτοιες συμπεριφορές μια αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση θα το τεκμηριώσει και αναφέρει.
            δ) Κατάδειξη του πασίδηλου γεγονότος ότι σε κάθε περίπτωση σ’ ένα κόσμο πολιτισμένων κοινωνιών κοσμοθεωρητικά και ηθικοκανονιστικά κατακερματισμένο δεν υπάρχει άλλος αντικειμενικός τρόπος εκτίμησης της εξωτερικής συμπεριφοράς των κυβερνήσεων του ενός ή άλλου καθεστωτικού προτύπου της κοινότητας των πολιτισμένων κρατών πλην των σταθερών κριτηρίων που οριοθετούνται από την έννοια διεθνής νομιμότητα.

Εν ολίγοις, υποστηρίζεται ότι αποτελεί λογικό και επιστημονικό σφάλμα[21] αν κάποιος περιορίσει την περί «δημοκρατίας και πολέμου» συζήτηση στο κατά πόσο ή πόσο συχνά λαμβάνουν χώρα πολεμικές συρράξεις μεταξύ μεγάλων και βιομηχανοποιημένων φιλελεύθερων κρατών και αν γι’ αυτό εξαιρέσει από την ανάλυση τις πολεμικές ενέργειες φιλελεύθερων κρατών κατά μη φιλελεύθερων κρατών. Κοντολογίς, η συζήτηση θα είναι σε κάθε περίπτωση ελλειμματική αν δεν έχει ως κύριο αντικείμενο τα αίτια πολέμου και τις πηγές τους.

Το βασικό ζήτημα για το διεθνές δίκαιο και τους διεθνείς θεσμούς όσον αφορά τον πόλεμο και την ειρήνη, είναι το κατά πόσο γίνεται σεβαστή η διεθνής νομιμότητα[22] και ευρύτερα το κατά πόσον γίνονται σεβαστές οι συμπεφωνημένες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτικού πολιτισμού που διαχρονικά συνάπτονται και σωρεύονται ως συμβατές με τον ανθρώπινο πολιτισμό δεσμεύσεις και υποχρεώσεις μεταξύ των κρατών. Αυτό, κατά κύριο λόγο, είναι το βασικό αντικειμενικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός κράτους ως «φιλειρηνικού» ή ως «πολεμοχαρούς» ή ηγεμονικού και αναθεωρητικού. Υποστηρίζεται η θέση, επίσης, ότι τα λογικά και επιστημονικά σφάλματα στον πολιτικό και επιστημονικό λόγο είναι αναπόφευκτα αν τα πολιτισμένα κράτη μέλη του ΟΗΕ κατηγοριοποιηθούν όχι στην βάση της φιλειρηνικής ή μη εξωτερικής πολιτικής τους αλλά στην βάση του κατά πόσο είναι ή δεν είναι φιλελεύθερα και δημοκρατικά[23].

Όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, όλα τα πολιτισμένα βιώσιμα κράτη αποδέχονται τις θεμελιώδεις κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων όπως συμφωνήθηκαν στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ ή σε άλλες Συμβάσεις. Η εφαρμογή αυτών των διεθνών υποχρεώσεων και η ενσωμάτωσή τους στην εσωτερική δικαιοπραξία, εξάλλου, είναι για όλα τα κράτη ένα διαρκές άθλημα οι επιδόσεις του οποίου αν και ποικίλουν βρίσκονται εν τούτοις προς την κατεύθυνση καλύτερης εφαρμογής. Αρμόδιος κριτής για την ολοένα και καλύτερη εφαρμογή, όπως εξάλλου ορίζει το διεθνές δίκαιο, δεν είναι εξωγενείς παράγοντες αλλά τα μέλη της κοινωνίας ενός έκαστου κράτους. Διόλου τυχαίο, επίσης, είναι το γεγονός ότι στα κράτη όπου εφαρμόζονται ελλειμματικά το πρόβλημα έγκειται λιγότερο στο καθεστώς τους και περισσότερο στα αναπτυξιακά τους προβλήματα, στην θυματοποίησή τους λόγω ηγεμονικών ανταγωνισμών, στην κατάλυση του κοινωνικού τους ιστού λόγω εξωτερικών επεμβάσεων και/ή παρεμβάσεων και στα αδιέξοδα που δημιουργεί η άνιση ανάπτυξη μεταξύ πλουσίων και φτωχών κρατών. Για να χρησιμοποιήσουμε τις φράσεις του John Rawls, τα βιώσιμα και πολιτισμένα κράτη είναι «ευπρεπώς ιεραρχημένα» και προικισμένα με «συμβουλευτικές διαδικασίες» έκφρασης της κοινωνικής βούλησης ανάλογα με τον πολιτισμό τους, την οικονομική τους ανάπτυξή, τις συλλογικές τους κοσμοθεωρίες, τα κυρίαρχα ανθρωπολογικά πρότυπα, τα βασικά θρησκευτικά τους δόγματα και τους διαμορφωτικούς παράγοντες της ιστορικής τους διαδρομής[24].

Η βασική θέση, λοιπόν, είναι ότι η προσφυγή στην διεθνή βία στην βάση ηγεμονικών και/ή αναθεωρητικών σκοπών οφείλεται σε πραγματολογικά επαληθεύσιμα και γι’ αυτό αντικειμενικού χαρακτήρα αίτια πολέμου που θεμελιώνονται άψογα από τις βασισμένες στο παραδοσιακό Παράδειγμα θεωρίες διεθνών σχέσεων[25]. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, α) στις συγκρούσεις μεταξύ ηγεμονικών κρατών, β) στις μονομερείς ηγεμονικές συμπεριφορές[26], β) στις περιφερειακές διενέξεις εξαιτίας αυτών των συγκρούσεων και ηγεμονικών συμπεριφορών, γ) στις συχνές ενδοκρατικές και διακρατικές αναταραχές στις περιφέρειες που οφείλονται σε εξωτερικές επεμβάσεις που σκοπό έχουν την καταχρηστική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών, δ) στην άνιση ανάπτυξη μεταξύ κρατών και περιφερειών του πλανήτη, ε) στα κατάλοιπα περιφερειακών διενέξεων της φάσης του εθνικού-κρατικού γίγνεσθαι, των αντιαποικιακών αγώνων και των στρατηγικών διαίρει και βασίλευε που τους συνόδευε, ε) στις κατά καιρούς επαναστατικές αξιώσεις κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής ενοποίησης του πλανήτη και στ) στα ανεξέλεγκτα διεθνικά φαινόμενα που αποσταθεροποιούν τα εθνικά-κρατικά συστήματα τάξης-δικαιοσύνης και τους εύθραυστους διεθνείς θεσμούς. Πρωτεύον ζήτημα στην κατανόηση του πολέμου και της ειρήνης είναι προφανές, αποτελεί η κατανόηση των αιτιών  πολέμου.
            Η διάγνωση των αιτιών πολέμου στον Πελοποννησιακό Πόλεμο του Θουκυδίδη είναι μοναδική, απαράμιλλη, άψογα θεμελιωμένη και διαχρονικά επιστημονικά ανεκτίμητη. Ερμηνεύτηκαν στο έπακρο τα αίτια των διακρατικών συγκρούσεων υπό συνθήκες κυριαρχίας-ανεξαρτησίας, συνεπακόλουθης διεθνούς αναρχίας και διεθνών θεσμών και του (διεθνούς) δικαίου ως εξαρτημένων μεταβλητών των οποίων η αποτελεσματικότητα βρίσκεται υπό την αίρεση των αιτιών πολέμων και της ισχύος των ηγεμονικών συμπεριφορών (βλ. παρεμβαλλόμενο πίνακα). Η κρυστάλλινη και αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση του Θουκυδίδη θεωρείται ευρέως ως το επιστημονικό Παράδειγμα των προσπαθειών επιστημονικής ερμηνείας των φαινομένων του διακρατικού συστήματος.
            Επιπλέον, η ανάλυση του Θουκυδίδη είναι και θα συνεχίσει να είναι πάντοτε επίκαιρη για δύο ακόμη λόγους: Πρώτον, οι κώδικες διακρατικής συμπεριφοράς και οι διεθνείς θεσμοί της κλασικής εποχής μέχρι και τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ήταν πολύ πιο νομιμοποιημένοι σε σύγκριση με το σημερινό διεθνές σύστημα[27]. Κατά συνέπεια, το σύγχρονο διακρατικό σύστημα

που αν και συχνά αντιγράφοντας πρόχειρα κατά βάση μετά τον 16ον αιώνα ακολουθεί τ’ αχνάρια του κλασικού[28], είναι χρήσιμο τόσο να διδάσκεται από τις προόδους του Κλασικού συστήματος Πόλεων όσο και από τα αίτια που οδήγησαν στην αποσταθεροποίησή του. Δεύτερον, τα αίτια πολέμου και κυρίως η άνιση ανάπτυξη που ο Θουκυδίδης διέγνωσε ως το κυριότερο αίτιο πολέμου, την ύστερη εποχή και ιδιαίτερα τα πρώτα βήματα στο κατώφλι του 21ου αιώνα προσλαμβάνουν σχεδόν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ιδιαίτερα όσον αφορά την άνιση ανάπτυξη, επιτείνεται από την ραγδαία τεχνολογική πρόοδο, βαθαίνει λόγω όξυνσης μεταξύ αναπτυγμένων και υπό ανάπτυξη χωρών, αποσταθεροποιείται λόγω ανεξέλεγκτων διεθνικών φαινομένων, πολλαπλασιάζεται λόγω αυξανόμενων ηγεμονικών συμπεριφορών και αντιμετωπίζεται δύσκολα λόγω ελλείμματος διακρατικής συνεργασίας στους διεθνείς θεσμούς. 


Η ανάλυση των διεθνών σχέσεων στην βάση του παραδοσιακού Παραδείγματος θεωρεί ως δεδομένο ότι λόγω αποτυχίας των αυτοκρατορικών αξιώσεων το διεθνές σύστημα είναι εξ αντικειμένου κρατοκεντρικό. Η κρατική κυριαρχία δεν είναι «πρόβλημα», όπως κάθε διεθνιστική ή κοσμοπολίτικη παραδοχή (και ως προς τις συνέπειές της πάντοτε ηγεμονική και/ή αναθεωρητική) ουσιαστικά υποστηρίζει, αλλά θεσμός συλλογικής ελευθερίας των κυρίαρχων κοινωνιών οι οποίες αφού κατάκτησαν την ανεξαρτησία τους αγωνιζόμενες κατά των αυταρχικών και δυναστικών αυτοκρατορικών αξιώσεων συγκροτούν τα ηθικοκανονιστικά τους συστήματα και τα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης στην βάση της κατοχυρωμένης από το διεθνές δίκαιο θεμελιώδους αρχής της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας[29], δηλαδή, της εθνικής ανεξαρτησίας[30]. Αυτό επιπλέον τους επιτρέπει να αναπτύσσουν συναλλαγές με άλλες κοινωνίες, να αντιμετωπίζουν από κοινού με άλλα κυρίαρχα κράτη τα διεθνή προβλήματα, να αμύνονται κατά αναθεωρητικών αξιώσεων και να επιδιώκουν ισόρροπες σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη. Το κράτος κατά συνέπεια είναι κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού στις διακρατικές σχέσεις και η κατίσχυσή του συμβολίζει την αποτυχία των δαρβινιστικού χαρακτήρα αυτοκρατορικών αξιώσεων για δημιουργία παγκόσμιων κατεξουσιαστικών δομών. Το κράτος και η κρατική κυριαρχία, επιπλέον, αποτελεί το μόνο εφικτό καθεστώς των διεθνών σχέσεων και ο μόνος –εναλλακτικός των αυταρχικών αυτοκρατοριών ή ηγεμονιών– τρόπος οργάνωσης των συλλογικών ανθρωπίνων σχέσεων στον παγκόσμιο χώρο.   
            Βασική αποστολή του κράτους είναι ο τερματισμός του πολέμου (στο εσωτερικό του), η αντιμετώπιση της άνισης ανάπτυξης μεταξύ των περιφερειών του και η δημιουργία ενός συστήματος τάξης και (διακρατικής) δικαιοσύνης που νομιμοποιεί και σταθεροποιεί βιώσιμα ενδοκρατικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης. Προοδευτικά, επίσης, όπως ήδη άρχισε να γίνεται με Συνθήκες όπως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης, το διακρατικό σύστημα προικίζεται με κοινούς υποχρεωτικούς για το ενδοκρατικό δίκαιο κανόνες και ενδεχομένως με διεθνείς θεσμούς επίβλεψης τήρησης αυτών των κανόνων).
            Φυσικά, αν ήταν εφικτή η δημιουργία, χωρίς καταφυγή σε μεθόδους γενοκτονίας, ενός νομιμοποιημένου παγκόσμιου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης και γι’ αυτό δημιουργία ενός συστήματος νομιμοποιημένης παγκόσμιας διεθνούς τάξης-δικαιοσύνης, ενδέχεται η πλειονότητα των ανθρώπων του πλανήτη να προτιμούσαν αδιαμαρτύρητα την κατάργηση των κρατών τους και την εν μέρει ή εν όλω αντικατάσταση των κυβερνήσεών τους από μια οικουμενική εξουσία[31]. Όμως, λόγω ακριβώς της διαρκούς ιστορικής αξίωσης των εκάστοτε ισχυρών κοινωνιών για ηγεμονία και ενοποίηση του πλανήτη συχνά με γενοκτονικές μεθόδους, αναμενόμενα εκατοντάδες κοινωνίες αξίωσαν ανεξαρτησία, κατάκτησαν την πολιτική τους κυριαρχία, επιδίδονται καθημερινά στο άθλημα της εθνικής ανεξαρτησίας και συχνά αγωνίζονται για την διασφάλισή της. Βασικά, καμιά κοινωνία προικισμένη με εσωτερική κοσμοθεωρητική και ηθική ετερότητα που κατόρθωσε κατακτήσει την πολιτική της κυριαρχία δεν φαίνεται να αποδέχεται εθελούσια την κατάργησή αυτής της κυριαρχίας και την υπόταξή της σε αλλότρια κατεξουσιαστικά συστήματα.
            Το έλλειμμα διακρατικής τάξης, πάντως, οφείλεται κατά κύριο λόγο στα προαναφερθέντα αίτια πολέμου που εμποδίζουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών, προκαλούν συγκρούσεις και εμποδίζουν την απρόσκοπτη ανάπτυξη ειρηνικών συναλλαγών μεταξύ των κυρίαρχων κοινωνιών. Βασικά, αν και ο πόλεμος καταργήθηκε ενδοκρατικά συνεχίζει να αποτελεί συχνό φαινόμενο στις διακρατικές σχέσεις. Το κεντρικό ερώτημα των διεθνών σχέσεων, κατά συνέπεια, είναι η κατανόηση των αιτιών πολέμου. Η αναζήτηση των τρόπων αντιμετώπισής τους, αν και συνάγεται εύλογα μέσα από την κατανόησή τους, αποτελεί περισσότερο υπόθεση της πολιτικής διαδικασίας και λιγότερο της ακαδημαϊκής. Προϋπόθεση ορθολογιστικής πολιτικής δράσης στις διεθνείς σχέσεις είναι η ακριβής κατανόηση της μορφής και του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και των αιτιών των προβλημάτων που εμπεριέχει. Η Θουκυδίδεια παράδοση των αιτιών πολέμου[32]αναφέρει ως κύρια χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος τα εξής:
            1. Οι κοινωνίες και οι ηγέτες τους αξιώνουν τα κράτη τους να είναι ανεξάρτητα και πολιτικά κυρίαρχα. Συνεπακόλουθα το διεθνές σύστημα είναι άναρχο, δηλαδή, απουσιάζει μια παγκόσμια νομιμοποιητική ρυθμιστική εξουσία επιβολής τάξης και απονομής δικαιοσύνης.
            2. Η άνιση ανάπτυξη –τεχνολογική, εδαφική, πληθυσμιακή, συμμαχική, πλουτοπαραγωγική, ιδεολογική, κτλ–, σε συνδυασμό με την διεθνή αναρχία δημιουργεί συνθήκες ανάπτυξης ηγεμονικών και αναθεωρητικών συμπεριφορών, γεγονός που οδηγεί σε διλήμματα ασφαλείας, φαύλο κύκλο εξισορροπήσεων, ανταγωνισμούς, εξοπλισμούς και συγκρούσεις.
            3. Ως συνέπεια της αξίωσης πολιτικής κυριαρχίας (ή, όπως ονομαζόταν στην κλασική εποχή, του «ιδεώδους της ανεξαρτησίας») η διεθνής αναρχία αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό των διακρατικών σχέσεων[33]. Διεθνής αναρχία, σημαίνει κατά βάση, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) Απουσιάζει μια παγκόσμια κοινωνία ενώ αντίστροφα υπάρχουν πολλές κοινωνίες διαφορετικά διαμορφωμένες και χαρακτηριζόμενες από βαθύτατη κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ετερότητα[34], β) γι’ αυτό ένα νομιμοποιημένο παγκόσμιο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης είναι εξ αντικειμένου ανέφικτο και γ) κατά συνέπεια οι διεθνείς θεσμοί είναι θεσμοί (διακρατικής) τάξης και όχι (ανθρώπινης) δικαιοσύνης[35]. Στο ίδιο πλαίσιο, οι διεθνείς θεσμοί δεν δύνανται να εκπληρώσουν την αποστολή τους σύμφωνα με τους καταστατικούς τους χάρτες ως θεσμοί τάξης εάν και όταν τα αίτια πολέμου τους καθιστούν εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος. Αντιπαραθέσεις, διενέξεις και πολεμικές συγκρούσεις διαταράσσουν την διεθνή ειρήνη και δυσχεραίνουν τις διακρατικές συναλλαγές. Επιπρόσθετα, δεδομένης της απουσίας ενός συστήματος «διακρατικής δικαιοσύνης» και των ελλειμμάτων του συστήματος τάξης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο[36], ουσιαστικά ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας, παρεισφρέει ο φόβος εξαπάτησης και κυρίως υποβόσκει ανασφάλεια για τις πιθανές συνέπειες δραστικών ανακατανομών ισχύος λόγω άνισης ανάπτυξης[37].
            Έτσι, με τον ένα ή άλλο τρόπο, η διεθνής αναρχία –δηλαδή η απουσία μιας παγκόσμιας κοινωνίας με την συνεπακόλουθη απουσία μιας παγκόσμιας νομιμοποιημένης εξουσίας– είναι ο κυριότερος διαμορφωτικός παράγοντας της εξωτερικής πολιτικής των κρατών[38]. Αναζητώντας ασφάλεια υπό συνθήκες ανταγωνισμού τα κράτη επιχειρούν όχι μόνο να αποκτήσουν επαρκή ισχύ αλλά επίσης επιδιώκουν διεύρυνση των περιθωρίων ασφαλείας με διεύρυνση της εθνικής τους ισχύος. Κατά συνέπεια, τα κράτη είναι ευαίσθητα στις ανακατανομές ισχύος και διαρκώς επιδιώκουν ισχυρή θέση και ρόλο, επαρκή για την επιβίωσή τους.
            4. Η ανάπτυξη ηγεμονικών και αναθεωρητικών στάσεων δημιουργεί ή οξύνει τις διακρατικές αντιπαραθέσεις, ιδιαίτερα τις ιστορικές περιφερειακές συγκρούσεις οι οποίες γεννήθηκαν κυρίως ως αποτέλεσμα των ηγεμονικών ανταγωνισμών τους πέντε τελευταίους αιώνες[39].
            5. Τα αίτια πολέμου οξύνονται όταν ένας ή περισσότεροι ισχυροί δρώντες του διεθνούς συστήματος υιοθετούν «επαναστατικές κοσμοθεωρίες». Στην βάση ηθικών αιτιολογήσεων που αντλούνται από το ένα ή το άλλο επαναστατικό δόγμα επιδιώκεται κοινωνική και κανονιστική εξομοίωση μιας περιφέρειας ή και ολόκληρου του πλανήτη[40]. Οι εχθρότητες και ο πόλεμος απορρέουν από το γεγονός ότι οι ετερογενείς και ανομοιογενείς κυρίαρχες κοινωνίες αρνούνται να εγκαταλείψουν την ανεξαρτησία τους. Επιπλέον, την ύστερη εποχή, μη κρατικές διεθνικές ομάδες φορείς επαναστατικών δογμάτων δύνανται να προκαλέσουν αναταραχή και συγκρούσεις στις διακρατικές σχέσεις[41].  
            6. Συνολικά, ο κοσμοθεωρητικός και ηθικοκανονιστικός κατακερματισμός του κόσμου σε άνισου μεγέθους, άνισης ισχύος και άνισα αναπτυσσόμενα κυρίαρχα κράτη όχι μόνο καθιστά αδύνατη την παγκόσμια ενοποίηση αλλά επιπλέον σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα αίτια πολέμου καθιστά δύσκολη την διεθνή τάξη και την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Καθιστά επίσης τους διεθνείς θεσμούς εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος. Ο φόβος της εξαπάτησης ή της άνισης ανάπτυξης μέσα από την συμμετοχή στους διεθνείς θεσμούς (μεγαλύτερο σχετικό κέρδος των υπολοίπων που συμμετέχουν σε μια συνεργασία), εξάλλου, δυσχεραίνει την διακρατική συνεργασία[42].
           
Υπό τις πιο πάνω συνθήκες οι κρατικοί δρώντες και οι κοινωνίες τους λειτουργούν ορθολογιστικά. Δηλαδή, στην πλάστιγγα με τους δύο δίσκους του κόστους και του οφέλους που συνεπάγονται εναλλακτικές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής τείνουν να επιλέγουν συμπεριφορές που εκτιμούν ότι το αναμενόμενο όφελος θα είναι μεγαλύτερο του αναμενόμενου κόστους. Αυτή η ευαισθησία στο κόστος-όφελος υπάρχει τόσο σε φιλελεύθερα όσο και σε άλλα καθεστώτα[43]. Δηλαδή, υπό συνθήκες ύπαρξης αιτιών πολέμου και ανεξαρτήτως καθεστώτος, οι ορθολογιστικές εκτιμήσεις του κόστους-οφέλους σε σχέση με το εθνικό συμφέρον των δρώντων και την κατανομή ισχύος στο διεθνές σύστημα ή στο διμερές και περιφερειακό επίπεδο είναι τα κυριότερα κριτήρια της διακρατικής συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια, η σταθερότητα και η ειρήνη είναι συνάρτηση της «ισορροπίας δυνάμεων» –ή καλύτερα μιας «μη αμφισβητούμενης κατανομής ισχύος και συμφερόντων»– στο διμερές, πολυμερές και ευρύτερο διεθνές επίπεδο[44]. Όταν υπάρχουν αξιώσεις αλλαγών τότε, όπως παρατήρησαν οι Αθηναίοι πρέσβεις στους Μήλιους πρέσβεις κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται» [45].


Βασικά, η αμφισβήτηση των αιτιών πολέμου από τους φιλελεύθερους πρέπει κάποιος να την φανταστεί ως πολλά νήματα που όταν ενώνονται υποστηρίζουν την θέση ότι «τα δημοκρατικά καθεστώτα δεν πολεμούν μεταξύ τους και ότι η ωφελιμιστική οικονομική αλληλεξάρτηση σταθεροποιεί τις μεταξύ τους σχέσεις δημιουργώντας κίνητρα συνεργασίας και σταθερών σχέσεων»[46]. Η ρητή ή υπονοούμενη προέκταση αυτών των αναλύσεων είναι ότι πρέπει να διαδοθεί η αγγλοσαξονική αντίληψη περί φιλελευθερισμού και δημοκρατίας ή ακόμη και να καθιερωθεί στο όνομα ενός τέτοιου σκοπού δικαίωμα μονομερών και διεθνών επεμβάσεων[47]. Οι διεθνείς θεσμοί, υποστηρίζεται επιπλέον, δημιουργούν προϋποθέσεις συνεργασίας λόγω απόλυτων κερδών, δημιουργούν μηχανισμούς ειρηνικής επίλυσης των διακρατικών διαφορών και ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ κρατών και των κοινωνιών τους[48]. Χωρίς να υπεισέλθουμε στα επιμέρους ρεύματα του φιλελευθερισμού, παρατίθενται τα εξής κύρια επιχειρήματα.
            1. Τα φιλελεύθερα-δημοκρατικά καθεστώτα δεν πολεμούν μεταξύ τους ή δεν πολεμούν συχνά[49].
            2. Το εμπόριο, η οικονομία, η αλληλεξάρτηση στους ωφελιμιστικούς τομείς, η συνεργασία μεταξύ τεχνοκρατών, το πλέγμα σχέσεων μεταξύ μη κυβερνητικών διεθνικών δρώντων και οι υπερεθνικοί γραφειοκράτες αναπτύσσουν δραστηριότητες που υπονομεύουν τον ρόλο του κράτους ως κεντρικού και ορθολογικού δρώντα των διεθνών σχέσεων[50].
            3. Το κόστος των εξοπλισμών και η κοινή γνώμη κάνουν τα κράτη να ενδιαφέρονται λιγότερο για ισχύ και περισσότερο για ευημερία, οικονομική ανάπτυξη και χρηματοοικονομική σταθερότητα. Το κράτος δικαίου, η οικονομική ανάπτυξη και η οικονομική σταθερότητα, εξάλλου, εξαρτάται από παράγοντες εκτός των συνόρων και από την συμμετοχή τους στους διεθνείς θεσμούς. Έτσι, ολοένα και περισσότερα τα κράτη βλέπουν τα άλλα κράτη ως εταίρους και όχι ως εχθρούς [51].
            4. Η φυσική κατάληξη των πιο πάνω θέσεων είναι ότι δίνεται έμφαση στην ενδυνάμωση των διεθνών θεσμών και στην αποτελεσματικότητά τους μέσω αυξημένου ρόλου των ισχυρών, κατά προτίμηση αγγλοσαξονικών κρατών[52]. Έτσι, μια βασική φιλελεύθερη θέση είναι ότι «αυξάνεται ο ρόλος των διεθνών θεσμών στην πολιτική διαπραγμάτευση των συμφερόντων»[53] και –όπως υποστηρίχθηκε,  ιδιαίτερα από τους νεοφιλελεύθερους αναλυτές[54]–, οι διεθνείς θεσμοί λειτουργούν καταλυτικά επειδή εδραιώνουν την διακρατική εμπιστοσύνη, εξαλείφουν τον φόβο της εξαπάτησης και τελικά είναι αποδεκτοί επειδή όλοι ωφελούνται από την ύπαρξή τους και τον διανεμητικό τους ρόλο[55]. Οι νεοφιλελεύθεροι αναλυτές κατά στις αναλύσεις τους την δεκαετία του 1980 και 1990 υποστήριξαν με πιο συγκεκριμένο τρόπο πως η ηγεμονική ισχύς ενδέχεται να είναι αναγκαία για την δημιουργία και ανάπτυξη των διεθνών θεσμών και ότι, μολαταύτα, αυτό θα μπορούσε να είναι αποδεκτό επειδή «όταν το ηγεμονικό κράτος θα παρακμάσει οι διεθνείς θεσμοί θα μείνουν»[56].


Αναμφίβολα, η προαναφερθείσα θουκυδίδεια θεώρηση των διεθνών σχέσεων για τα αίτια του πολέμου οδηγεί σε συμπεράσματα πως τα κράτη, μέχρι τουλάχιστον να εξαλειφθούν τα αίτια πολέμου, παραμένουν εγκλωβισμένα σε διαρκείς ηγεμονικές και αναθεωρητικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, σταθερότητα υπάρχει όταν υπάρχει ισορροπία που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και αστάθεια υπάρχει όταν νέοι ηγεμονικοί διεκδικητές αποκτήσουν επαρκή ισχύ για να κυριαρχήσουν επί του διεθνούς συστήματος. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Robert Gilpin, ίσως ο κυριότερος σύγχρονος εκφραστής της θουκυδίδειας παράδοσης,

            «ο τερματισμός ενός ηγεμονικού πολέμου είναι η απαρχή ενός ακόμη κύκλου μεγέθυνσης, επέκτασης και τελικής παρακμής. Ο νόμος της άνισης μεγέθυνσης, συνεχίζει να ανακατανέμει την ισχύ υπονομεύοντας το status quo που εγκαθιδρύθηκε από τον τελευταίο ηγεμονικό αγώνα. Η ανισορροπία αντικαθιστά την ισορροπία και ο κόσμος κινείται προς ένα νέο γύρο ηγεμονικής σύγκρουσης. Πάντα ήταν και πάντα θα είναι έτσι, μέχρις οι άνθρωποι είτε θα καταστραφούν είτε θα μάθουν να αναπτύσσουν έναν αποτελεσματικό μηχανισμό ειρηνικής αλλαγής»[57].

Σχετικά με αυτά τα –όντως βαθύτατα απαισιόδοξα– συμπεράσματα της θουκυδίδειας θεώρησης θα μπορούσαν να γίνουν μερικά σύντομα σχόλια.
            Κατά πρώτον, η διάγνωση ενός προβλήματος που αφορά την ανθρώπινη ζωή και μάλιστα την συλλογική στο διεθνές επίπεδο δεν είναι υπόθεση δημοσίων σχέσεων αλλά αντίθετα υπόθεση που απαιτεί περιγραφική ακρίβεια, σύνθετη συνάρτηση πραγματικών αιτίων και αποτελεσμάτων και επιστημολογική αξιοπιστία απαλλαγμένη από ιδιοτελείς θέσεις που υποτάσσουν τον επιστημονικό διάλογο στις εφήμερες ηγεμονικές ή άλλες αξιώσεις για διεθνείς αλλαγές. Τέτοιες αξιώσεις αλλαγών μπορούν να είναι μόνο είτε νόμιμες (και αρμοδιότητα απόφασης γι’ αυτό όπως ήδη υποστηρίχθηκε πιο πάνω έχουν οι διεθνείς θεσμοί) είτε επαναστατικές (οπότε αντιβαίνουν βαθύτατα με την οντολογική διαμόρφωση του διακρατικού συστήματος, δηλαδή την ύπαρξη των πολιτικά κυρίαρχων κρατών που τον τελευταίο αιώνα το διεθνές δίκαιο και οι θεσμοί συλλογικής ασφάλειας αποστολή έχουν να κατοχυρώσουν και να διασφαλίσουν).
            Η θουκυδίδεια παράδοση στην αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή της, το μόνο που ουσιαστικά κάνει είναι να διαγνώσει τα αίτια πολέμου. Η ίαση δεν είναι υπόθεση του ενός ή του άλλου αναλυτή αλλά των κοινωνιών και των αντιπροσώπων τους. Εμμέσως, βεβαίως, με το να εντοπίζονται τα αίτια υποδεικνύεται και η αντιμετώπισή τους[58]. Εύστοχα, ο Παναγιώτης Κονδύλης παρατήρησε ότι «οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα «οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία»[59], στην συγκεκριμένη περίπτωση στο οντολογικά διαμορφωμένο εθνοκρατικό γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων. Απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ, πρώτον, ανάλυσης-διάγνωσης και δεύτερον, πολιτικών αποφάσεων που αφορούν δύο διαφορετικές σφαίρες. Η αξιολογικά ελεύθερη θουκυδίδεια παράδοση[60]δεν κάνει ηθικοπρακτικές προτάσεις αλλά μόνον περιγράφει-διαγιγνώσκει τα αίτια πολέμου και κατά το δυνατό θεμελιώνει συναρτήσεις μεταξύ αιτίων και αιτιατών[61]. Η μεγάλη της αξία και το γεγονός ότι είναι εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των πολιτικών ηγετών έγκειται στο γεγονός ότι ο καθείς μπορεί να αντλήσει ορθολογιστικά και ορθά συμπεράσματα και να τα προσαρμόσει στα δικά του δεδομένα.
            Δεύτερον, όσον αφορά την τελευταία επισήμανση, εάν κάποιος επιθυμεί να συναγάγει ηθικά κριτήρια πανανθρώπινης παραδοχής όπως η αντιμετώπιση της φτώχιας και της υπανάπτυξης και εάν γι’ αυτό επιθυμεί να δράσει προς την κατεύθυνση αναίμακτης επίλυσης των αιτιών πολέμου η επίλυση του προβλήματος της άνισης μεγέθυνσης φαντάζει προκλητικά ως πεδίο για αγαθοεργή προσωπική ή συλλογική-κρατική δράση[62]. Αν και κανείς δεν εμποδίζει ένα άτομο ή ένα  κράτος να λειτουργήσει αγαθοεργά και αλτρουιστικά προς την κατεύθυνση επίλυσης της άνισης ανάπτυξης, ομολογουμένως κανείς δεν ενδιαφέρεται να το κάνει[63]. Πανανθρώπινης παραδοχής επίσης, είναι οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου όπως κατοχυρώνονται στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και που σκοπό έχουν να κατοχυρώσουν την συλλογική ελευθερία των κυρίαρχων κοινωνιών[64]. Ηθικό κριτήριο, ακριβώς, εμπεριέχεται στο δικαίωμα (που είναι ταυτόχρονα και υποχρέωση) διασφάλισης της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους κατά εξωτερικών απειλών και κατά αποφάσεων που παραβιάζουν την διεθνή νομιμότητα.

Το ζήτημα που τίθεται όσον αφορά την θουκυδίδεια παράδοση, κατά συνέπεια, είναι ότι δεν ενδιαφέρει η κανονιστική ερμηνεία των αιτιών πολέμου αλλά η απλή περιγραφή τους αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο για ατομική και συλλογική πολιτική δράση. Ο ορθολογισμός κάθε πολιτικής δράσης, όμως, είναι προϋπόθεση ορθής κατανόησης αυτών των αιτιών πολέμου. Η θέση ότι οι δημοκρατίας δεν πολεμούν, ακριβώς, προκαλεί ανορθολογισμό συχνά βαθύτατων προεκτάσεων και μεγάλων συνεπειών. Όσον αφορά την ηθική κρίση περί τα διεθνή, τα κριτήρια πρέπει να είναι οντολογικά θεμελιωμένη και όχι αυθαίρετα ή μεταφυσικά προσδιορισμένα. Σε μια δοκιμαστική θεώρηση οντολογικά θεμελιωμένων ηθικών κριτηρίων περί τα διεθνή συνάγεται ότι αφορούν α) το γεγονός ύπάρξης οντολογικού περιεχομένου αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας κατά των δαρβινιστικών-αυτοκρατορικών και κατά ηγεμονικών αξιώσεων και β) το γεγονός της κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής ετερότητας κάθε διακριτής κοινωνικής ένωσης. Αυτό, εξάλλου, καταγράφουν οι  θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου που ενσαρκώνονται στο καθεστώς της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας, δηλαδή στο σύμφυτο με την ελεύθερη ύπαρξη των κρατών δικαίωμα για εθνική ανεξαρτησία[65].   


Η συζήτηση περί δημοκρατίας και πολέμου είναι προϊόν της φιλελεύθερης σκέψης, έχουν ως αφετηρία τις ιδέες του Εμμανουήλ Καντ[66] και οι αμφιλεγόμενες πτυχές αφορούν, βασικά τον διεθνιστικό φιλελευθερισμό[67]. Σκιαγραφώντας μια κατά τα άλλα πολύπλοκη συζήτηση, θα λέγαμε ότι οι προεκτάσεις των προαναφερθέντων επιχειρημάτων της φιλελεύθερης παράδοσης περί τα διεθνή οδηγούν σε δύο συμπεράσματα. Πρώτον, κατά βάση, υποστηρίζεται πως συνθήκες δημοκρατίας, αλληλεξάρτησης και θεσμικής συνεργασίας μειώνουν ή εξαλείφουν τα αίτια πολέμου. Δεύτερον, πολλοί φιλελεύθεροι υπονοούν ή έκδηλα διατυπώνουν την θέση ότι τα άτομα που διαβιούν εντός δημοκρατικών κοινωνιών παράγουν κριτήρια που συγκρατούν ή εμποδίζουν τα κράτη τους να διεξάγουν πολέμους[68]. Στις πιο αμφιλεγόμενες διατυπώσεις υποστηρίζεται ή υπονοείται ότι τα αγγλοσαξονικά ιδεολογικά και καθεστωτικά πρότυπα είναι υπέρτερα, γεγονός που σημαίνει ότι η παγκόσμια σταθερότητα θα μπορούσε να προκύψει λόγω παγκόσμιας κατίσχυσής τους. Η επικράτηση τέτοιων κριτηρίων, υποστηρίζεται ακόμη, θα δημιουργήσει μια παγκόσμια κουλτούρα κατά του πολέμου και υπέρ της συνεργασίας.[69]. Αναφορικά με αυτήν την θεώρηση των διεθνών σχέσεων που εμπεριέχει άλλοτε χαμηλού βαθμού και άλλοτε υψηλού βαθμού εξομοιωτικές παραδοχές, θα πρέπει να μνημονευτεί η παραδοσιακή τάση όχι μόνο πολλών φιλελεύθερων θεωρήσεων αλλά και πάρα πολλών θεωρήσεων του ευρύτερου νεωτερικού παραδείγματος να αναμιγνύουν ηθικά κριτήρια των διαπροσωπικών σχέσεων με συλλογικές ηθικές επιταγές (συνήθως κανονιστικά προσδιορισμένες) και ηθικοκανονιστικά κριτήρια των ενδοκρατικών σχέσεων με ζητήματα διεθνούς ηθικής μεταξύ κυρίαρχων κοινωνιών[70].
            Εν τούτοις, υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ κριτηρίων ή παραγόντων τα οποία ως άτομα θεωρούμε εύλογα ή αντίστροφα αδιανόητα στις διαπροσωπικές σχέσεις και κριτηρίων ή παραγόντων που οφείλονται σε φαινόμενα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων συλλογικών οντοτήτων. Οι τελευταίες εκτός του ότι είναι προικισμένες με διαφορετικές κοσμοθεωρίες και ηθικοφιλοσοφικά συστήματα, υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας και ταυτόχρονης ύπαρξης αιτιών πολέμου που θέτει διαρκώς σε κίνδυνο την πολιτική τους κυριαρχία ή και την συλλογική τους επιβίωση, αναπτύσσουν συλλογικά κριτήρια και θέσεις γύρω από τα διεθνή προβλήματα που δεν βρίσκονται πάντοτε σε αρμονία και συμφωνία[71]. Αυτό, ακριβώς, οφείλεται στο ιστορικό γεγονός ύπαρξης διαφορετικών, οντολογικά θεμελιωμένων και διαφορετικά διαμορφωμένων κοινωνιών οι οποίες κατά συνέπεια λειτουργούν με διαφορετικά κριτήρια πολιτικής ηθικής και με διαφορετικές κοσμοεικόνες εχθρών, φίλων και συμφερόντων[72]. Όπως ήδη τονίστηκε, μια παγκόσμια πολιτική ηθική προϋποθέτει μια παγκόσμια κοινωνία και ένα παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα που θα διέπεται από νομιμοποιημένα και ηθικοκανονιστικά επακριβώς διατυπωμένα κριτήρια και παράγοντες μιας υποθετικής αλλά αποδεδειγμένα ιστορικά ανέφικτης παγκόσμιας ενότητας και παγκόσμιας αρμονίας συμφερόντων[73]. Κατά συνέπεια, το κατά πόσο μια αιτιολόγηση προσφυγής στην διεθνή βία είναι ηθικά βάσιμη ή ορθολογιστική δεν είναι προϊόν ατομικής αλλά συλλογικής πολιτικής ηθικής. Στις διεθνείς σχέσεις επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα οικουμενικού προσδιορισμού οικουμενικών ηθικών κριτηρίων διεθνικής-κοσμοπολίτικης τάξης και δικαιοσύνης ηθικοπρακτικών προεκτάσεων στα οποία υποχρεωτικά θα προσχωρούσαν όλοι άνθρωποι του πλανήτη[74], την πολιτική ηθική σε αναφορά με την διεθνή βία μπορούν να την προσδιορίσουν μόνο τα κράτη στα πλαίσια των διακρατικών θεσμών. Αυτή η «διεθνής πολιτική ηθική» δεν μπορεί παρά να είναι συμβατή με την κοινωνικοπολιτική δομή του κόσμου, δηλαδή, με την ιστορικά κατακερματισμένη Πολιτειακή δομή του διεθνούς συστήματος. Αυτή ακριβώς είναι η διεθνής πολιτική ηθική που απορρέει από το διεθνές δίκαιο και τις κανονιστικές δομές που οικοδομούνται γύρω από τις θεμελιώδεις αρχές του. Σε κάθε περίπτωση, κριτήρια διακρατικής πολιτικής ηθικής μέχρι στιγμής προσδιορίστηκαν μόνο στο διεθνές επίπεδο σε αναφορά με τις γενικές θεμελιώδεις αρχές διεθνούς δικαίου περί διακρατικής ισοτιμίας, μη επέμβασης και υποχρέωσης για ειρηνική επίλυση των διαφορών και των συμπαρομαρτούντων ρυθμίσεων ή συμφωνιών που δημιουργούν το πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας όπως ορίσθηκε πιο πάνω. Κατακτήσεις πολιτισμού των ανθρώπων που εμπεριέχουν και πολιτικά ηθικά κριτήρια, όπως ήδη τονίστηκε, προσδιορίστηκαν επίσης διακρατικά σε αναφορά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και την διεθνή ποινική δικαιοσύνη (για όσα κράτη υπέγραψαν τις συμβάσεις)[75]. Η πλήρης και καθολική εφαρμογή τους, εν τούτοις, όπως καταδείχθηκε κατά την διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής εποχής, χωλαίνει και πάλιν λόγω των αιτιών πολέμου.
            Η ηθική σε κάθε πολιτικό περιβάλλον, δεν μπορεί να είναι μεταφυσικού χαρακτήρα αλλά μόνο (ενδοκρατικά-)κοινωνικοπολιτικά ή διακρατικά προσδιορισμένη. Ακόμη και ηθικά κριτήρια απόρροια μεταφυσικής πίστης αποτελούν πολιτική ηθική μόνο στον βαθμό και στην έκταση που ενσωματώθηκαν στις ηθικοκανονιστικές δομές ενός ή περισσοτέρων κρατών στο πλαίσιο του ανεξάρτητου και πολιτικά κυρίαρχου συλλογικού τους βίου[76]. Το ζήτημα αυτό, όπως ήδη τονίστηκε, συνεκτιμάται με το γεγονός της ύπαρξης διακριτών συλλογικών κοσμοθεωριών και διαφορετικών ηθικοκανονιστικών προεκτάσεων στο εσωτερικό ενός έκαστου κυρίαρχου κράτους. Κάθε λαός διεξάγει διαφορετικό συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο στο πλαίσιο των ιστορικών οικονομικών, κανονιστικών και πολιτισμικών συνθηκών κάθε κοινωνίας. Κάθε βιώσιμη Πολιτεία, εξάλλου στην φάση της γένεσής της προικίζεται με μια οικεία θεμελιώδη κοσμοθεωρία[77], πάνω στην οποία εδράζεται το οικείο κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένο ηθικοκανονιστικό εποικοδόμημα. Η νομιμοποίησή αυτού του ηθικοκανονιστικού εποικοδομήματος οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι αποτελεί προϊόν της συλλογικής κοινωνικής βούλησης όσο και στο γεγονός ότι είναι συμβατό με το κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο της κοινωνίας στην οποία ανήκει. Υπήρχαν ανέκαθεν πολλές κοινωνίες και οι αξιώσεις τους για συλλογική ελευθερία-κυριαρχία οδήγησαν στην δημιουργία πολλών κρατών. Το οντολογικά θεμελιωμένο γεγονός της ενδοκρατικής ετερότητά τους, εξάλλου, προκαλεί πολλά διακριτά ηθικοκανονιστικά οικοδομήματα. Κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ετερότητα, επιπρόσθετα, είναι αρκετά πυκνή και βαθιά ούτως ώστε να επιτρέπει την ύπαρξη και διαιώνιση πολλών ανεξαρτήτων συλλογικών οντοτήτων[78].

Υπό το πιο πάνω πρίσμα που δεν παραβλέπει ή παρακάμπτει την κοσμοθεωρητική και κοινωνικοπολιτική ποικιλομορφία του πολιτισμένου κόσμου, υποστηρίζεται ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί εύκολα ότι η μια ή άλλη πολιτική κουλτούρα ή κοσμοθεωρία τείνει να ενθαρρύνει πολεμοχαρείς συμπεριφορές και κάποια άλλη όχι. Όλες ανήκουν στην σφαίρα του ανθρώπινου πολιτισμού και αναμενόμενα έτσι γίνονται αποδεκτές στην διεθνή Αμφικτιονία όπως ιδρύθηκε στον μεσοπόλεμο ως Κοινωνία των Εθνών και μετεξελίχθηκε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών[79]. Συνεπακόλουθα, η συζήτηση περί της φύσεως του καθεστώτος και της συμπεριφοράς ενός κράτους στην εξωτερική πολιτική, δεν μπορεί να αναφέρεται σε μια μόνο κοσμοθεωρία –την φιλελεύθερη, και μάλιστα ενός μόνο φιλελεύθερου κράτους– και σε μια μόνο προσέγγιση έκφρασης της κοινωνικής βούλησης. Τέτοιες θεωρήσεις είναι αναπόδραστα επιπόλαιες, αθεμελίωτες, ηθικά τρωτές και σε κάθε περίπτωση εφήμερες επειδή προορίζονται να εξυπηρετήσουν εφήμερες στρατηγικές σκοπιμότητες αναδιανεμητικών συνεπειών.

Συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου είναι μόνο η θεώρηση που δέχεται ότι οι πολιτισμένοι λαοί έχουν το ίδιο δικαίωμα προσδιορισμού των ενδοκρατικών κοινωνικοπολιτικών τους δομών σύμφωνα με τις οικείες κοσμοθεωρίες, ιδεολογίες, θρησκείες και εν γένει πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες της ιστορίας τους και της εξέλιξής τους[80]. Στην κοινότητα των πολιτισμένων κοινωνιών, έχουμε πολλών ειδών άσκησης λαϊκής κυριαρχίας και πολλές αποχρώσεις πολιτειακών συστημάτων που καθιερώνουν διαφορετική κατά περίπτωση συμμετοχή του ατόμου στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και διαφορετικές βαθμίδες έκφρασης της συλλογικής-κοινωνικής βούλησης[81].

Η θέση που βασικά υιοθετείται εδώ είναι κατά συνέπεια ότι, όπως εξάλλου υποστήριξε ο John Rawls στο σύντομο αλλά αριστουργηματικό πόνημα Το Δίκαιο των Λαών, για τους σκοπούς εκτίμησης των διεθνών προβλημάτων, η άσκηση της κοινωνικής βούλησης στο εσωτερικό δεν μπορεί να διαιρεθεί αυθαίρετα μεταξύ φιλελεύθερων και μη φιλελεύθερων[82]. Πέραν των φιλελευθέρων κοινωνιών, υπάρχουν πλήθος άλλων «ευπρεπώς ιεραρχημένων» κυρίαρχων κοινωνιών προικισμένων με συμβουλευτικές διαδικασίες δια μέσου των οποίων εκφράζεται η κοινωνική βούληση. Τα άτομα και οι ομάδες μιας κοινωνικής ένωσης εντός ενός οποιουδήποτε πολιτισμένου κράτους σταθεροποιούν ένα αριθμό νόμων και διοικητικών προσεγγίσεων που ενσαρκώνουν την κρατούσα ηθική δομή σ’ ένα μεγάλο αριθμό ζητημάτων του συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου. Το κυριότερο και ουσιαστικότερο ζήτημα που τίθεται δεν είναι κατά πόσο ο κάθε κατά κράτος συλλογικός τρόπος ζωής θα μπορούσε να είναι «καλύτερος» αλλά το γεγονός ότι κανείς άλλος –εκτός και αν περιπέσουμε σε ηγεμονικές θεωρήσεις– δεν μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από μια πολιτισμένη κοινωνία το πώς θα πρέπει να δομείται, μετεξελίσσεται και προοδεύει το κοινωνικοπολιτικό της σύστημα.
            Τα ηθικοφιλοσοφικά κριτήρια που νομιμοποιούν το σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης κάθε κράτους αφενός κατοπτρίζουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών και αφετέρου αλλάζουν διαρκώς ανάλογα με την εξέλιξή τους. Στον βαθμό που μια κοινωνικοπολιτική οργάνωση οικουμενικής κλίμακας είναι παντελώς ανέφικτη, μάλλον είναι παντελώς αδύνατη μια ομοιόμορφη εξέλιξη των κοινωνιών του πλανήτη και ύπαρξη ενός νομιμοποιημένου παγκόσμιου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης. Ουσιαστικά, τίποτα δεν θεμελιώνει την υπόθεση ότι το πρόβλημα του πολέμου –που πάντοτε υπήρχε υπό συνθήκες πολλών και διαφορετικών καθεστώτων συμπεριλαμβανομένων δημοκρατικών και/ή φιλελεύθερων– έχει ως αίτιο τις ιδιότητες κάποιου καθεστωτικού προτύπου. Οι σχετικές υποθέσεις είναι συχνότατα αυθαίρετες-μη θεμελιωμένες, πλήρης επιστημονικών και λογικών σφαλμάτων και όχι σπάνια μεταφυσικά διατυπωμένες. Ενδοκρατικά, όπως ήδη υπογραμμίστηκε, ο πόλεμος τερματίζεται επειδή τερματίστηκαν τα αίτια του, διακρατικά συνεχίζει επειδή τα αίτια του συνεχίζουν να υπάρχουν. Η απουσία ενός παγκόσμιου κράτους που θα τερμάτιζε πλανητικά τον πόλεμο και τα αίτιά του, οφείλεται στον ιστορικό κοσμοθεωρητικό και κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό του πλανήτη αλλά και στα μορφολογικά χαρακτηριστικά που απέκτησε το διεθνές σύστημα στην φάση της συντριβής των αυτοκρατοριών και του Πολιτειακού κατακερματισμού που προέκυψε[83]. Για να επαναδιατυπώσουμε ξανά το πραγματικό πρόβλημα, από την μια πλευρά οι αγώνες ελευθερίας των διακριτών κοινωνιών ενάντια στις αυταρχικές και δαρβινιστικές αυτοκρατορικές αξιώσεις δημιούργησαν διακριτά κοινωνικοπολιτικά συστήματα συμβατά με τις συνθήκες μιας εκάστης κοινωνίας, αλλά, αυτή η γένεση της Πολιτειακής ποικιλομορφίας γέννησε και αίτια πολέμου, λόγω άνισης ισχύος και άνισης ανάπτυξης και λόγω πληθώρας προβλημάτων που προέκυψαν λόγω της προαναφερθείσης κατάρρευσης των αυτοκρατοριών και των ηγεμονικών ανταγωνισμών που την συνόδευαν.

Συμφωνία με τις θεμελιώδεις θεωρήσεις της Κλαουζεβιτζιανής πολιτικής φιλοσοφίας, δηλαδή συμφωνία με την θέση ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» και ότι γι’ αυτό ο πόλεμος δεν είναι ανεξάρτητο φαινόμενο αλλά διέπεται από την λογική των πολιτικών κριτηρίων που πρέπει να είναι συμβατά με τον πολιτισμό των ανθρώπων, σημαίνει ότι αυτό που ενδιαφέρει είναι η αναζήτηση εκείνων των πολιτικών κριτηρίων που αφορούν τις σχέσεις των κυρίαρχων κοινωνιών και όχι μια οικουμενική διεθνιστική-κοσμοπολίτικη ηθική. Δεδομένης της απουσίας μιας παγκόσμιας κοινωνίας, επιπλέον, μια τέτοια πολιτική ηθική είναι ανύπαρκτη στον βαθμό που είναι αδύνατο να υπάρξουν παγκόσμιοι κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι σκοποί. Εκτός του ότι όπως θεμελιώθηκε έξοχα από τον Edward H. Carr[84] μια τέτοια αξίωση αποτελούσε πάντοτε ηγεμονική αξίωση ισχύος, κάθε επίκλησή της αναπόδραστα αμφιταλαντεύεται μεταξύ απολιτικών παραδοχών, ηγεμονικών παραδοχών και οικουμενικής πολιτικής θεολογίας που θέλει την ηθική  όχι προϊόν κοινωνικής πολιτικής βούλησης αλλά ηγεμονικά-αυθαίρετα ή μεταφυσικά προσδιορισμένη[85].


Υπό το πιο πάνω πρίσμα που συνεκτιμά επαρκώς τον οντολογικά διαμορφωμένο χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, ο πόλεμος συναρτάται, πρωτίστως, με τις σχέσεις και τις συμπεριφορές των Πολιτειακών συνόλων. Τα περί πολέμου πολιτικά κριτήρια, αντίστοιχα, είναι αφενός διακρατικά και αφετέρου συναρτημένα απόλυτα με τα αίτια πολέμου[86].
            Για την αντιμετώπιση των καταστροφικών συνεπειών του πολέμου αυτό που προεξάρχει είναι η αντιμετώπιση των αιτιών πολέμου και αυτό δεν είναι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό ζήτημα. Είναι όντως αντιπαραγωγικό ή και παντελώς ανέφικτο να αναζητούνται οικουμενικά πολιτικά κριτήρια όταν κατ’ ουσία παράγονται από το κοινωνικοπολιτικό σύστημα του κράτους που τα επικαλείται και αφορούν τα δικά του εθνικά συμφέροντα και όχι το συμφέρον της οικουμένης[87]. Εξ ορισμού, τα εθνικά κριτήρια μιας χώρας δεν αφορούν την οικουμένη γιατί παράγονται από ένα μόνο κράτος, διαμορφώνονται στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου καθεστωτικού προτύπου και συνολικά είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης κοινωνικοπολιτικής-Πολιτειακής εμπειρίας.
            Ζητήματα όπως η άνιση ανάπτυξη, οι ηγεμονικές συγκρούσεις και τα υπόλοιπα αίτια πολέμου αποτελούν αντικειμενικό διεθνές πρόβλημα το  οποίο α) δεν συνδέεται με το εσωτερικό πολιτικό καθεστώς ενός συγκεκριμένου κράτους αλλά με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα[88] και β) δεν προκλήθηκε από κάποιο «μη φιλελεύθερο καθεστώς» αλλά από τον ηγεμονισμό των σημερινών φιλελεύθερων κρατών των οποίων η σημερινή ευημερία και δυνατότητες εξελιγμένων κοινωνικοπολιτικών δομών, ακριβώς, οφείλονται στις παρελθούσα καταχρηστική κατάκτηση πλουτοπαραγωγικών πόρων[89].  
            Ακόμη, η ποικιλομορφία των κοσμοθεωριών, των καθεστώτων και των εθνικών συλλογικών ηθικοφιλοσοφικών συστημάτων υποδηλώνει ότι η αναζήτηση ενός παγκόσμιου ηθικοφιλοσοφικού και κοσμοθεωρητικού συστήματος ως προϋπόθεση τερματισμού των διεθνών διενέξεων κινείται προς εξωπραγματική κατεύθυνση εκτός και αν κάποιος κατέχει κάποια μεταφυσική συνταγή επίτευξης παγκόσμιας κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής ενότητας. Αν το τελευταίο συνέβαινε, αυτό το οποίο θα συζητούσαμε δεν θα ήταν οι διακρατικές σχέσεις αλλά η δομή ενός παγκόσμιου κράτους στο εσωτερικό του οποίου, όπως και με κάθε βιώσιμο κράτος στην ιστορία, τερματίζεται ο πόλεμος, επικρατεί μια συγκεκριμένη τάξη και αναπτύσσεται ένα συγκεκριμένο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης που θα το νομιμοποιεί σε βαθμό μάλιστα που θα επιτρέπει διαρκείς πολιτικές αλλαγές. Όπως όμως παρατηρεί ο Raymond Aron, με δεδομένο τον ετερογενή και την ανομοιογενή χαρακτήρα των διακριτών κοινωνιών του πλανήτη, σε μια τέτοια περίπτωση η συζήτηση περί διακρατικών πολέμων θα είχε ήδη αντικατασταθεί με συζήτηση για εμφύλιους πολέμους[90].

Συνεπακόλουθα, μια συζήτηση περί δημοκρατίας και πολέμου που εξαιρεί τις αξιώσεις ηγεμονικής ισχύος που ενδύονται δημοκρατικούς μανδύες, δεν μπορεί να αναμιγνύει τα δύο επίπεδα ανάλυσης, δηλαδή το κρατικό με το διακρατικό. Όσον αφορά το κρατικό επίπεδο, το επιχείρημα μερικών φιλελευθέρων βασικά υποστηρίζει ότι ένα δημοκρατικό καθεστώς θα παράγει κίνητρα αλλά και ιδεολογία ειρηνόφιλης εξωτερικής πολιτικής. Όμως, με βάση την συμβατή με το διεθνές δίκαιο –και ασφαλώς συμβατή με την ίδια την οντολογικού περιεχομένου διαφορετικότητα των Πολιτειών– στο παγκόσμιο επίπεδο η έννοια δημοκρατία δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο από την εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, δηλαδή την διακρατική δημοκρατία: Διακρατική ισοτιμία, μη επέμβαση και σεβασμό του δικαιώματος εσωτερικής αυτοδιάθεσης των πολιτισμένων[91] κυρίαρχων κοινωνιών.
            Ούτε επίσης είναι βάσιμο να συγχέεται η διακρατική δημοκρατία, ή το είδος του πολιτειακού καθεστώτος των κυρίαρχων λαών, με τους κινδύνους περί διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας που προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ. Οι τελευταίες αφορούν την διακρατική τάξη και όχι μια παγκόσμια κοσμοπολίτικη ή διεθνιστική δικαιοσύνη ή μια κάποια ηθική αντίληψη του πλανητικού βίου των ανθρώπων. Το κατά πόσον το Α ή Β κράτος αποτελεί κίνδυνο για την ειρήνη και για τις κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων οπότε και ενδεχομένως να δικαιολογείται «διεθνής επέμβαση» εναντίον του, είναι μεν υπαρκτό πρόβλημα αλλά η αντιμετώπισή του οφείλεται και πάλιν στα αίτια πολέμου: Λόγω ηγεμονικών συγκρούσεων μετά την δημιουργία του ΟΗΕ τα κράτη αμέλησαν να συμφωνήσουν για τα κριτήρια έκτακτης ανάγκης, τον τρόπο και τα μέσα άσκησης διεθνούς βίας στο πλαίσιο του μόνου θεσμού που μπορεί να γίνει νόμιμα και νομιμοποιημένα, δηλαδή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.


Υπό το πρίσμα της πιο πάνω συζήτησης ο ορισμός ενός παγκόσμιου Δέοντος είναι αναπόδραστα αμφιλεγόμενος. Πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται υπό την αίρεση των πολλών κοσμοθεωρητικών και ηθικοκανονιστικών συστημάτων των κυρίαρχων κρατών τα οποία όταν βρίσκονται σ’ ανταγωνισμό σπάνια δέχονται να ερμηνεύσουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου με τον ίδιο τρόπο. Σε κάθε προσπάθεια οντολογικής θεμελίωσής ακόμη και ενός Διεθνούς Δέοντος (διεθνούς, δηλαδή διακρατικού και βασισμένου στο καθεστώς κυριαρχίας), παραμονεύουν στοχαστικές παγίδες, αναπάντητα φιλοσοφικά ζητήματα και το αμφιλεγόμενο φιλοσοφικό ναρκοπέδιο των διεθνιστικών νεωτερικών-ορθολογιστικών θεωρήσεων για τη σχέση των πνευματικών με τα αισθητά, τις αξίες, τις ηθικοκανονιστικές δομές, την ηθική και τη σχέση του δέοντος με το κανονιστικό αιτιώδες. Έστω κι αν τεκμηριωθεί η ύπαρξη ενός οντολογικά θεμελιωμένου Διεθνούς Δέοντος –όπως η παρούσα ανάλυση υπαινίσσεται–, παραμονεύουν ανθρώπινες αδυναμίες που είναι δυνατό να προκαλέσουν ολισθήματα προς καταχρηστικές ερμηνείες[92]. Θα μπορούσε να προστεθεί ότι, με δεδομένη τη φύση της διεθνούς πολιτικής στο κατώφλι του 21ου αιώνα και των αμφιλεγόμενων συζητήσεων, στη σφαίρα των κοσμοθεωρητικών συζητήσεων μια τέτοια αυθαιρεσία όχι μόνο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά θα πρέπει να θεωρείται αναμφίβολα δεδομένη[93].
             
Τα προαναφερθέντα, για ένα ακόμη λόγο, συνηγορούν με την θέση ότι η επιστημονική ανάλυση των διεθνών σχέσεων σημαίνει, πρωτίστως, αξιολογική ελευθερία, δηλαδή στον μέγιστο δυνατό βαθμό συνειδητή και φιλότιμη αποστείρωση των επιστημονικών μεθόδων, όρων, εννοιών και συμπερασμάτων από τον ανθρώπινο υποκειμενισμό. Αυτό ακριβώς είναι που διακρίνει την επιστημονική ανάλυση των διεθνών σχέσεων από την πολιτική προπαγάνδα. Ίσαμε τις ακραίες του συνέπειες και σ’ αντιστοιχία με άλλους κλάδους των ανθρωπιστικών σπουδών αυτό είναι που διακρίνει την επιστημονική μελέτη από την επιστημονική τσαρλατανιά ή την αξιολογικά ουδέτερη επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων από τα κανονιστικά προσανατολισμένα θεωρήματα ή ιδεολογήματα. Τα τελευταία, υπό συνθήκες ηθικοκανονιστικού κατακερματισμού του πλανήτη και της απορρέουσας Υπαρκτικής κοινωνικής ετερότητας, είναι αναπόδραστα εξομοιωτικού χαρακτήρα, μη συμβατά με τις αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας και αντίθετα με τους κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένους σκοπούς μιας εκάστης κοινωνίας. Αυτά θα ισχύουν ενόσω οι κανονιστικά προσανατολισμένες αποφάνσεις δεν απαλλάσσονται από τις φυσιοκρατικές επιρροές ακραίων διεθνιστικών-νεωτερικών θεωρημάτων περί υπάρξεως δήθεν ενός αμάχητου παγκόσμιου ορθολογισμού και ενόσω δεν συμμορφώνονται αυστηρά προς την Υπαρκτική ετερότητα των κοινωνιών και τις αξιώσεις εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας μιας εκάστης πολιτισμένης κοινωνίας, ενόσω δηλαδή δεν αποδέχονται πως οικουμενικές-αξιακές αποφάνσεις και συλλογική ελευθερία στο διεθνές σύστημα είναι έννοιες εξ ορισμού ασύμβατες και αντιθετικές[94].
            Αξιολογική ελευθερία στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων δεν μπορεί να σημαίνει αποφυγή αναμέτρησης με τους εχθρούς της οντολογικού περιεχομένου αξίωσης συλλογικής ελευθερίας. Έτσι, κατά πρώτον, αξιολογική ελευθερία δεν σημαίνει αποφυγή πολεμικής κατά εκείνων των προσεγγίσεων που υπονομεύουν την ανθρώπινη ελευθερία ή κατά της ιδεολογικοπολιτικής προπαγάνδας που ύπουλα μεταμφιέζεται σε ακαδημαϊκή για να διαφθείρει την επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων. Τόσο η αξιολογική ελευθερία όσο και η υπεράσπισή της είναι δυνατό να αναφέρονται σε οντολογικά θεμελιωμένα κριτήρια, δεν παύουν όμως, όπως μόλις αναφέρθηκε, να ενέχουν ηθικοκανονιστικές προεκτάσεις. Κατά συνέπεια, πέραν της αξιολογικά ελεύθερης αναζήτησης οντολογικά θεμελιωμένων ηθικών κριτηρίων ο διεθνολόγος είναι υποχρεωμένος να εισέλθει στο ναρκοπέδιο των εναλλακτικών ερμηνειών των ηθικοπρακτικών προεκτάσεών τους. Κατά δεύτερον, ακόμη κι αν θεμελιωθούν οντολογικά κριτήρια, αυτό δεν σημαίνει πως δεν αναφύονται επιστημολογικά, επιστημονικά και δεοντολογικά προβλήματα που η παρούσα ανάλυση ούτε παραβλέπει ούτε παρακάμπτει. Αν μη τι άλλο, στην ιστορία των ιδεών, οι εναλλαγές μεταξύ θεολογίας και πολιτικής θεολογίας που συνύφαιναν κάποιο Ον με κάποιο Δέον είναι το πιο σύνηθες φαινόμενο: τον μεταφυσικό διαμέσου της θείας πρόνοιας ορισμό του κανονιστικού Δέοντος κατά τον Μεσαίωνα διαδέχτηκε η πολιτική θεολογία των νεότερων χρόνων, που κατά περίπτωση συνέδεε κάποια φυσική αιτιώδη αναγκαιότητα με κάποιο κανονιστικό δέον. Η πιο ήπια εκδοχή της νεωτερικής πολιτικής θεολογίας είναι η εταιρική κοσμοθεώρηση περί δυνατοτήτων οργάνωσης του κοινωνικοπολιτικού βίου σ’ εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο με βάση μια «ορθολογική» νομικοπολιτική δομή.
            Προεκτάσεις της είναι ποικίλες ακραίες υλιστικές-φυσιοκρατικές εκδοχές του φιλελευθερισμού, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα και τα ύστερα παραδείγματα του εξομοιωτικού μαρξισμού, καθώς επίσης και ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός[95]. Σε μια τέτοια εταιρική νομικοπολιτική δομή που δεν είναι κατ’ ανάγκην κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη, υποστηρίζεται, οι «ορθολογιστικά» –διάβαζε «ορθά», όπου η «ορθότητα» προσδιορίζεται στη βάση μεταφυσικού χαρακτήρα ηθικοφιλοσοφικών παραδοχών ή απλά των γνωμών του κάθε γράφοντος[96]– σκεπτόμενοι άνθρωποι θα συμβιώνουν αρμονικά και ειρηνικά ανεξαρτήτως γλώσσας, θρησκείας, κοσμοθεωρητικών παραδοχών, ιστορικής μνήμης και άλλων ορατών ή αόρατων κριτηρίων και παραγόντων που προσδιορίζουν τις ατομικές και συλλογικές κοσμοθεωρίες και την πολιτική ηθική των κοινωνιών του πλανήτη[97].
            Είναι πρόδηλο πως αν ίσχυε έστω και μερικώς μια τέτοια παραδοχή ο πλανήτης θα είχε από καιρό αλλάξει την ηθικοκανονιστική του δομή: οι διεθνείς θεσμοί θα εφάρμοζαν ευθύγραμμα και χωρίς το παραμικρό πρόβλημα συμπεφωνημένες διατάξεις συγκεκριμένων προνοιών διεθνούς δικαίου, τα κράτη θα τηρούσαν πλήρως τις δεσμεύσεις τους και ενδεχομένως οι άνθρωποι θα αποφάσιζαν πως ο κατακερματισμός του κόσμου σε εθνικά-κρατικά κανονιστικά συστήματα είναι οικονομικά αναποτελεσματικός, δικαιακά προβληματικός και από άποψη παγκόσμιας τάξης άσκοπος. Θα αποφάσιζαν έτσι, ανεξαρτήτως ύπαρξης πολλών θεμελιωδών κοσμοθεωρητικών στάσεων, τη θεσμική ενοποίηση του κόσμου, δηλαδή τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κράτους ή κάποιου παραπλήσιου παγκόσμιου θεσμικού συστήματος.
            Στο σημείο αυτό αρκεί να τονιστεί πως κάθε εξομοιωτική κοσμοθεωρία από το ένα άκρο στο άλλο και σ’ όλες τις πιθανές ενδιάμεσες αποχρώσεις προτάσσει κάποιες ηθικοκανονιστικές παραδοχές –αδιάφορο το περιεχόμενό τους, επειδή μορφικά είναι πανομοιότυπες, στον βαθμό που αποσκοπούν σε μια εξομοίωση σε αναφορά με κάποιο επαναστατικό δόγμα–, τις οποίες οι άνθρωποι καλούνται να υπερθέσουν στην Υπαρκτική ετερότητά τους, στις δικές τους θεμελιώδεις κοσμοθεωρίες, στα δικά τους ανθρωπολογικά πιστεύω και στους επιμέρους κοινωνικά προσδιορισμένους σκοπούς μιας εκάστης κοινωνίας.
            Η ανάλυση της διεθνούς πολιτικής δεν δύναται να παρακάμψει ή να παραβλέψει αυτόν τον πλήρη επιστημονικών και λογικών σφαλμάτων στοχαστικό και πολιτικό παραλογισμό επειδή το πρόβλημα που δημιουργεί εισέρχεται στον πυρήνα του διεθνολογικού προβληματισμού και επηρεάζει όλα τα ζητήματα της θεωρίας διεθνών σχέσεων: τον ρόλο της εθνικής-κρατικής κυριαρχίας, τα κατά πόσο το εθνικό-κρατικό γίγνεσθαι είναι αντιστρέψιμο προς όφελος μιας υπερεθνικής δομής, τις παραδοχές μιας οποιασδήποτε υπερεθνικής δομής, τις νομιμοποιητικές βάσεις των διεθνών θεσμών, τις δυνατότητες ειρηνικής επίλυσης των διαφορών όταν συγκρούονται ζωτικά συμφέροντα, την αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας.
            Πολύ περισσότερο από οποιοσδήποτε άλλο κοινωνικό επιστήμονα ο στοχαστής των διεθνών σχέσεων απαιτείται να παίρνει στα σοβαρά τη διχοτόμο που δημιουργούν οι δύο αντιθετικές και συνάμα θανάσιμα εχθρικές κοσμοθεωρητικές παραδοχές: από τη μια πλευρά βρίσκονται οι εξομοιωτικές αξιώσεις –πάντοτε ηγεμονικές και στις συνέπειές τους αυτοκρατορικές–, οι οποίες αποσκοπούν στην κοινωνικοπολιτική ενοποίηση όλων των ετερογενών κοινωνιών του πλανήτη, προκαλώντας έτσι την αντίστασή τους, συγκρούσεις,  καταστροφές και εκατόμβες. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η επιτυχής αντίσταση των κοινωνιών στις ηγεμονικές αξιώσεις που τους τελευταίους αιώνες προκάλεσε την ανάδειξη του έθνους-κράτους και της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας ως καθεστώτος των διεθνών σχέσεων –από το οποίο απορρέουν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου για μη επέμβαση, διακρατική ισοτιμία και εσωτερική αυτοδιάθεση– και δημιούργησε το σύγχρονο διακρατικό σύστημα. Αυτές οι δομές –δηλαδή το έθνος-κράτος και οι διεθνείς θεσμοί που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την ελευθερία-ανεξαρτησία τους–, εξάλλου, είναι θεμελιωμένες στην οντολογικού περιεχομένου αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας. 


Η στοχαστική διαμάχη περί δημοκρατίας και πολέμου βρίσκεται στο πυρήνα τόσο της θεωρίας διεθνών σχέσεων όσο και των πολιτικών συζητήσεων. Όπως και πολλές άλλες επιθέσεις κατά της θουκυδίδειας παράδοσης στο παρελθόν, έχει από καιρό εισέλθει σε φάση μεγάλης στοχαστικής ακαταστασίας. Αναμιγνύονται άναρχα α) κλασικές επικούρειες κοσμοπολίτικες αντιλήψεις, β) ένας νέος μεσαιωνισμός[98] που πρεσβεύει την αποσυναρμολόγηση των κρατών και την δημιουργία οικουμενικής οργάνωσης[99]γ) διεθνιστικές-νεωτερικές θεωρήσεις περί ύπαρξης ενός επέκεινα οικουμενικού ορθολογισμού όπως τον περιγράψαμε στην προηγούμενη ενότητα, δ) αμερικανικές φυσιοκρατικές αξιώσεις ισχύος μεταμφιεσμένες με ποικίλα και ρευστά διεθνιστικά-ιδεαλιστικά δόγματα, ε) θεωρίες για μια νέα διχοτόμο όπου πλέον θα συγκρούονται οι πολιτισμοί και στ) ύστερες νεοφιλελεύθερες θεωρήσεις υπέρ μιας έκδηλα ηγεμονικής οργάνωσης του διεθνούς συστήματος και ηγεμονικής λειτουργίας των διεθνών θεσμών[100].
            Γι’ αυτό, δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της συζήτησης περί δημοκρατίας και πολέμου είναι ότι οι αντιφάσεις του επιστημονικού λόγου που στο επίπεδο του πολιτικού λόγου –στον οποίο διολισθαίνουν συχνά μερικές αναλύσεις, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου θεωρήματος–, εύκολα μετατρέπονται για ασάφεια ως προς το ποιοι μπορούν να πολεμούν και ποιοι όχι[101]. Χαρακτηριστικό του αδιεξόδου των φιλελεύθερων θεωριών όσον αφορά αυτά τα μεγάλα ζητήματα πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων είναι η προαναφερθείσα διολίσθηση των νεοφιλελεύθερων θεωρήσεων στο ναρκοπέδιο των ηγεμονικών και ρασιοναλιστικών αιτιολογήσεων για «προσωρινή» ηγεμονική σταθεροποίηση (ως στοιχείο που αιτιολογεί στη βάση της «αναγκαιότητας» και του «μικρότερου κακού»[102]και υποθέσεων για τον ρόλο της δημοκρατίας (ως προωθητικού παράγοντα ειρηνικών σχέσεων.
            Τέτοια επιχειρήματα συγχέουν την ειρήνη λόγω ηγεμονικής τάξης που υπήρχε σε όλα τα αυταρχικά αυτοκρατορικά καθεστώτα με την διακρατική ειρήνη ως δικαιακά θεμελιωμένη τάξη που πρέπει να υπάρχει αν δεν υπήρχαν τα αίτια πολέμου και αν εφαρμοζόταν το διεθνές δίκαιο. Ακόμη πιο σημαντικό, η νεοφιλελεύθερη θεωρία διολίσθησε στο επίσης προαναφερθέν επιχείρημα που αποκρυσταλλώθηκε και διατυπώθηκε την δεκαετία του 1990 και εντάθηκε την τρέχουσα δεκαετία περί πρωτοκαθεδρίας των «αγγλοσαξονικών προτύπων». Όπως ήδη αναφέρθηκε, ακόμη και αναλύσεις που αξιώνουν επιστημονική εγκυρότητα, προτάσσουν ως σχεδόν μόνη αιτιολόγηση τέτοιων αλμάτων την πιθανή ανάπτυξη παγκόσμιας ιδεολογικής σύγκλισης στη βάση των αγγλοσαξονικών ηθικοκανονιστικών αξιών, γεγονός που αν συντελεστεί, υποστηρίζεται συχνά, θα απαντήσει το κλασικό ερώτημα για την «κοινωνική» βάση των κάθε φύσεως διεθνών ή «υπερκρατικών» ή μερικώς υπερεθνικών θεσμών, καθώς επίσης και τα κλασικά ερωτήματα για τους κοινωνικούς και ιδεολογικούς παράγοντες, χωρίς τους οποίους κανένα κανονιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο, τουλάχιστον επί μακρόν[103]

Γιατί όμως οι νεοφιλελεύθεροι αναλυτές και τα συνοδοιπόρα ρεύματα[104] επιστρατεύουν τόσο ευάλωτα επιχειρήματα όπως το προαναφερθέν της «ηγεμονικής σταθερότητας» και της πρωτοκαθεδρίας των αγγλοσαξονικών διοικητικών και καθεστωτικών προτύπων; Η υιοθέτηση τέτοιων θέσεων και η συνταύτισή τους με τις περί «δημοκρατικής ειρήνης» θέσεις του Ιμάνουελ Καντ είναι τουλάχιστον ατυχής και οπωσδήποτε επιστημονικά αβάσιμη. Αν και οι θεωρήσεις του Καντ περί δημοκρατίας και ειρήνης γράφτηκαν σε μια εποχή που το σύγχρονο πολιτειακό σύστημα δεν είχε διαμορφωθεί πλήρως, οι θέσεις του δεν ήταν εξομοιωτικές –δηλαδή, σεβόταν την ετερότητα των επιμέρους κοινωνιών και την πολιτική τους κυριαρχία–, ενώ είναι αδιανόητο να περιείχαν εκλογικεύσεις για κατεξουσιαστική ηγεμονική οργάνωση του κόσμου. Οι μάλλον αξιωματικές θέσεις του, εξάλλου, δεν έτυχαν μεγάλης επεξεργασίας από τον ίδιο. Οι χιλιάδες αναλυτές που επικαλούνται τον Καντ συχνά κάνουν αυθαίρετα άλματα συλλογισμών. Ουσιαστικά, ο μόνος σημαίνων φιλόσοφος που μπόρεσε να προεκτείνει βάσιμα τις καντιανές θεωρήσεις για το διεθνές σύστημα είναι ο John Rawls, ο οποίος και απορρίπτει ευθέως και θεμελιωμένα, όπως ήδη τονίστηκε, κάθε κοσμοπολίτικη εξομοιωτική εκτροπή.
            Η συχνή επίκληση του Ιμανουήλ Καντ από πολλούς φιλελεύθερους αναλυτές της ύστερης εποχής για να αιτιολογήσουν ένα λίγο πολύ ηγεμονικά δομημένο διεθνές σύστημα είναι ίσως η μεγαλύτερη διαστροφή και ιδιοτελής στράτευση των ιδεών των νεότερων χρόνων (με εξαίρεση ίσως τις διεθνιστικών προσανατολισμών μαρξιστικές θεωρήσεις). Μεταξύ άλλων, πολλές αναλύσεις, ιδιαίτερα στον νεοφιλελεύθερο χώρο και στον πολύ ευρύτερο χώρο των συνοδοιπόρων στοχαστικών παραπροϊόντων του[105], εντάσσουν στο ίδιο σκεπτικό αυθαίρετους, εξομοιωτικού χαρακτήρα  και μεταφυσικούς προσδιορισμούς της δημοκρατίας που εξ αντικειμένου είναι ασύμβατες με τις θεμελιώδεις φιλοσοφικές παραδοχές του Καντ και ελάχιστα επεξεργασμένες ύστερες θεωρήσεις για την αλληλεξάρτηση, τους διεθνείς θεσμούς, το περιεχόμενο ενός φιλελεύθερου καθεστώτος σε μια πολιτισμικά μη φιλελεύθερη κοινωνία και την διεθνή ειρήνη την οποία αποσυνδέουν από τα πραγματικά αίτια πολέμου.


Πέραν των ήδη αναφερθέντων, ύστερες νεοφιλελεύθερες θεωρήσεις υποστηρίζουν ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες «δεν πολεμούν η μία την άλλη» επειδή υπάρχει στενή σχέση ενδοκρατικών θεσμών και εξωτερικής συμπεριφοράς ενός κράτους. Το ζήτημα κατά πόσο μια δημοκρατία κάνει πόλεμο εναντίον μιας άλλης (π.χ. η Αθήνα εναντίον των άλλων Πόλεων-Κρατών της κλασικής Ελλάδας ή οι ΗΠΑ εναντίον του Βιετνάμ και εναντίον του Ιράκ το 2003 κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου) παρακάμπτεται ή εκλογικεύεται βολικά[106]. Μερικοί φιλελεύθεροι αναλυτές που αντιλήφθηκαν τον αθεμελίωτο χαρακτήρα αυτών των θέσεων αναδιπλώθηκαν και επαναδιατύπωσαν το επιχείρημά τους γράφοντας ότι, «αν και δεν τίθεται ζήτημα να αρνηθούμε πως η πολιτική της ισχύος δεν διαδραματίζει ρόλο στην εξωτερική πολιτική των κρατών», εντούτοις «οι δημοκρατίες που έχουν παραστάσεις η μία για την άλλη πως είναι φιλελεύθερες δεν πολεμούν η μία την άλλη». Κι αυτό «επειδή έχουν το ίδιο σύστημα ιδεών και τις ίδιες προσδοκίες»[107].

Οι αντιρρήσεις είναι πολλές, ουσιαστικές και πολλαπλά θεμελιωμένες. Το πρόβλημα μιας επιστημονικής αποτίμησης είναι να αναφερθούν βάσιμα επιχειρήματα που θα θεμελιώσουν ότι αυτό που είναι αυτονόητο στις διαπροσωπικές σχέσεις –και που ο μέσος άνθρωπος τείνει να αποδεχθεί πόσις αβρόσοις ως προφανές– δεν ισχύει στις διακρατικές σχέσεις όσον αφορά το φαινόμενο του πολέμου (το οποίο όπως αναφέρθηκε πιο πάνω συναρτάται άμεσα και οργανικά με συγκεκριμένα αντικειμενικά αίτια).
            Κατ’ αρχάς, επισημάνθηκε πως μια θεωρία με ερμηνευτικές αξιώσεις απαιτείται να αποδείξει τα αίτια για τα οποία μια φιλελεύθερη δημοκρατία δεν πολεμά η μία την άλλη[108]. Επίσης, εκτός του ότι πόλεμοι μεταξύ δημοκρατικών καθεστώτων και ακόμη μεταξύ φιλελεύθερων καθεστώτων έλαβαν χώρα και ότι αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί, είναι γεγονός πως οι πόλεμοι μεταξύ μεγάλων βιομηχανικών κρατών δεν είναι καθημερινό φαινόμενο. Αυτό όμως σχετίζεται με κόστος όσον αφορά τα εθνικά συμφέροντα και όχι με κάποια κοινά οικουμενικά αξιακά κριτήρια. Ενώ η έναρξη πολεμικών συγκρούσεων μεγάλης κλίμακος είναι σπάνιο φαινόμενο, ιδιαίτερα μεταξύ των μεγάλων βιομηχανικών κρατών, το πιο σύνηθες φαινόμενο των διακρατικών σχέσεων, συχνά ακόμη και μεταξύ εχθρών, είναι η ανάπτυξη κάθε είδους συναλλαγών που προάγουν την εκατέρωθεν ευημερία[109].
            Ασφαλώς, οι ωφελιμιστικές συναλλαγές δεν εγγυώνται πως δεν θα υπάρξει πόλεμος. Αντίθετα, αν τα οφέλη τεθούν σε κίνδυνο (π.χ. επενδύσεις, εμπόριο, διακίνηση αγαθών), το πιο πιθανό είναι πως θα υπάρξουν αναμετρήσεις και ίσως πόλεμος για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα. Ο πρόεδρος Νίξον στα απομνημονεύματά του, για παράδειγμα, εξηγεί τις ποικίλες αμερικανικές επεμβάσεις κατά πολλών κρατών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναφέροντας μια μακρά λίστα συμφερόντων (πρώτων υλών, εμπορικών σχέσεων κ.ά.) για τα οποία η Αμερική προχωρούσε σε πολεμικές ενέργειες[110].
            Όμως η πιο σημαντική επισήμανση που χτυπά τον πυρήνα των συχνών πολιτικών εκλογικεύσεων που παρεισφρέουν στον ακαδημαϊκό διάλογο είναι το ερώτημα πώς προσδιορίζει κανείς το καθεστώς «δημοκρατία» και το είδος του πολέμου. Πέραν των προαναφερθέντων για τον χαρακτήρα και τις αποχρώσεις πολιτισμένων καθεστώτων, ερωτάται, για παράδειγμα, κατά πόσον ήταν ή δεν ήταν δημοκρατία η Γερμανία το 1914[111]. Η απάντηση είναι ότι αν και δημοκρατία, όπως και κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930 όταν ηγούνταν εκλεγμένες κυβερνήσεις, δεν εμπόδισε το ξέσπασμα δύο διαδοχικών πολέμων στους οποίους το κράτος αυτό πρωτοστάτησε ως η κατά κύριο λόγο επιτιθέμενη χώρα[112]. O Christopher Layne, για παράδειγμα, στην σημαντική σχετική μελέτη, κατέδειξε πως οι περιπτώσεις οι οποίες συνήθως αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως παραδείγματα μη ύπαρξης πολέμου οφείλονταν σε ορθολογιστικούς υπολογισμούς του κόστους έκρηξης πολέμου είτε λόγω ισχύος του αντιπάλου είτε λόγω κατανομής ισχύος στο σύστημα που θα προκαλούσε εξισορροπητικές κινήσεις που δεν τα συνέφεραν[113]. Η σημασία αυτής της θεμελίωσης είναι όντως μεγάλη: Αν αυτοί είναι οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους δεν υπάρχει πόλεμος μεταξύ δύο κρατών εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα ακολουθεί ηγεμονική-αναθεωρητική πολιτική, η αποτροπή πολέμου διασφαλίζεται με επαρκή ισχύ, συμμαχίες και εν γένει ισορροπία δυνάμεων. Αν αντίθετα κάποιος στηριχτεί στην αντίθετη λανθασμένη αντίληψη όπως έγινε με τον κατευνασμό του Μονάχου το 1939[114] πως οι διαπροσωπικές σχέσεις και τα καθεστώτα του ενός ή του άλλου είδους, τωρινά ή πιθανά μελλοντικά, θα διασφαλίσουν την ειρήνη, το πιθανότερο ενδεχόμενο επιλογών που εδράζονται σε τόσο λανθασμένους συλλογισμούς θα είναι είτε πόλεμος είτε αλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος[115]. Ασφαλώς οι επιπτώσεις ποικίλλουν. Διαφορετικές θα είναι οι συνέπειες για τις ΗΠΑ στους υπολογισμούς τους με ένα άλλο απείρως ασθενέστερο κράτος και διαφορετικές οι συνέπειες μεταξύ δύο περιφερειακών κρατών στρατιωτικά και πολιτικά ισοδύναμων.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ο αξιακός χαρακτήρας της αιτιολογικής βάσης πολλών επιχειρημάτων. Όχι μόνο υπεισέρχονται αστάθμητα κριτήρια «δύο μέτρων και δύο σταθμών» αναφορικά με τους πραγματικούς στόχους των δημοκρατικών κρατών, ιδιαίτερα των ισχυρών που συχνά επιδεικνύουν αλαζονική ηγεμονική συμπεριφορά[116], αλλά επίσης αναφύονται ζητήματα καταχρηστικής άσκησης βίας, μη αναστρέψιμων καταχρηστικών διεθνών αλλαγών[117] και παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και του πολιτικού πολιτισμού των διεθνών σχέσεων με εκλογικεύσεις που αφορούν τα οικεία πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά συμφέροντα και αυτά των συμμάχων. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα και καθημερινά. Μερικοί αμερικανοί αναλυτές που εμμένουν στις αντικειμενικές επιστημονικές θεμελιώσεις και όχι στις βολικές παραλείψεις τα υπενθυμίζουν. Ο Kenneth Waltz, για παράδειγμα, πως ο Dean Rusk, υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, αιτιολόγησε τη στρατηγική της ανάσχεσης και πιο συγκεκριμένα την επίθεση κατά του Βιετνάμ με όρους εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών δηλώνοντας ότι «οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι ασφαλείς μέχρις ότου ολόκληρο το διεθνές περιβάλλον είναι ιδεολογικά ασφαλές»[118]. Ο Henry Kissinger, επίσης, υπουργός Εξωτερικών, αιτιολογώντας τη συνωμοσία κατά της δημοκρατικά εκλεγμένης πολιτικής ηγεσίας της Χιλής τη δεκαετία του 1970 δήλωσε ότι «δεν βλέπω γιατί θα καθίσουμε να κοιτάμε μια χώρα να γίνεται κομουνιστική όταν αυτό οφείλεται στην ανευθυνότητα της κοινωνίας της[119]».
            Αυτές οι χαρακτηριστικές στάσεις οι οποίες πριν και μετά τον πόλεμο του Ιράκ του 2003 έφθασαν στο απόγειό τους, αντανακλούν μια μακρά παράδοση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, αφενός απλουστευτικής εξομοίωσης του κόσμου με το αμερικανικό πολιτικό σύστημα[120]και αφετέρου πολιτικών εκλογικεύσεων ηγεμονικού χαρακτήρα που οδηγούν σε ενέργειες υπέρ της διάδοσης της δικής τους πολιτειακής εμπειρίας και πολιτικής κουλτούρας παγκοσμίως. Επιπλέον, αυτές οι εκλογικεύσεις όχι μόνο δεν οδηγούν σε σταθερότητα, αλλά και σε απλουστευτικές στρατηγικές επιλογές που δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις ιστορικές συνθήκες, τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες άλλων κρατών, τις περιφερειακές ιδιαιτερότητες ή ακόμη και τα θεμιτά συμφέροντα ασφάλειας άλλων κρατών[121].
            Λανθασμένες εκτιμήσεις εκ μέρους μιας μεγάλης και ισχυρής χώρας όπως οι ΗΠΑ είναι δυνατό να οδηγήσουν σε μερικές αναπροσαρμογές της εξωτερικής της πολιτικής ή σε κάποια αναταραχή σε μια περιοχή που δεν επηρεάζει την αμερικανική κοινωνία[122]. Οι ίδιες λανθασμένες εκτιμήσεις από χώρες στις περιοχές των οποίων η σταθερότητα-ειρήνη εξαρτάται από λεπτές ισορροπίες ισοδύναμων κρατών διαμέσου των οποίων ελέγχονται οι αναθεωρητικές στάσεις, μπορεί να αποβεί καταστροφική. Επ’ αυτού ακριβώς του ζητήματος, ο Kenneth Waltz κάνει την εξαιρετικά κρίσιμη επισήμανση πως το ζήτημα δεν τίθεται με τον ίδιο τρόπο για ένα μεγάλο-ισχυρό κράτος και για ένα λιγότερο ισχυρό κράτος. Συγκεκριμένα, σημειώνει, όπως εξάλλου θεμελιώθηκε από τον Edward H. Carr, τα ισχυρά κράτη έχουν πολλούς άλλους τρόπους για να εκπληρώσουν τους σκοπούς τους χωρίς να έχουν ανάγκη προσφυγής σε αποτρεπτικές στάσεις ή πόλεμο. Αυτά τα μέσα είναι ο επηρεασμός της πολιτικής των κρατών των οποίων η εξωτερική πολιτική επιθυμούν να αλλάξει με διάβρωση των διανοουμένων και της κοινωνίας[123], οι μυστικές ανατρεπτικές ενέργειες, η επιστράτευση των διεθνών θεσμών σε ενέργειες που τα συμφέρει και η χρήση των οικονομικών μοχλών για να επιφέρουν αλλαγή της κρατικής συμπεριφοράς ασθενέστερων κρατών[124]. Διακωμωδώντας όλες τις απείρου κάλλους προαναφερθείσες πολιτικές εκλογικεύσεις που παρεισφρέουν στη θεωρία διεθνών σχέσεων για να εξυπηρετήσουν εφήμερες προπαγανδιστικές ανάγκες της αμερικανικής διπλωματίας στην επεμβατική τους στρατηγική (στρατηγική που κυμαίνεται συνεχώς με την εναλλαγή κυβερνήσεων, αλλά παραμένει σταθερά ηγεμονική και επεμβατική[125]), ο Kenneth Waltz γράφει: «Όταν αρχίσεις να κατηφορίζεις [στις εκλογικεύσεις για το ποιος είναι δημοκρατικός και ποιος όχι], δεν είναι εύκολο να σταματήσεις. (…) Μια φιλελεύθερη δημοκρατία σε πόλεμο με ένα άλλο κράτος είναι απίθανο να δεχτεί πως το άλλο κράτος είναι φιλελεύθερη δημοκρατία. (…) Οι δημοκρατίες συχνά προωθούν πολέμους επειδή κατά καιρούς [αυθαίρετα] αποφασίζουν ότι ο τρόπος διατήρησης της ειρήνης [Σ.τ.Σ.: ή ο τρόπος για να προκαλέσουν περιφερειακές ανακατανομές συμφερόντων] είναι με πόλεμο και ήττα μη δημοκρατικών κρατών και μετατροπής τους σε δημοκρατικά»[126].
            Ακόμη πιο σημαντικό, ο Waltz τονίζει πως στις δημοκρατίες συχνά δαιμονοποίηση άλλων λαών από την πολιτική ηγεσία και λαϊκός ενθουσιασμός εναντίον τους αλληλοτροφοδοτούνται, κάνοντας τα δημοκρατικά καθεστώτα να συμπεριφέρονται επιθετικά. Αντίστροφα, ο λαϊκισμός των ηγετών προς άγρα ψήφων είναι δυνατό να αποδυναμώσει τις εξισορροπητικές επιλογές όταν πραγματικά υπάρχει κίνδυνος από μια αναθεωρητική δύναμη[127]. Στηλιτεύοντας περαιτέρω τις πολιτικές εκλογικεύσεις που παρεισφρέουν στην επιστημονική συζήτηση με αναφορές στις γνήσιες αφετηριακές απόψεις του Ιμάνουελ Καντ στο θέμα της επέμβασης, ο Kenneth Waltz επισημαίνει τη σιγήν ιχθύος πολλών φιλελεύθερων αναλυτών για εξόφθαλμα παράνομες και συγκρουσιακές στάσεις των ΗΠΑ στη διεθνή πολιτική: «Τόσο στην περίπτωση της ναρκοθέτησης των λιμανιών της Νικαράγουα όσο και με την εισβολή στον Παναμά, αυθαδώς και προσβλητικά για τη νοημοσύνη οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν το διεθνές δίκαιο. Στην πρώτη περίπτωση αρνήθηκαν τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου που είχαν προηγουμένως αποδεχτεί. Στη δεύτερη περίπτωση, τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού των Αμερικανικών Κρατών του οποίου είναι οι κυριότεροι ανάδοχοι. (…) Τόσο στο εσωτερικό του κύκλου που συμπεριλαμβάνει τα δημοκρατικά κράτη όσο και εκτός του κύκλου η ειρήνη εξαρτάται από μια επισφαλή ισορροπία δυνάμεων. Τα αίτια πολέμου βρίσκονται όχι απλώς στο εσωτερικό των  κρατών ή στο σύστημα των κρατών. Βρίσκονται σε αμφότερα τα επίπεδα. Ο Καντ το είχε αντιληφθεί. Οι αφοσιωμένοι στην άποψη περί δημοκρατικής ειρήνης το παραβλέπουν»[128].  
            Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να αναφερθεί, παρακάμπτοντας την πλούσια σε παραδείγματα περίοδο της αμερικανικής ιστορίας από το 1776 μέχρι το 1917 στην οποία ήδη αναφερθήκαμε ακροθιγώς πιο πάνω, απλά υπενθυμίζεται πως παρά τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος η αμερικανική κοινωνία και πολιτική ηγεσία δεν δίστασαν να επεκταθούν, να εκλογικεύσουν τον ρατσισμό και τη γενοκτονία, να πολεμήσουν λαούς που δεν έκαναν τίποτ’ άλλο παρά να θέλουν να ζήσουν στην πατρίδα τους και με αδίστακτες μεθοδεύσεις να εξαλείψουν την παρουσία τους από τον βορειοαμερικανικό χώρο. Όσο για τη δημοκρατική κοινή γνώμη, μετατρεπόταν σε λυσσασμένη ανθρώπινη μάζα που αναζητούσε ισχύ, διεύρυνση της ισχύος και τελικά επέκταση της ισχύος σ’ όλο τον πλανήτη όταν ο αμερικανικός στόλος έφτασε μέχρι τις Φιλιππίνες. Βασικά οι γενοκτονίες και η επέκταση συγκρατήθηκαν μόνο όταν αντίπαλη ισχύς εξισορρόπησε τις αμερικανικές αξιώσεις ισχύος[129].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου